Η Κίνα θα υπονομεύσει την στρατηγική του Τραμπ για το Ιράν; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η Κίνα θα υπονομεύσει την στρατηγική του Τραμπ για το Ιράν;

Η Τεχεράνη αντισταθμίζει την διεθνή απομόνωση
Περίληψη: 

Σήμερα, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες πιέζουν άλλες χώρες και επιχειρήσεις να εγκαταλείψουν την ιρανική αγορά και να σταματήσουν να εισάγουν ιρανικό πετρέλαιο, η Τεχεράνη ελπίζει ότι το Πεκίνο θα την προστατεύσει από μεγαλύτερες οικονομικές ζημίες. Προς το παρόν, η Κίνα αξιολογεί τις επιλογές της.

Η DINA ESFANDIARY είναι συνεργάτις του Κέντρου Επιστημών και Ασφάλειας στο Τμήμα Μελετών Πολέμου στο King's College του Λονδίνου και πρόσθετη συνεργάτις του Προγράμματος Μέσης Ανατολής στο Center for Strategic and International Studies.
Η ARIANE M. TABATABAI είναι διευθύντρια του Προγράμματος Σπουδών και επισκέπτρια επίκουρη καθηγήτρια στην Σχολή Εξωτερικών Υπηρεσιών του Πανεπιστημίου Georgetown και βοηθός ανώτερη συνεργάτις στο Center for a New American Security. Είναι οι συγγραφείς του βιβλίου με τίτλο Triple Axis: Iran’s Relations with Russia and China. [1]

Τον Μάιο, ο πρόεδρος Donald Trump ανακοίνωσε ότι απέσυρε τις Ηνωμένες Πολιτείες από την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν [2]. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάικ Πομπέο, περιέγραψε [3] την επιθετική νέα πολιτική της διοίκησης σχετικά με το Ιράν, η οποία σχεδιάστηκε για να αποτρέψει την έξοδο της χώρας από την απομόνωση. Αυτή η στρατηγική, όπως πιστεύει η διοίκηση Trump, θα αναγκάσει το Ιράν να επιστρέψει στο τραπέζι [των διαπραγματεύσεων] και να συνάψει μια “ευρύτερη και καλύτερη” συμφωνία που θα αντιμετωπίζει τις ανησυχίες του προέδρου για την υπάρχουσα συμφωνία. Για την Τεχεράνη, η πλήρης οικονομική ανάκαμψη και οι ανανεωμένοι δεσμοί με τις Δυτικές χώρες φαίνονται τώρα να μην έχουν πιθανότητες. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τα σχέδια της κυβέρνησης Trump θα πετύχουν.

23072018-1.jpg

Ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών, Wang Yi, και ο Ιρανός ομόλογός του, Mohammad Javad Zarif, στο Πεκίνο, τον Μάιο του 2018. THOMAS PETER / REUTERS
------------------------------------------------------------------

Στο μεγαλύτερο μέρος των δύο δεκαετιών, η ηγεσία του Ιράν αντιμετώπισε την διεθνή απομόνωση αναπτύσσοντας βαθύτερους δεσμούς με την Κίνα και την Ρωσία. Σήμερα, καθώς η Ουάσινγκτον επιδιώκει και πάλι να σφίξει τα λουριά, η Τεχεράνη βλέπει την σχέση της με το Πεκίνο ως βασικό στοιχείο για να παραμείνει στην επιφάνεια. Η Κίνα ανακοίνωσε ότι πιθανότατα θα συνεχίσει να εισάγει πετρέλαιο [4] από το Ιράν, ακόμη και μετά από τις κινήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών για να μειώσουν τις πωλήσεις ιρανικού πετρελαίου στο μηδέν μέχρι τον Νοέμβριο. Και η εμπλοκή των Κινέζων με το Ιράν θα μπορούσε να ανοίξει το έδαφος για άλλους να ακολουθήσουν αυτό το παράδειγμα, γεγονός που θα υπονόμευε τη νέα εκστρατεία πίεσης των ΗΠΑ.

ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΗ ΣΧΕΣΗ

Οι Κινέζοι αξιωματούχοι χαρακτηρίζουν συχνά την σχέση τους με το Ιράν ως "20 αιώνες συνεργασίας", αλλά η σύγχρονη συνεργασία των δύο χωρών ξεκίνησε στις τελευταίες ημέρες της μοναρχικής διακυβέρνησης στο Ιράν. Τον Αύγουστο του 1978, ο πρόεδρος του Κομμουνιστικού Κόμματος (ΚΚΚ), Hua Guofeng, ταξίδεψε στο Ιράν -η πρώτη φορά που ένας Κινέζος κομμουνιστής ηγέτης επισκέφθηκε μια μη κομμουνιστική χώρα. Παρόλο που η ισλαμική επανάσταση ανέτρεψε τον σάχη Μοχάμαντ Ρεζά Παχλαβί μόλις λίγους μήνες αργότερα, ο Χούα δημιούργησε μια βάση συνεργασίας που θα διαρκούσε περισσότερο από τον σάχη. Μετά την επανάσταση, ο Χούα γρήγορα αποζημίωσε το νέο καθεστώς ζητώντας συγνώμη για την προηγούμενη επίσκεψή του και εκφράζοντας την επιθυμία του για μεγαλύτερους δεσμούς με την Ισλαμική Δημοκρατία. Μετά την κρίση των ομήρων του Ιράν και την επακόλουθη διεθνή απομόνωση της χώρας, η Κίνα έγινε ζωτικός εταίρος. Κατά την διάρκεια του πολέμου Ιράν-Ιράκ, ο οποίος διήρκεσε από το 1980 έως το 1988, η Κίνα ήταν βασικός προμηθευτής όπλων των Ιρανών. Και στις δεκαετίες που ακολούθησαν, σιγά-σιγά αλλά σταθερά καθιερώθηκε ως σημαντικός παράγοντας στην οικονομία του Ιράν, στις εμπορικές σχέσεις, στην εξωτερική πολιτική και στις στρατιωτικές υποθέσεις.

Στα μέσα της δεκαετίας του 2000, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι εταίροι τους άρχισαν να επιβάλλουν κυρώσεις σε μια προσπάθεια να περιορίσουν το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, το Πεκίνο υπονόμευσε τις προσπάθειες των ΗΠΑ παρέχοντας στην ταλαιπωρούμενη χώρα οικονομική βοήθεια,ένα ανοιχτό κανάλι με το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, και στρατιωτική υποστήριξη. Αυτή η σχέση ήταν αμοιβαία επωφελής. Η Κίνα είδε το Ιράν ως κύρια πηγή ενέργειας και σημαντική αγορά. Η θέση του Ιράν στο σταυροδρόμι της Μέσης Ανατολής, της Νότιας και Κεντρικής Ασίας και της Ευρώπης, καθώς και η πρόσβασή του στον Περσικό Κόλπο και στα Στενό του Ορμούζ, το κατέστησαν σημαντικό στο όραμα της Κίνας για την ενσωμάτωση αυτών των βασικών περιφερειών μέσω έργων υποδομής και μεταφοράς που είναι σχεδιασμένα να επεκτείνουν την κινεζική πολιτική και οικονομική επιρροή.

Αν και η Κίνα υποστήριξε τις κυρώσεις των Ηνωμένων Εθνών κατά του Ιράν το 2010, συνέχισε να εμπλέκεται με την Ισλαμική Δημοκρατία και, με τον τρόπο αυτό, κεφαλαιοποίησε την απομόνωση της μεσανατολικής χώρας. Καθώς άλλοι διεθνείς προμηθευτές και εταιρείες αποσύρονταν, κινεζικά αγαθά και υπηρεσίες πλημμύρισαν την αγορά του Ιράν. Οι Ιρανοί εξέφρασαν την ικανοποίησή τους για την συνεχιζόμενη συνεργασία της Κίνας σε μια εποχή που κανένα άλλο έθνος (εκτός από την Ρωσία) δεν ήταν πρόθυμο να εμπλακεί. Η διμερής σχέση ενισχύθηκε περαιτέρω με την ανακοίνωση της Πρωτοβουλίας One Belt, One Road [5], στην οποία το Ιράν διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Παρόλα αυτά, οι δεσμοί αυτοί σταματούσαν πολύ πριν από το να μπορούν να θεωρηθούν ως μια στρατηγική συμμαχία. Αμφότερα τα κράτη θέλησαν να επιδιώξουν τα δικά τους συμφέροντα χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο τους δεσμούς τους με άλλους σχετικούς παίκτες. Ειδικότερα, η Κίνα δεν επιθυμούσε η στήριξή της στο Ιράν να βλάψει την σχέση της με τις Δυτικές δυνάμεις.