Γιατί η Συνθήκη της Λωζάννης είναι ακόμα ισχυρή | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Γιατί η Συνθήκη της Λωζάννης είναι ακόμα ισχυρή

Η ιστορία της, οι προβλέψεις της και ο τουρκικός αναθεωρητισμός*
Περίληψη: 

Η Συνθήκη της Λωζάννης περικλείει πολλές διατάξεις που στην ουσία αναγνωρίζουν «εκ των υστέρων» προηγούμενες διεθνείς συμφωνίες, αλλά είχαν μείνει ανολοκλήρωτες ή είχαν μονομερή χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, η ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγκάζεται να νομιμοποιήσει όλες τις διεθνείς πράξεις που της είχαν επιβληθεί στο άμεσο παρελθόν από τις Μεγάλες Δυνάμεις.

Ο ΧΑΡΗΣ ΚΑΡΑΜΠΑΡΜΠΟΥΝΗΣ είναι Πρέσβυς ε.τ. Έχει υπηρετήσει σε ποικίλες θέσεις στο εξωτερικό (Ν. Υόρκη, Αλεξάνδρεια, Βελιγράδι, Βρυξέλλες) και έχει διατελέσει διευθυντής του Διπλωματικού Γραφείου στην Βουλή και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Είναι συγγραφέας βιβλίων και πολυάριθμων άρθρων για τις διεθνείς σχέσεις και τα εθνικά θέματα, ενώ έχει διδακτική προσφορά στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Όταν κάνουμε λόγο για την συνθήκη της Λωζάννης, συνήθως αναφερόμαστε στην «κληρονομιά» που άφησε η θεμελιώδης αυτή διεθνής πράξη στο νομικό και πολιτικό καθεστώς της ευρύτερης περιοχής της Εγγύς Ανατολής, της Ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων. Ωστόσο προσεκτικότερη ανάγνωση των διαφόρων διατάξεών της θα καταδείξει ότι η ίδια η Συνθήκη αποτελεί την «κληρονομιά» άλλων προηγούμενων διεθνών πράξεων, ενεργώντας ως «καταλύτης» τους.

Οι αδόκητες διεθνείς «αμφισβητήσεις» τον τελευταίο καιρό για την ισχύ της συνθήκης της Λωζάννης του 1923 (π.χ. δηλώσεις Τούρκων επισήμων) καθώς και άλλες συναφείς «επιθέσεις» κατά της αρχικής συμφωνίας Σάϊκς-Πικό (Sykes-Picot) του 1916 (απειλές του Ισλαμικού κράτους για «σβήσιμο» της παραπάνω συμφωνίας, κατά την επέτειο των 100 ετών από την υπογραφή της) αποτελούν την ευκαιρία για την επανεξέταση από ιστορική άποψη του φάσματος του καθεστώτος των πολλαπλών διευθετήσεων της περιόδου 1915-1923 στον ευαίσθητο γεωπολιτικό χώρο της γειτονιάς μας.

DRAMATIS PERSONAE

Η Αγγλία ακολουθούσε πολιτική επαμφοτερίζουσα, αφού δεν τήρησε τις υποσχέσεις που έδωσε στους Άραβες κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για ανεξαρτητοποίηση των επαρχιών τους, ενώ δεν σεβάστηκε όρους της Συμφωνίας Σάϊκς-Πικό, καταλαμβάνοντας περιοχές γαλλικής επιρροής, τις οποίες αντάλλαξε αργότερα με την γαλλικής κατοχής περιοχή της Μοσούλης. Επιπλέον, εγκατέστησε την εθνική εστία των Εβραίων, δημιουργώντας μια πρόσθετη παράμετρο που ενέπλεκε το όλο ζήτημα.

12072018-1.jpg

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπογράφει την Συνθήκη της Λωζάννης. Πηγή: Κriti24.gr
--------------------------------------------------------------------

Η Γαλλία διατηρούσε μια ιστορικά εντυπωσιακή οικονομική (60% του τουρκικού χρέους) και πολιτιστική παρουσία στην Τουρκία. Μετά την επιβεβαίωση της γαλλικής επιρροής στη Μεγάλη Συρία, η Γαλλία επιδίωξε να αντιμετωπίσει τη νέα απειλή που εκπροσωπούσε «η Τουρκία του Κεμάλ», με παράλληλη διασφάλιση των συμφερόντων της στην περιοχή. Απώτερος σκοπός της ήταν η αναθεώρηση της -αγγλικής έμπνευσης- Συνθήκης των Σεβρών, για την οποία ο Κλεμανσό έλεγε ότι είναι «τόσο εύθραυστη όσο και οι περίφημες πορσελάνες της γαλλικής αυτής πόλης».

Η Ρωσία ακολουθούσε την πατροπαράδοτη πολιτική της καθόδου στα Στενά, και ευρύτερα του διαμελισμού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ζήτησε την βοήθεια των Συμμάχων και επέτυχε να εξασφαλίσει ορισμένα σοβαρά ανταλλάγματα (Κων/λη, Στενά, Αρμενία). Μετά την επικράτηση των Μπολσεβίκων, οι Σοβιετικοί εξήλθαν από το σκηνικό, καταγγέλλοντας την Συμφωνία Σάϊκς-Πικό ως ιμπεριαλιστική και συνάπτοντας σειρά συμφωνιών με τον Κεμάλ, τον οποίο ενίσχυσαν σημαντικά και με στρατιωτικό υλικό.

Η Ιταλία είχε εδαφικές βλέψεις στη Μικρά Ασία, πολλές φορές ανταγωνιστικές με εκείνες της Ελλάδας. Επιδίωκε να εξασφαλίσει σημαντικά εδαφικά ανταλλάγματα αρχικά στην περιοχή της Αττάλειας (όπως όριζε η Συνθήκη του Λονδίνου το 1915) και αργότερα με επέκταση της ζώνης αυτής και προς το Βιλαέτι της Σμύρνης (υπόσχεση στην Συνθήκη του Αγ. Ιωάννη Μοριένης το 1917). Ωστόσο, η δυσπιστία των Δυτικών απέναντι στους φιλόδοξους Ιταλούς και οι σοβαρές ελληνικές διεκδικήσεις στην περιοχή δεν τους επέτρεψαν να ικανοποιήσουν τις αξιώσεις τους στη Μικρά Ασία, ούτε στην Συνθήκη των Σεβρών, ούτε σε εκείνη της Λωζάννης.

Η κεμαλική Τουρκία προχώρησε στην κατάργηση του σουλτανάτου (1922) και του χαλιφάτου (1924). Απώτερος στόχος ήταν η εκδίωξη κάθε ξένου στοιχείου (Έλληνες, Γάλλοι, καθυπόταξη Αρμενίων, Κούρδων), επιδίωξη στην οποία συνέβαλε και η προσέγγισή της με τους δυσαρεστημένους συμμάχους (Γάλλους, Ιταλούς) και τους αναδυόμενους Μπολσεβίκους. Τέλος, οι Άραβες προσπάθησαν να επωφεληθούν από την πορεία του πολέμου και να «συμμαχήσουν» με τους Άγγλους εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προσβλέποντας την ανεξαρτησία τους.

Πρωταγωνιστές στη μεγάλη κρίση της Ανατολής του 1914-1923 ήσαν πρώτα από όλα η Αγγλία και η Γαλλία. Ο Άγγλος πρωθυπουργός Ντέϊβιντ Λόϋντ Τζορτζ (David Lloyd George, 1916-1922) υποστήριζε ότι ο πόλεμος μπορούσε να κερδηθεί όχι μόνο στο δυτικό μέτωπο, αλλά και στη Μέση Ανατολή, ενώ συνέβαλε στην άμβλυνση των ακραίων απαιτήσεων της Γαλλίας στην Διάσκεψη ειρήνης του Παρισιού το 1919. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν και ο υπουργός Εξωτερικών Μπάλφουρ (Arthur Balfour, με την ομώνυμη διακήρυξη για την εθνική εστία των Εβραίων το 1917) και ο Γουίνστον Τσόρτσιλ (Winston Churchill, που εισηγήθηκε την αποτυχημένη εκστρατεία των Δαρδανελίων το 1915).

Ο Γάλλος πρωθυπουργός Ζορζ Κλεμανσό (Georges Clemenceau) είχε μακρά πολιτική θητεία και αποτέλεσε τον αρχιτέκτονα της Συνθήκης των Βερσαλλιών κατά της Γερμανίας το 1919. Καθοριστική ήταν και η συνεισφορά του υπουργού Εξωτερικών και μετέπειτα επανειλημμένα πρωθυπουργού, Αριστίντ Μπριάν (Aristide Briand). Από την ρωσική πλευρά, σημαντικός ήταν ο ρόλος του Σεργκέϊ Σαζόνοφ, υπουργού Εξωτερικών του Τσάρου, που αξίωνε ανταλλάγματα στην περιοχή των Στενών. Στην Γερμανία, εκτός από τον Κάιζερ Γουλιέλμο, κρίσιμο ρόλο έπαιξε ο στρατιωτικός Όθων Λίμαν φον Σάντερς (Liman von Sanders), μεταρρυθμιστής του τουρκικού στρατού, που εισηγήθηκε την εξόντωση ιδίως των Ελλήνων και των Ποντίων.

Στο τουρκικό σκηνικό, πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν οι Νεότουρκοι, Μουσταφά Κεμάλ, Ισμέτ Ινονού (ως στρατιωτικός και διαπραγματευτής στη Λωζάννη) και Σαμίρ Μπεκί (κεμαλικός εκπρόσωπος στην Διάσκεψη του Λονδίνου το 1921). Τους Άραβες εκπροσωπούσαν ο Χουσεΐν, Εμίρης της Χετζάδης (που διαπραγματεύτηκε με τους Άγγλους), ο στρατιωτικός Φεϊζάλ (που κατέλαβε την Δαμασκό) και ο ΄Ιμπν Σαούντ. Από την Ελλάδα καθοριστική ήταν η συμβολή του Πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου και, από άλλη σκοπιά, του βασιλιά Κωνσταντίνου.