Μην ακολουθείτε τα χρήματα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μην ακολουθείτε τα χρήματα

Το πρόβλημα με τον πόλεμο κατά της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας*
Περίληψη: 

Οι κυβερνήσεις πρέπει να εντάξουν τις προσπάθειές τους για τον περιορισμό της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στις ευρύτερες στρατηγικές τους για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Αντί να αναθέτουν την αποστολή αυτή στα Υπουργεία Οικονομικών, τα οποία διαιωνίζουν την υπερβολική εστίαση στον τραπεζικό τομέα, οι κυβερνήσεις πρέπει να τις συμπεριλάβουν σε ευρύτερες πολιτικές, διπλωματικές και στρατιωτικές αποφάσεις.

Ο PETER R. NEUMANN είναι καθηγητής Μελετών Ασφαλείας και διευθυντής του Διεθνούς Κέντρου Μελέτης της Ριζοσπαστικοποίησης και της Πολιτικής Βίας (International Centre for the Study of Radicalisation and Political Violence, ICSR) στο King's College του Λονδίνου. Μπορείτε να τον ακολουθήσετε στο Twitter @PeterRNeumann [1].

Στις πρώτες μέρες του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», πριν οι Ηνωμένες Πολιτείες ξεκινήσουν αεροπορικές επιθέσεις εναντίον των Ταλιμπάν ή επιδρομές των Ειδικών Δυνάμεων στα στρατόπεδα του Οσάμα Μπιν Λάντεν, ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους υπέγραψε την Εκτελεστική Εντολή 13224 [2]. Το προεδρικό διάταγμα, το οποίο χρονολογείται από τις 23 Σεπτεμβρίου 2001, στόχευσε τα χρήματα της Αλ Κάιντα με το να «απαγορεύσει τις συναλλαγές» με ύποπτους ως τρομοκράτες. «Τα χρήματα είναι η γραμμή ζωής των τρομοκρατικών επιχειρήσεων», δήλωσε ο Μπους εκείνη την εποχή [3]. «Ζητάμε από τον κόσμο να σταματήσει τις πληρωμές». Πέντε ημέρες αργότερα, το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών ακολούθησε το παράδειγμα, καλώντας τα κράτη να «προλάβουν και να καταστείλουν την χρηματοδότηση» της τρομοκρατίας στο πρώτο ουσιαστικό ψήφισμα μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου.

27072018-2.jpg

Ένας μαχητής του ISIS φρουρεί σε ένα σημείο ελέγχου στην Μοσούλη του Ιράκ, τον Ιούνιο του 2014. STRINGER / REUTERS
---------------------------------------------------------------------------------

Πάνω από 15 χρόνια αργότερα, ο πόλεμος κατά της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας απέτυχε [4]. Σήμερα, υπάρχουν περισσότερες τρομοκρατικές οργανώσεις, με περισσότερα χρήματα από ποτέ άλλοτε. Το 2015, για παράδειγμα, το αυτοανακηρυγμένο Ισλαμικό Κράτος (γνωστό και ως ISIS) είχε προϋπολογισμό μέχρι 1,7 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με μελέτη του King's College London και της λογιστικής εταιρείας Ernst & Young, καθιστάμενο η πλουσιότερη τρομοκρατική ομάδα στον κόσμο. Την ίδια χρονιά, το συνολικό ποσό όλων των παγωμένων τρομοκρατικών περιουσιακών στοιχείων ανήλθε σε λιγότερο από 60 εκατομμύρια δολάρια. Μόνο τρεις χώρες -Ισραήλ, Σαουδική Αραβία και Ηνωμένες Πολιτείες- είχαν κατασχέσει πάνω από 1 εκατομμύριο δολάρια.

Με γνώμονα το συμπέρασμα ότι η τρομοκρατία κοστίζει χρήματα, οι κυβερνήσεις προσπάθησαν επί σειρά ετών να περιορίσουν την πρόσβαση των τρομοκρατών [5] στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Έχουν εισαγάγει μαύρες λίστες, πάγωσαν περιουσιακά στοιχεία και επέβαλαν αμέτρητους κανονισμούς που αποσκοπούν στην πρόληψη της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, κοστίζοντας δισεκατομμύρια δολάρια στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα.

Αυτή η προσέγγιση πιθανώς έχει αποτρέψει τους τρομοκράτες από την χρήση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ωστόσο, δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι έχει ποτέ αποτρέψει μια τρομοκρατική εκστρατεία. Οι περισσότερες επιθέσεις απαιτούν πολύ λίγα χρήματα και οι τρομοκράτες τείνουν να χρησιμοποιούν ένα ευρύ φάσμα μεθόδων μεταφοράς χρημάτων και συγκέντρωσης κεφαλαίων, πολλές από τις οποίες αποφεύγουν το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Αντί να συνεχίσουν να ψάχνουν ψύλλους στ’ άχυρα, οι κυβερνήσεις πρέπει να αναθεωρήσουν την προσέγγισή τους για την αντιμετώπιση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, μετατοπίζοντας την εστίασή τους μακριά από τον χρηματοπιστωτικό τομέα και υιοθετώντας μια ευρύτερη στρατηγική που περιλαμβάνει επιλογές διπλωματικές, στρατιωτικές και επιβολής του νόμου. Διαφορετικά, θα χάνουν χρόνο και χρήμα σε μια στρατηγική που δεν μπορεί να προσφέρει ασφάλεια για πολλά ακόμη χρόνια.

ΧΡΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ

Ένα μήνα αφότου τρομοκράτες σκότωσαν 130 άτομα στο Παρίσι [6] στις 13 Νοεμβρίου 2015, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ φιλοξένησε μια ειδική σύνοδο για την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. «Απέναντι σε μια τέτοια αδιάκριτη βαρβαρότητα», δήλωσε ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών Michel Sapin, «έχουμε όλοι καθήκον να δράσουμε». Περιέγραψε τις βασικές πηγές χρηματοδότησης του ISIS: «Εμπορία πετρελαίου, αρχαιοτήτων και έργων τέχνης, απαγωγές και λύτρα, εκβιασμοί και εμπορία ανθρώπων». Ωστόσο, αντί να εξηγήσει το πώς η διεθνής κοινότητα θα μπορούσε να σταματήσει το λαθρεμπόριο πετρελαίου ή να εμποδίσει τις απαγωγές, έκανε έκκληση για δέσμευση χρηματικών περιουσιακών στοιχείων, περισσότερο έλεγχο από τις τράπεζες, καλύτερη χρηματοοικονομική πληροφόρηση και αυστηρότερη ρύθμιση των ψηφιακών νομισμάτων.

Η ομιλία του Sapin δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστη. Ακόμη και αν οι κυβερνήσεις κατανοήσουν τις πολλές και ποικίλες πηγές χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, σχεδόν πάντοτε στρέφονται στο χρηματοπιστωτικό σύστημα για να κάνουν καταστολή εκεί. Η προφανής εξήγηση είναι ότι στις περισσότερες χώρες, η ευθύνη για την κατάπνιξη των πόρων των τρομοκρατών βρίσκεται στα Υπουργεία Οικονομικών, τα οποία είναι αποσυνδεδεμένα από τις ευρύτερες στρατηγικές για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Ως αποτέλεσμα, οι κυβερνήσεις ανταποκρίνονται συνήθως στις επιθέσεις, ενισχύοντας τις διαδικασίες εμπεριστατωμένου ελέγχου (due diligence), απαιτώντας από τις τράπεζες να δεσμεύουν περισσότερα περιουσιακά στοιχεία και ενισχύοντας περαιτέρω την ομάδα δράσης Financial Action Task Force (FATF), ένα διακυβερνητικό όργανο που παρακολουθεί τα διεθνή πρότυπα για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και την χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Σε μια ξεκάθαρη δήλωση, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Jacob Lew, μιλώντας στην ίδια σύνοδο του Συμβουλίου Ασφαλείας, δήλωσε ότι ο στόχος δεν ήταν να στερηθούν οι τρομοκράτες τα χρήματά τους αλλά «να προστατευθεί το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα».