Η επικίνδυνη εμμονή του Trump με το Ιράν | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η επικίνδυνη εμμονή του Trump με το Ιράν

Γιατί η εχθρότητα είναι αντιπαραγωγική
Περίληψη: 

Αντί για μια συνεκτική στρατηγική, η επιθετική συμπεριφορά του Trump αντικατοπτρίζει μια παράξενη και ανθυγιεινή εμμονή με το Ιράν που δεν δικαιολογείται από την πραγματική απειλή που θέτει στα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων του.

Ο STEVEN SIMON είναι καθηγητής στο Αmherst College και υπηρέτησε στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας στις διοικήσεις Κλίντον και Ομπάμα.
Ο JONATHAN STEVENSON είναι ανώτερος συνεργάτης για την Άμυνα των ΗΠΑ και συντάκτης των Στρατηγικών Σχολίων στο International Institute for Strategic Studies. Διετέλεσε διευθυντής Πολιτικών-Στρατιωτικών Υποθέσεων για τη Μέση Ανατολή και την Βόρεια Αφρική στο προσωπικό του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ από το 2011 έως το 2013.

Η κυβέρνηση Trump δεν έχει συνεκτική πολιτική για το Ιράν. Τον Μάιο, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, απέσυρε μονομερώς τις Ηνωμένες Πολιτείες [1] από το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA) -την πυρηνική συμφωνία του Ιράν- παρόλο που το Ιράν δεν την παραβίασε. Εκτός από τον άστοχο και κενό ισχυρισμό του Trump ότι ήταν "η χειρότερη συμφωνία [που συνήφθη] ποτέ", το πρόσχημά του για την απόσυρση ήταν η ιρανική επιθετικότητα στην περιοχή, η οποία δεν συνδέεται με την συμφωνία. Και στην ρητορική και στην πολιτική του, ο Trump φαίνεται να τοποθετεί τις Ηνωμένες Πολιτείες έτσι ώστε να εισέλθουν σε ένοπλη σύρραξη με το Ιράν, προειδοποιώντας το Ιράν τον Ιούλιο [2] ότι μπορεί να αντιμετωπίσει "συνέπειες όπως εκείνες που λίγοι σε όλη την ιστορία έχουν υποφέρει ποτέ πριν".

Ο Trump προφανώς δεν επιθυμεί απλώς να ανασχέσει την ισχύ του Ιράν αλλά να αναστρέψει την περιφερειακή του παρουσία, περιορίζοντας την επιρροή του στα σύνορά του, αφοπλίζοντάς το και, ως εκ τούτου, μεταβάλλοντας το καθεστώς του [3], δεδομένου ότι αυτοί είναι περιορισμοί που η κυβέρνηση του Ιράν δεν μπορεί να ανεχθεί για βαθείς στρατηγικούς και ιδεολογικούς λόγους. Κάτι τέτοιο θα χρειαζόταν μια τεράστια προσπάθεια και πιθανόν θα συνεπαγόταν έναν άλλο αμερικανικό πόλεμο στη Μέση Ανατολή -έναν που ο πρόεδρος δεν είναι αποφασισμένος να διεξάγει και δεν θα είχε την λαϊκή υποστήριξη για να επιδιώξει. Αντί για μια συνεκτική στρατηγική, η επιθετική συμπεριφορά του Trump αντικατοπτρίζει μια παράξενη και ανθυγιεινή εμμονή με το Ιράν που δεν δικαιολογείται από την πραγματική απειλή που θέτει στα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων του.

23082018-1.jpg

Μια αντιαμερικανική τοιχογραφία στην Τεχεράνη, τον Οκτώβριο του 2017. REUTERS
---------------------------------------------------------------------

Ο κίνδυνος τώρα είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να παρασυρθούν σε πόλεμο με το Ιράν σε μια ομίχλη από πομπώδεις απειλές και ανατριχιαστικές ανατροπές πολιτικής, ακόμη και αν δεν υπήρχε υποκείμενο ενδιαφέρον για εχθροπραξίες. Αν και η ρητορική του Trump είναι επικίνδυνη, ο άμετρος ανταγωνισμός της διοίκησής του έχει τις ρίζες του σε μια βαθύτερη ανικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών, που ξεκινά από το 1979, να βρουν μια πορεία προς τα εμπρός [4] με το Ιράν. Είναι καιρός η Ουάσιγκτον να το πράξει πριν να είναι πολύ αργά.

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΣ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ

Η αμερικανική μεταχείριση του Ιράν ως σοβαρού στρατηγικού ανταγωνιστή είναι βαθιά παράλογη. Το Ιράν δεν θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Αποφεύγει να επιτεθεί σε δυνάμεις των ΗΠΑ ή να χρησιμοποιήσει τρομοκρατία για να στοχεύσει στοιχεία ή έδαφος των ΗΠΑ, συνυπάρχει με τις Ηνωμένες Πολιτείες στο Ιράκ με λίγες τριβές και συμφώνησε να περιορίσει το πυρηνικό του πρόγραμμα. Η Τεχεράνη, με απλά λόγια, αντιδρά στα ισραηλινά χτυπήματα για τα περιουσιακά της στοιχεία στην Συρία, όπου διατηρεί μόνο μια μικρή αναπτυξιακή δύναμη, η οποία συμπληρώνει ομάδες από αφγανικές, ιρακινές και συριακές σιιτικές πολιτοφυλακές. Το Ιράν είναι οικονομικά πολιορκημένο και στρατιωτικά αδύναμο και το ναυτικό του είναι μια παράκτια δύναμη άμυνας ικανή να διαταράξει τη ναυτιλία αλλά χωρίς να μπορεί να προκαλέσει σοβαρό πρόβλημα στον Πέμπτο Στόλο των ΗΠΑ ή στις μάχιμες ομάδες του θεάτρου του Ειρηνικού των οποίων ίσως να κάνει χρήση σε περίπτωση κρίσης. Σύμφωνα με ανεξάρτητες, ενημερωμένες εκτιμήσεις, όπως η “Στρατιωτική Ισορροπία” (Military Balance) του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Σπουδών (International Institute for Strategic Studies), οι ιρανικές δυνάμεις μαστίζονται από ξεπερασμένο εξοπλισμό, ανεπαρκή αμυντική βιομηχανική βάση και έναν μεγάλο [υποχρεωτικής στράτευσης] στρατό που είναι ουσιαστικά αναξιοποίητος σε μεγάλη κλίμακα. Η αεροπορία της πετάει αεροπλάνα που ενσωματώνουν τεχνολογία του 1960 και πρακτικά δεν έχει αμφίβια ικανότητα.

Οι ετήσιες αμυντικές δαπάνες του Ιράν είναι ύψους περίπου 16 δισεκατομμυρίων δολαρίων ή 3,7% του ΑΕΠ και, μετρώμενες και με τους δύο τρόπους, υπολείπονται αισθητά εκείνων του Ισραήλ, της Σαουδικής Αραβίας ή των ΗΑΕ μεμονωμένα, και είναι οπωσδήποτε υποδεέστερες σε σύγκριση τις συλλογικές δαπάνες τους. Επιπλέον, οι στρατιωτικές δυνατότητες των Ηνωμένων Πολιτειών υπερτερούν έναντι των δυνάμεων του Ιράν με κάθε εφικτό μέτρο [5]. Παρόλο που οι δυνατότητες αυτές προορίζονται να υποστηρίξουν τα παγκόσμια συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών, δεδομένης της εκπληκτικής επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας των αμερικανικών δυνάμεων, που είναι ακονισμένες από τους συνεχείς πολέμους στη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία από το 2011, οποιαδήποτε σοβαρή ιρανική πρόκληση για τα περιφερειακά συμφέροντα των ΗΠΑ που η διπλωματία δεν θα κατάφερνε να περιορίσει, θα μπορούσε εύκολα να κατασταλεί, έστω και αν μετασχηματιζόταν σε μια μακρόχρονη σύγκρουση χαμηλής έντασης που θα χαρακτηριζόταν από επίμονη ιρανική τρομοκρατία. Αλλά, φυσικά, αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η διπλωματία είναι μια τόσο ελκυστική εναλλακτική λύση έναντι της χρήσης βίας.