Η Ευρώπη στη νέα εποχή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η Ευρώπη στη νέα εποχή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων

Πώς η ΕΕ μπορεί να σταθεί απέναντι στον Τραμπ και την Κίνα
Περίληψη: 

Εάν η Ευρώπη θέλει να είναι ένας δρων αντί για μια σκακιέρα στην οποία θα ανταγωνίζονται μεγάλες δυνάμεις, οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη για την άμυνα και την ασφάλεια, και να βάλουν όλες τις οικονομικές τους δυνάμεις στο παιχνίδι.

Η ALINA POLYAKOVA είναι υπότροφος David M. Rubenstein στο «Κέντρο για τις ΗΠΑ και την Ευρώπη» στο Brookings Institution.
Ο BENJAMIN HADDAD είναι ερευνητικός συνεργάτης στο Hudson Institute.

Κατά την περίοδο πριν από την σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ την περασμένη εβδομάδα και την συνάντηση μεταξύ του προέδρου των ΗΠΑ, Donald Trump, και του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν, οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν μπορούσαν να κρύψουν το άγχος τους. Τις τελευταίες εβδομάδες, ο Trump προχώρησε σε έναν ρητορικό πόλεμο εναντίον των μεγαλύτερων συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών. Σε μια συγκέντρωση τον Ιούνιο, υποστήριξε ότι η ΕΕ «δημιουργήθηκε για να επωφελείται από τις Ηνωμένες Πολιτείες». Νωρίτερα εκείνον τον μήνα, ο Trump επιτέθηκε στην Γερμανίδα καγκελάριο, Άνγκελα Μέρκελ, καθώς αντιμετώπιζε μια εξέγερση στον δικό της συνασπισμό σχετικά με τη μετανάστευση. «Ο λαός της Γερμανίας στρέφεται εναντίον της ηγεσίας του», ανέφερε στο twitter. Ο Trump αναφέρθηκε επίσης [2] ότι ζήτησε από τον Γάλλο πρόεδρο Emmanuel Macron να εγκαταλείψει την ΕΕ προκειμένου να επιτύχει μια καλύτερη διμερή εμπορική συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτές οι τελευταίες επιθέσεις ακολούθησαν την άρνηση του Trump να συμμετάσχει στο κοινό ανακοινωθέν του G-7, την επιβολή νέων δασμών των ΗΠΑ στον χάλυβα και το αλουμίνιο από συμμάχους των ΗΠΑ και την πρότασή του να ξαναγίνει δεκτή η Ρωσία στο G-7. Την παραμονή της συνάντησης με τον Πούτιν, ο πρόεδρος των ΗΠΑ χαρακτήρισε την Ευρωπαϊκή Ένωση ως «εχθρό». Το μήνυμα φαίνεται σαφές: Το «Πρώτα η Αμερική» σημαίνει η Ευρώπη μόνη της.

18072018-1.jpg

Ηγέτες στην σύνοδο του NATO στις Βρυξέλλες, τον Ιούλιο του 2018. YVES HERMAN / REUTERS
---------------------------------------------------------------------

Αυτά τα πρόσφατα ρήγματα αντανακλούν όχι μόνο μια αυξανόμενη διαμάχη μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Δυτικής Ευρώπης, αλλά και μια νέα πραγματικότητα: Η Ευρώπη, διχασμένη εσωτερικά, χάνει δυνητική αποτελεσματικότητα στην παγκόσμια σκηνή, και η διοίκηση Trump, ενεργώντας περισσότερο ως αρπακτικό παρά ως συνεργάτης, μπαίνει στον πειρασμό να εκμεταλλευτεί αυτή την αδυναμία. Καθώς οι μεγάλες δυνάμεις ανταγωνίζονται για επιρροή σε ολόκληρο τον πλανήτη, η Ευρώπη, όπως η Μέση Ανατολή ή η Λατινική Αμερική, θα αποτελέσει άλλο ένα πεδίο μάχης.

Σε μια ομιλία του [4] τον Ιούνιο στο Heritage Foundation, αποκαλύπτοντας την στρατηγική της διοίκησης [Τραμπ] για την Ευρώπη, ο A. Wess Mitchell, βοηθός υπουργός Εξωτερικών για τις Ευρωπαϊκές και Ευρασιατικές Υποθέσεις, το έθεσε πιο άμεσα: «Η Ευρώπη είναι αδιαμφισβήτητα ένας τόπος σοβαρού γεωπολιτικού ανταγωνισμού. . . . Πρέπει να πάρουμε σοβαρά αυτήν την πραγματικότητα. . . . Η Αμερική πρέπει να την λάβει σοβαρά υπόψη». Βλέποντάς το από την Ευρώπη, αυτό παρουσιάζει μια υπαρξιακή πρόκληση. Οι ευρωπαϊκές χώρες βασίζονται στην συνεχιζόμενη δέσμευση ασφαλείας και στην ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών. Δεδομένου ότι η ηγεσία εκλείπει και η δέσμευση βρίσκεται σε κίνδυνο, η Ευρώπη θα πρέπει να ενοποιηθεί στο εσωτερικό της και να προβεί σε κάποιους γνωστικούς διπλωματικούς ελιγμούς στο εξωτερικό, προκειμένου να συνεχίσει να επιδιώκει τα συμφέροντά της σε παγκόσμια κλίμακα. Για την Ευρώπη, το να μάθει το πώς να ζήσει στη νέα εποχή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων δεν είναι μόνο η διαχείριση ενός απρόβλεπτου προέδρου των ΗΠΑ με μια ιδιαίτερη περιφρόνηση προς τις πολυμερείς συμμαχίες˙ πρόκειται για ζήτημα επιβίωσης.

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΑΡΠΑΚΤΙΚΟ

Σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα, ο Trump άρχισε να στρέφει τις Ηνωμένες Πολιτείες μακριά από 70 χρόνια αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία προώθησε την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ως θεμέλιο της ασφάλειας των ΗΠΑ. Τώρα που η Ουάσινγκτον σκοπεύει να ανταγωνιστεί στην Ευρώπη και όχι παράλληλα με την Ευρώπη, θα προσπαθήσει να αποσπάσει ευρωπαϊκές χώρες, κουνώντας [δελεαστικά] διμερείς εμπορικές συμφωνίες μπροστά τους, όπως αυτή που ο Trump προσέφερε στον Macron. Όπως υποστήριξε ο ειδικός των διεθνών σχέσεων, Thomas Wright [5], αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει το να χρησιμοποιηθεί η αποδυναμωμένη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου μετά το Brexit για να πιεστεί να υπογράψει μια συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών με τις Ηνωμένες Πολιτείες αντί μιας με την ΕΕ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, σε μια αρπακτική στάση, θα εκμεταλλευτούν επίσης τη μεγαλύτερη μόχλευσή τους, τις αμυντικές δεσμεύσεις τους και τις δεσμεύσεις τους επί της ασφάλειας, για να πάρουν βραχυπρόθεσμες εμπορικές συμφωνίες. Θα μοιράσουν αμυντικά δολάρια στους πιο πιστούς, ενώ θα τιμωρήσουν εκείνους που θα τους αντισταθούν. Για το 2019, το Κογκρέσο διέθεσε 6,3 δισεκατομμύρια δολάρια στην Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Αποτροπής (European Deterrence Initiative), δηλαδή αύξηση 1,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων από το 2018. Τα κονδύλια αυτά, τα οποία αποσκοπούν στην ανάσχεση της Ρωσίας, υπερβαίνουν δυσανάλογα την αμερικανική στρατιωτική παρουσία και ετοιμότητα στην Ανατολική Ευρώπη. Αλλά ταυτόχρονα, το Πεντάγωνο αξιολογεί [6] το κόστος της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στην Γερμανία και τις πιθανές επιπτώσεις της απόσυρσης των 35.000 στρατιωτών των ΗΠΑ που σταθμεύουν εκεί. Αυτές οι φαινομενικά αντιφατικές παρορμήσεις -οι σημαντικές αυξήσεις δαπανών για την ευρωπαϊκή άμυνα σε συνδυασμό με τις ανησυχίες για το κόστος που συνδέεται με την διατήρηση των αμερικανικών στρατευμάτων στην Γερμανία- έχουν νόημα από την οπτική των Ηνωμένων Πολιτειών που ενδιαφέρονται να διαλύσουν την Ευρώπη αντί να τη διατηρήσουν.