Μια θύελλα ετοιμάζεται στα Στενά της Ταϊβάν; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μια θύελλα ετοιμάζεται στα Στενά της Ταϊβάν;

Οι εντάσεις αυξάνονται μεταξύ Πεκίνου και Ταϊπέι
Περίληψη: 

Το Πεκίνο επιδιώκει να πείσει τον λαό της Ταϊβάν ότι η συνεχιζόμενη ύπαρξη του νησιού ως de facto ανεξάρτητο κράτος είναι μια χαμένη υπόθεση, και ότι δεν διαθέτουν ούτε τα μέσα ούτε και τους συμμάχους που θα ήταν απαραίτητα για να αντισταθούν στην ενοποίηση.

Ο MICHAEL MAZZA είναι επισκέπτης συνεργάτης για την Εξωτερική Πολιτική και στις Σπουδές Αμυντικής Πολιτικής στο American Enterprise Institute.

Στις 24 Ιουνίου, στην πρώτη συνέντευξή της στα Δυτικά μέσα ενημέρωσης για πάνω από ένα χρόνο, η πρόεδρος της Ταϊβάν, Tsai Ing-wen, κάλεσε την διεθνή κοινότητα να “δουλέψουμε μαζί για να επαναβεβαιώσουμε τις αξίες μας για την δημοκρατία και την ελευθερία προκειμένου να περιορίσουμε την Κίνα και να ελαχιστοποιήσουμε την επέκταση της ηγεμονικής της επιρροής”. Αυτά είναι εξαιρετικά δυνατά λόγια για μια πρόεδρο της Δημοκρατίας της Κίνας (Ταϊβάν) -ακόμη και για την Tsai, ένα μέλος του Δημοκρατικού Προοδευτικού Κόμματος (Democratic Progressive Party, DPP).

Από τότε που εκλέχτηκε η Tsai [1] το 2016, παρέμεινε αφοσιωμένη στο status quo στις σχέσεις έναντι των στενών, παρά αυτό που αποκάλεσε στην συνέντευξη της "τεράστια πίεση" από το Πεκίνο. Αυτό σημαίνει να διατηρηθεί η de facto παρά η de jure ανεξαρτησία της Ταϊβάν, η διεξαγωγή διασυνοριακών υποθέσεων σύμφωνα με το σύνταγμα της ROC (Republic of China, της Δημοκρατίας της Κίνας όπως είναι το επίσημο όνομα της Ταϊβάν) και την ισχύουσα νομοθεσία, καθώς και ο σεβασμός των συμφωνιών που είχαν προηγουμένως διαπραγματευτεί εκατέρωθεν των στενών.

30072018-1.jpg

Η πρόεδρος της Ταϊβάν, Tsai Ing-wen, σε μια στρατιωτική άσκηση στην Penghu, στην Taiwan, τον Μάιο του 2017 . TYRONE SIU / REUTERS
------------------------------------------------------------------------------

Το Πεκίνο, από την άλλη πλευρά, έχει εντατικοποιήσει τις προσπάθειές του για την ενοποίηση της Ταϊβάν και της ηπειρωτικής Κίνας με βάση το αξίωμα του Πεκίνου περί "μιας Κίνας". Σε απάντηση στις εκλογές του 2016 στην Ταϊβάν -στην οποία το DPP απέκτησε για πρώτη φορά ταυτόχρονα έλεγχο του εκτελεστικού και νομοθετικού κλάδου- ο Κινέζος πρόεδρος Xi Jinping [2] αμέσως ξεκίνησε μια εκστρατεία πίεσης στο νησί, αρχίζοντας ακόμη και ενώ η σχετικά φιλική κυβέρνηση του Ma Ying-jeou ήταν ακόμα στην εξουσία. Στην διάρκεια των 35 μηνών από τη νίκη της Tsai, το Πεκίνο διέκοψε τις επίσημες επικοινωνίες στα στενά, έκλεψε διπλωματικούς συμμάχους της Ταϊπέι, χρησιμοποίησε οικονομική μόχλευση για να τιμωρήσει την Ταϊβάν, εξασφάλισε τον αποκλεισμό της Ταϊβάν από διεθνή φόρουμ και αύξησε τον ρυθμό και το πεδίο των στρατιωτικών ασκήσεων στα ύδατα γύρω από το νησί. Ο Xi δεν δείχνει κανένα σημάδι ότι θα χαλαρώσει οποτεδήποτε σύντομα.

Ωστόσο, η εκστρατεία πίεσης του Xi δεν πρέπει να διαβάζεται απλώς ως ένδειξη δυσαρέσκειας προς την τρέχουσα κυβέρνηση του DPP. Παρόλο που το DPP έχει στο παρελθόν εξετάσει να κινηθεί προς την επίσημη ανεξαρτησία, μέχρι στιγμής η κυβέρνηση δεν έχει απειλήσει ανοιχτά την διασυνοριακή σχέση. Αντίθετα, απέφυγε να μιλήσει για την ανεξαρτησία και μάλιστα πρόσφερε τον περιστασιακό κλάδο ελαίας στο Πεκίνο. Οι πραγματικοί λόγοι για την ανησυχία του Xi είναι βαθύτεροι από οποιαδήποτε κυβέρνηση ή κόμμα. Η υποστήριξη υπέρ της ενοποίησης μειώνεται ραγδαία στον πληθυσμό της Ταϊβάν την ίδια στιγμή που ο Xi κάνει την ενοποίηση μια πιο σημαντική συνιστώσα του οράματός του για το μέλλον της Κίνας -το λεγόμενο China Dream. Οι πρόσφατες προκαταρκτικές παρατηρήσεις της Tsai υποδηλώνουν ότι βλέπει αυτό που πολλοί στην Δύση δεν αναγνωρίζουν: Η σχέση μεταξύ Ταϊπέι και Πεκίνου γίνεται ασυγκράτητη, και το πρόβλημα υποβόσκει στα Στενά της Ταϊβάν.

Η ΟΙΚΕΙΟΤΗΤΑ ΓΕΝΝΑ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗ

Τα σχεδόν 70 χρόνια από την αρχική διάσπαση μεταξύ των δύο κυβερνήσεων χαρακτηρίστηκαν από διαφορετικούς βαθμούς εχθρότητας. Αλλά τις τελευταίες δεκαετίες, η προσέγγιση του Πεκίνου για την ώθηση της Ταϊβάν προς την ενοποίηση δεν ήταν πάντα τόσο επιθετική όσο είναι σήμερα. Κατά την διάρκεια της προεδρίας του Ma Ying-jeou, από το 2009 έως το 2016, η στρατηγική της Κίνας ήταν να αυξήσει την οικονομική εξάρτηση της Ταϊβάν από την ηπειρωτική χώρα, συνεπώς, κατά το σκεπτικό της, καθιστώντας την ενοποίηση αναπόφευκτη. Αλλά προς απογοήτευση του Hu Jintao, του προέδρου της Κίνας από το 2003 έως το 2013, και τώρα του Xi, ο λαός της Ταϊβάν το μελετούσε περισσότερο όταν έφτασε να καθορίσει την φύση της σχέσης του με την Κίνα.

Το κύριο επίτευγμα της εκατέρωθεν των στενών προσέγγισης στην περίοδο [της προεδρίας] του Μα ήταν η συμφωνία-πλαίσιο οικονομικής συνεργασίας (ECFA), ουσιαστικά μια συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών των χωρών εκατέρωθεν των στενών. Η ECFA δεν είχε τις θετικές οικονομικές επιπτώσεις που πολλοί οικονομολόγοι περίμεναν, αλλά ακόμη και μια άκρως επιτυχημένη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου δεν θα είχε αναγκαστικά αυξήσει την υποστήριξη της Ταϊβάν προς την ενοποίηση. Πολλοί Ταϊβανέζοι εκείνη την εποχή, ειδικά οι νεότεροι, ανησυχούσαν για την σύσφιγξη των διασυνοριακών δεσμών. Για αυτούς, το Πεκίνο ήταν ανέκαθεν ουσιαστικά μια ξένη δύναμη με κακόβουλα σχέδια για το νησί και αμφέβαλλαν για το αν η προσέγγιση ήταν προς το συμφέρον τους. Κατά την διάρκεια της δεύτερης θητείας του Μα, το 2014, φοιτητές και ομάδες της κοινωνίας των πολιτών κατέλαβαν την βουλή (Yuan) για να σταματήσουν την ψήφιση της εμπορικής συμφωνίας Cross-Strait ServiceTrade Agreemen, μια συνθήκη που αποσκοπούσε στην ελευθέρωση του εμπορίου των υπηρεσιών μεταξύ της ηπειρωτικής χώρας και του νησιού. Περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους της Ταϊπέι για να υποστηρίξουν τις απαιτήσεις των καταληψιών. Αργότερα εκείνο το έτος, το DPP κατέγραψε σημαντικά εκλογικά κέρδη στις τοπικές εκλογές και το 2016 πέτυχε ενοποιημένο έλεγχο της κεντρικής κυβέρνησης.