Το αβέβαιο μονοπάτι της Κεντρικής Ασίας προς την ανάπτυξη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το αβέβαιο μονοπάτι της Κεντρικής Ασίας προς την ανάπτυξη

Τα σημερινά έργα θα επαναλάβουν τα λάθη της σοβιετικής εποχής;

Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 έπληξε έντονα την Κεντρική Ασία. Με το τέλος του σοσιαλισμού, τα πρότυπα διαβίωσης έπεσαν δραματικά και σε πολλές περιοχές το κράτος πρόνοιας κατέρρευσε επίσης. Ένα εμπόδιο για την ανάκαμψη της περιοχής ήταν η τεταμένη σχέση μεταξύ πολλών από τα νέα κράτη που σχηματίστηκαν από την σοβιετική κατάρρευση. Η σοβιετική υποδομή σχεδιάστηκε έχοντας υπόψη την περιφερειακή συνεργασία και τα ανοικτά σύνορα. Η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από υδροηλεκτρική ενέργεια στις ορεινές δημοκρατίες του Κιργιζιστάν και του Τατζικιστάν, άφθονη τους καλοκαιρινούς μήνες, ανταλλασσόταν με τις πλούσιες σε φυσικό αέριο δημοκρατίες του Καζακστάν και του Ουζμπεκιστάν. Οι σιδηροδρομικές γραμμές και οι δρόμοι επωφελήθηκαν από το ευνοϊκό έδαφος, που σημαίνει ότι ένα ταξίδι από το Ντουσάνμπε, στο Τατζικιστάν, στο βόρειο τμήμα της χώρας θα ήταν ευκολότερο μέσω του Ουζμπεκιστάν. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, αυτοί οι δρόμοι και οι σιδηρόδρομοι κλείνουν ολοένα και περισσότερο, γεγονός που δυσκολεύει τους κατοίκους μιας δημοκρατίας να ταξιδεύουν σε μια άλλη. Πιο σημαντικό από μακροοικονομική άποψη, η μεταφορά εμπορευμάτων έγινε πολύ πιο δύσκολη. Το Κιργιζιστάν και το Τατζικιστάν διαπίστωσαν ότι δεν μπορούσαν να προμηθευτούν τα προϊόντα τους από άλλες αγορές της Κεντρικής Ασίας, πόσω μάλλον από την Ρωσία, λόγω περιοδικών αποκλεισμών από το Ουζμπεκιστάν. Οι ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας κατέρρευσαν επίσης, αφήνοντας τις ορεινές δημοκρατίες χωρίς σταθερή παροχή ηλεκτρικού ρεύματος το χειμώνα και παρεμποδίζοντας τις προσπάθειες αναζωογόνησης οποιουδήποτε είδους βιομηχανικής ανάπτυξης.

Πρόσφατα, ωστόσο, η Κεντρική Ασία φάνηκε να βρίσκεται στα πρόθυρα μιας διαρθρωτικής μεταρρύθμισης, η οποία οφείλεται στην αλλαγή της περιφερειακής πολιτικής και των ξένων επενδύσεων. Ο Mirziyoyev έχει δώσει προτεραιότητα στην βελτίωση των σχέσεων με τους γείτονές του. Το ταξίδι μεταξύ των δημοκρατιών έχει καταστεί ευκολότερο και το Ουζμπεκιστάν έχει άρει τις αντιρρήσεις του στην από δεκαετίες παλιά φιλοδοξία του Τατζικιστάν να ξαναρχίσει το φράγμα Rogun και να αποκαταστήσει ενεργειακούς δεσμούς. Οι πολιτικές του Mirziyoyev ενισχύουν ήδη τον τουρισμό [3] και το εμπόριο [4] μεταξύ του Ουζμπεκιστάν και των γειτόνων του. Αυτές είναι ευπρόσδεκτες αλλαγές. Μαζί με τις τεράστιες κινεζικές επενδύσεις στις μεταφορές και τις υποδομές, τα ανοιχτά σύνορα μπορούν να βοηθήσουν την περιοχή να αναπτύξει το εσωτερικό εμπόριο και να φτάσει στις αγορές της Ρωσίας και της Ευρώπης.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΘΑ ΕΠΑΝΑΛΗΦΘΕΙ;

Ταυτόχρονα, τα είδη πρωτοβουλιών που υποστηρίζονται τώρα απειλούν να αναζωογονήσουν την χειρότερη εκβιομηχάνιση της σοβιετικής εποχής χωρίς τους ελαφρυντικούς παράγοντες που έφερναν κάποια βελτίωση στην ζωή των ανθρώπων κατά την διάρκεια εκείνης της εποχής. Οι ανησυχίες που οδήγησαν αρχικά τους ακτιβιστές να κινητοποιηθούν ενάντια στο φράγμα Rogun στα τέλη της δεκαετίας του 1980 δεν έχουν εξαφανιστεί˙ η παραγωγή βαμβακιού εξακολουθεί να είναι έντασης εργασίας (συχνά με παιδική και καταναγκαστική εργασία) και εξαρτάται από χημικά λιπάσματα, τα οποία καταλήγουν σε ρέματα και ποτάμια, ρυπαίνοντας την παροχή νερού. Η κινεζική ανάπτυξη έχει επικεντρωθεί κυρίως στις εξορυκτικές βιομηχανίες (συχνά ξανανοίγοντας ορυχεία της σοβιετικής εποχής), πολλές από τις οποίες είναι πολύ ρυπογόνες. Οι πρωτοβουλίες στον τομέα των μεταφορών, οι οποίες σήμερα είναι ενωμένες στο πλαίσιο της OBOR, αποσκοπούν κυρίως στη μεταφορά αγαθών από την Κίνα μέσω της Κεντρικής Ασίας, όχι για να μεταφέρουν τα προϊόντα της Κεντρικής Ασίας σε αγορές εκτός της περιοχής. Αν και τα ενοίκια από αυτά τα έργα υποστηρίζουν κυβερνητικούς προϋπολογισμούς και βοηθούν τους τοπικούς αξιωματούχους να γεμίσουν τις τσέπες τους, δεν κάνουν τίποτα για τους απλούς πολίτες. Επιπλέον, τα κινεζικά δάνεια, οι όροι των οποίων είναι συχνά αδιαφανείς, ενδέχεται επίσης να αφήσουν τις χώρες αυτές ευάλωτες. Ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ του Τατζικιστάν, για παράδειγμα, αυξήθηκε [5] από 33,4% το 2015 σε 56,8% το 2018˙ το χρέος προς την Κίνα αντιπροσωπεύει σχεδόν το 80% του νέου εξωτερικού χρέους που ανέλαβε το Τατζικιστάν από το 2007 έως το 2016. Η εικονική εξαγορά του λιμένα Hambantota [6] στην Σρι Λάνκα το περασμένο έτος παρουσιάζει ένα αξιοσημείωτο προηγούμενο για τις χώρες της Κεντρικής Ασίας.

Επιπλέον, τα σχέδια αυτά κάνουν ελάχιστα για να μετριάσουν το πλέον επείγον πρόβλημα της περιοχής: Την έλλειψη θέσεων εργασίας για τους νέους. Την δεκαετία του 1950, οι τοπικοί οικονομολόγοι χρησιμοποίησαν τον αυξανόμενο πληθυσμό της περιοχής ως επιχείρημα υπέρ της βιομηχανικής ανάπτυξης: Το άφθονο εργατικό δυναμικό θα διευκόλυνε τις βιομηχανίες έντασης εργασίας να βρίσκουν εργαζόμενους, οι οποίοι γίνονταν σπάνιοι στα ευρωπαϊκά μέρη της Σοβιετικής Ένωσης. Όταν η απασχόληση δεν μπόρεσε να συμβαδίσει με την αύξηση του πληθυσμού, η περιοχή βρέθηκε με μια μεγάλη δεξαμενή υποαπασχολούμενων -με εποχιακή εργασία στα αγροκτήματα, δουλεύοντας στην γκρίζα αγορά ή τείνοντας σε μικρές ιδιωτικές εκτάσεις σε συλλογικές εκμεταλλεύσεις. Από την δεκαετία του 1990, οι νέοι από το Κιργιζιστάν, το Τατζικιστάν και, σε μικρότερο βαθμό, το Ουζμπεκιστάν χρειάστηκε να αναζητήσουν θέσεις εργασίας στο εξωτερικό -κυρίως στην Ρωσία. Οι εργαζόμενοι αυτοί συχνά περνούν δύσκολα στην Ρωσία, όπου αντιμετωπίζουν παρενόχληση από τους γραφειοκράτες και την επιβολή του νόμου, καθώς και ξενοφοβία. Αλλά και οι κυβερνήσεις τους, τους έχουν αντιμετωπίσει επίσης με καχυποψία˙ ο Karimov τους χαρακτήρισε ακόμη και "τεμπέληδες" [7] επειδή δεν κατάφεραν να βρουν δουλειά στο Ουζμπεκιστάν. Η παράνοια για αυτούς τους εργάτες μόνο αυξήθηκε από την ανάδυση του Ισλαμικού Κράτους (ή ISIS), το οποίο έχει στρατολογήσει μετανάστες.