Μια νέα στρατιωτική στρατηγική για την Ιαπωνία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μια νέα στρατιωτική στρατηγική για την Ιαπωνία

Η ενεργός άρνηση θα αυξήσει την ασφάλεια στην βορειοανατολική Ασία
Περίληψη: 

Το “business as usual” στην στρατιωτική συνεργασία των ΗΠΑ-Ιαπωνίας και στην αμυντική προσπάθεια της Ιαπωνίας είναι μια χαμένη πρόταση. Οι ιαπωνικές αμυντικές δαπάνες μόνο, όσο κι αν αυξηθούν, δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση της εξελισσόμενης απειλής που θέτει η Κίνα. Μια βασική επανεξέταση της στρατηγικής θα είναι κρίσιμη.

Ο RICHARD SAMUELS είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στην έδρα Ford International στο MIT. 
Ο ERIC HEGINBOTHAM είναι κύριος ερευνητικός επιστήμων στο Center for International Studies στο MIT.

Η Ιαπωνία αντιμετωπίζει ένα όλο και πιο δύσκολο περιβάλλον ασφάλειας. Παρά την τρέχουσα προσοχή των μέσων ενημέρωσης στην Βόρεια Κορέα [1], η οποία είναι μια πολύ πραγματική αλλά σε μεγάλο βαθμό μονοδιάστατη πυρηνική απειλή, οι Ιάπωνες στρατηγιστές ασχολούνται πρωτίστως με την ευρύτερη και πολυδιάστατη πρόκληση που δημιουργεί η άνοδος της Κίνας και οι εδαφικές της φιλοδοξίες στην Ανατολική Κίνα. Ο πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, Shinzo Abe, ήταν πιο προνοητικός όσον αφορά τα θέματα ασφαλείας από τους προκατόχους του. Έχει κινηθεί για να ενισχύσει τις αμυντικές ικανότητες της Ιαπωνίας [2], να αναδιοργανώσει τα θεσμικά της όργανα χάραξης πολιτικών ασφαλείας και να αυξήσει τον στρατιωτικό προϋπολογισμό της μετά από μακρά περίοδο περικοπών, ενώ χαλάρωσε κάποιους περιορισμούς για τις στρατιωτικές της δυνάμεις και ενίσχυσε την ικανότητα της Ιαπωνίας στον τομέα των πληροφοριών. Αυτά τα μέτρα, ωστόσο, μπορούν να επιβραδύνουν οριακά μια αλλαγή στην ισορροπία ισχύος. Μια επανεξέταση της στρατιωτικής στρατηγικής, η οποία να προσπαθεί να στηρίξει την αποτροπή ακόμη και εν τη απουσία στρατιωτικής υπεροχής, απαιτείται επειγόντως.

17072018-1.jpg

Ένα ιαπωνικό αντιτορπιλικό στον κόλπο Sagami, στην Ιαπωνία, τον Οκτώβριο του 2015. TORU HANAI/REUTERS
-------------------------------------------------------------------------------

Η σημερινή προσέγγιση της Ιαπωνίας μπορεί να χαρακτηριστεί ως στρατηγική "προωθημένης άμυνας" και είναι επικεντρωμένη στην κατανίκηση της επιθετικότητας όσο το δυνατόν γρηγορότερα στα εξωτερικά όρια της ιαπωνικής επικράτειας. Για να εκτελέσει αυτή την στρατηγική, έχει χτίσει παραδοσιακές δυνάμεις ελιγμών που έχουν σχεδιαστεί για να πολεμούν αποφασιστικές μάχες. Αν και η προωθημένη άμυνα ήταν απολύτως λογική κατά την πρώιμη περίοδο μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, είναι μια κακή κατάσταση για ένα εξελισσόμενο περιβάλλον στο οποίο η Κίνα θα απολαμβάνει σημαντικά πλεονεκτήματα κατά την έναρξη μιας σύγκρουσης. Για να μετριάσει την ευάλωτη θέση της, για να εκμεταλλευτεί το πλήρες δυναμικό της συμμαχίας της με τις Ηνωμένες Πολιτείες και να αυξήσει την ικανότητά της να αποτρέψει την Κίνα, η Ιαπωνία πρέπει να στραφεί προς μια στρατηγική "ενεργής άρνησης" (active denial) διατηρώντας μια δύναμη που να μπορεί να επιβιώσει από μια αρχική επίθεση και να συνεχίσει να καταπονεί τις -και να αντιστέκεται στις- δυνάμεις του εχθρού, αρνούμενη έτσι τις γρήγορες, αποφασιστικές νίκες τους και αυξάνοντας τους κινδύνους και το κόστος της στρατιωτικής επιθετικότητας.

ΕΞΕΛΙΣΣΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΙΣΧΥΟΣ

Τα τελευταία 20 χρόνια, ο στρατιωτικός εκσυγχρονισμός της Κίνας [3] αύξησε το μέγεθος και την φύση της στρατηγικής πρόκλησης του Πεκίνου για το Τόκιο. Ο στρατιωτικός προϋπολογισμός της Κίνας έχει αυξηθεί σε συνάρτηση με την οικονομική επέκταση της χώρας, αυξανόμενος κατά 665% από το 1996 έως το 2017 και πλέον αγγίζει το συνολικό ποσό των 153 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ο αμυντικός προϋπολογισμός της Ιαπωνίας, αντιθέτως, αυξήθηκε μόνο κατά 22% κατά την ίδια περίοδο. Στα 47 δισεκατομμύρια δολάρια, είναι τώρα λιγότερο από το ένα τρίτο του μεγέθους εκείνου της Κίνας.

Η ανάπτυξη των δυνατοτήτων της Κίνας στην “αντι-πρόσβαση/άρνηση περιοχής (anti-access/area-denial, A2 / AD), που έχουν σχεδιαστεί για να εμποδίζουν την ροή των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή και να περιορίζουν την επιχειρησιακή ελευθερία τους όταν βρίσκονται στο θέατρο [των επιχειρήσεων], δημιουργεί ιδιαίτερες προκλήσεις. Αυτές οι δυνατότητες περιλαμβάνουν περίπου 40 σύγχρονα υποβρύχια, αντι-δορυφορικά συστήματα και, το σημαντικότερο, ένα μεγάλο και περίπλοκο οπλοστάσιο συμβατικά οπλισμένων πυραύλων. Από τους 1300 συμβατικά οπλισμένους βαλλιστικούς πυραύλους της Κίνας, περίπου 150 με 500 έχουν την εμβέλεια για να επιτύχουν στόχους στην Ιαπωνία, όπως το έχουν και εκατοντάδες πύραυλοι κρουζ που εκτοξεύονται από εδάφους ή από αέρος. Αυτά τα πυραυλικά συστήματα υψηλής ακρίβειας θα μπορούσαν να καταστρέψουν βασικούς κόμβους στην αμυντική υποδομή της Ιαπωνίας, συμπεριλαμβανομένων αεροπορικών βάσεων, αεραμυνών, κόμβων επικοινωνίας και στρατιωτικών λιμένων, βλάπτοντας την ικανότητα του Τόκιο να αντισταθεί στις επιθέσεις κινεζικών αεροπορικών ή/και ναυτικών δυνάμεων.

Πιο πρόσφατα, η Κίνα έχει επίσης αναπτύξει μια τρομερή σειρά δυνάμεων ελιγμών. Διπλασίασε το απόθεμα των σύγχρονων μαχητικών αεροσκαφών της τα τελευταία επτά χρόνια και οι αεροπορικές της δυνάμεις πλέον ξεπερνούν το συνολικό ποσό των ιαπωνικών και τοπικών δυνάμεων των ΗΠΑ (συμπεριλαμβανομένων των αεροσκαφών των ΗΠΑ που έχουν αναπτυχθεί προωθημένα στην Ιαπωνία και στο Γκουάμ) κατά δύο προς ένα. Δεδομένων των σημερινών ρυθμών κατασκευής, το πλεονέκτημα της Κίνας στα σύγχρονα μαχητικά αεροσκάφη είναι πιθανό να αυξηθεί σε τρία προς ένα μέχρι το 2025. Η Κίνα έχει επιταχύνει σημαντικά την παραγωγή των αντιτορπιλικών και μέχρι το 2025 θα λειτουργεί τόσα αντιτορπιλικά όσα οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ιαπωνία -και πολύ περισσότερες φρεγάτες. Ο κινεζικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (PLA) κινείται επίσης γρήγορα για να αντιμετωπίσει τις εναπομείνασες αδυναμίες του σε τομείς όπως ο ανθυποβρυχιακός πόλεμος, ο εφοδιασμός των πλοίων στην θάλασσα και τα αεροσκάφη μεταφοράς φορτίου και καυσίμων.