Πάρτε πίσω την Βενεζουέλα με τις κάλπες, όχι με την βία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πάρτε πίσω την Βενεζουέλα με τις κάλπες, όχι με την βία

Μια καλύτερη στρατηγική για να αντιμετωπιστεί ο Maduro

Ωστόσο, οι περισσότεροι αντιπολιτευόμενοι και ανεξάρτητοι ψηφοφόρων έμειναν στο σπίτι τους, αφού τα κύρια κόμματα της αντιπολίτευσης της Βενεζουέλας έκαναν έκκληση για εκλογικό μποϊκοτάζ. Οι υποστηρικτές του μποϊκοτάζ ισχυρίστηκαν ότι η συμμετοχή στις εκλογές ισοδυναμούσε με νομιμοποίησή τους. Το επιχείρημα δεν είχε νόημα -οι Χιλιανοί νομιμοποίησαν την δικτατορία του Πινοσέτ με την ψήφο τους για να τον απομακρύνουν στο δημοψήφισμα του 1988; Στην πολιτική, ωστόσο, μερικές φορές ο θόρυβος μιλάει πιο δυνατά από την λογική. Ως αποτέλεσμα, ένας πρόεδρος που έχει καταστρέψει την οικονομία της χώρας και έχει καταδικαστεί από τα τρία τέταρτα του εκλογικού σώματος ανανέωσε χωρίς δυσκολία την θητεία του στην εξουσία όταν οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που του αντιτάσσονται αποφάσισαν να μείνουν στα σπίτια τους.

Δυστυχώς, μερικές από τις πιο σκληρές επιθέσεις κατά του Falcón κατά την διάρκεια της εκστρατείας προήλθαν από ηγέτες που συμμετείχαν στον στόχο του να οδηγηθεί ο Maduro εκτός αξιώματος. Μερικοί από αυτούς υποστήριξαν ότι ο Falcón κατέβηκε στις εκλογές για να νομιμοποιήσει τον Maduro και ότι υπήρχε ένα μυστικό σύμφωνο για διορισμό του ως αντιπροέδρου μετά τις εκλογές. Οι ισχυρισμοί αποδείχθηκαν ψευδείς. Ο Falcón δεν αναγνώρισε τα αποτελέσματα των εκλογών και ζήτησε από το Ανώτατο Δικαστήριο να τα ακυρώσει, αλλά οι κατηγορίες δικαιολογημένα έσπειραν αμφιβολίες στο μυαλό πολλών ψηφοφόρων. Οι Βενεζουελάνοι είναι απογοητευμένοι από την αποτυχία της αντιπολίτευσης να επιτύχει αλλαγές και εξοργισμένοι από τον τρόπο που καταστράφηκε η χώρα μας.

Για να είμαστε δίκαιοι, οι Βενεζουελάνοι είχαν πολλούς καλούς λόγους να μην ψηφίσουν. Από την αρχή, η διαδικασία δεν πληρούσε τα βασικά πρότυπα μιας ελεύθερης και δίκαιης εκλογής. Τα μεγάλα κόμματα της αντιπολίτευσης, όπως το Voluntad Popular, απαγορεύτηκαν, και ορισμένοι βασικοί ηγέτες, όπως ο Leopoldo López και ο Henrique Capriles, φυλακίστηκαν από στημένα δικαστήρια ή αποκλείστηκαν από τις εκλογές. Η κραυγαλέα κατάχρηση δημόσιων πόρων από την κυβέρνηση -για παράδειγμα, με το να αναγκάζει τους κρατικούς υπαλλήλους να παρευρίσκονται σε κυβερνητικές συγκεντρώσεις ή απειλώντας να αποσύρει την πρόσβαση σε κοινωνικά προγράμματα για εκείνους που δεν ψηφίζουν- και η σαφής μεροληψία των εκλογικών Αρχών δημιουργούσαν ένα άνισο πεδίο ανταγωνισμού.

Ωστόσο, το μποϊκοτάζ ήταν λανθασμένο. Πολλοί αυταρχικοί ηγέτες, από τον Αουγκούστο Πινοσέτ στην Χιλή μέχρι τον Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς στην Σερβία, έχουν απομακρυνθεί από την εξουσία μετά την απώλεια εκλογών. Όταν οι δικτατορίες προκηρύσσουν εκλογές για να υποστηρίξουν τη νομιμοποίησή τους, το εκλογικό σώμα μπορεί να τις χρησιμοποιήσει για να σπάσει την λαβή του καθεστώτος στην εξουσία.

ΛΑΘΟΣ ΟΡΑΜΑΤΑ

Η ακαδημαϊκή βιβλιογραφία τεκμηριώνει εκτενώς τη ματαιότητα των εκλογικών μποϊκοτάζ. Μια μελέτη του 2010 από τον Matthew Frankel του ιδρύματος Brookings εξέτασε 171 περιπτώσεις μποϊκοτάζ και διαπίστωσε ότι μόνο το 4% έχει θετικά αποτελέσματα. Τα μποϊκοτάζ δεν αυξάνουν την πιθανότητα αλλαγής του καθεστώτος, αλλά όντως κάνουν τα κινήματα του μποϊκοτάζ να χάσουν τον έλεγχο των βασικών χώρων εξουσίας, διαβρώνοντας έτσι την ικανότητά τους να αμφισβητήσουν τον κυβερνητικό έλεγχο.

Η Βενεζουέλα χρειάζεται μια ψύχραιμη αντιπολιτευτική ηγεσία ικανή να εξηγήσει στους ψηφοφόρους ότι η σοφότερη επιλογή είναι να αμφισβητηθεί ο Maduro εκεί όπου είναι πιο αδύναμος, στην αρένα της λαϊκής υποστήριξης. Είναι σημαντικό οι Βενεζουελάνοι να μην εμπιστευτούν εξωτερικές δυνάμεις για να ενεργοποιήσουν αλλαγές. Ελλείψει εσωτερικής πίεσης, η διεθνής κοινότητα έχει περιορισμένη προθυμία και ικανότητα να θεσπίσει μέτρα που επηρεάζουν σημαντικά την πιθανότητα του να παραμείνει το καθεστώς στην εξουσία.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και βασικοί δρώντες της διεθνούς κοινότητας φέρουν την ευθύνη για το ότι καθοδήγησαν την βασική ηγεσία της αντιπολίτευσης στην πορεία του μποϊκοτάζ. Όταν ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, μίλησε ανεύθυνα τον περασμένο Αύγουστο για μια "στρατιωτική επιλογή" για την Βενεζουέλα, τροφοδότησε μη ρεαλιστικές ελπίδες ότι Αμερικανοί στρατιώτες θα έρθουν να ανατρέψουν τον Maduro, γεγονός που αποδυνάμωσε την αποφασιστικότητα της αντιπολίτευσης να αμφισβητήσει την κυβέρνηση εσωτερικά. Οι πολιτικοί ηγέτες και οι διανοούμενοι ζήτησαν ενεργά μια διεθνή στρατιωτική παρέμβαση. Όμως, η συντριπτική πλειοψηφία των Βενεζουελάνων [3] απορρίπτει την ιδέα μιας στρατιωτικής παρέμβασης στην Βενεζουέλα και οι περιφερειακοί ηγέτες εξέφρασαν σαφώς ότι οποιαδήποτε στρατιωτική δράση δεν θα έπρεπε να υπολογίζει στην διεθνή υποστήριξη.

Η πολεμοχαρής προσέγγιση του Trump έρχεται σε αντίθεση με τις πιο λογικές, μετριοπαθείς προσεγγίσεις των πρόσφατων διοικήσεων των ΗΠΑ για εκλογές υπό αυταρχική διακυβέρνηση. Για παράδειγμα, κατά την διάρκεια της θητείας της ως Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ από το 1997 έως το 2001, η Madeleine Albright προώθησε «εκλογικές επαναστάσεις» -δημοκρατικές μεταβάσεις που προκάλεσε η εκλογική ήττα των αυταρχικών ηγετών. Πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2000 στην Σερβία, δημόσιες και ιδιωτικές ομάδες από τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως η USAID και το National Endowment for Democracy, δαπάνησαν 40 εκατομμύρια δολάρια για προγράμματα υπέρ της δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης περισσότερων από 5.000 ακτιβιστών των κομμάτων της αντιπολίτευσης και 10.000 εκλογικών παρατηρητών. Εκατοντάδες σερβικές οργανώσεις πολιτών έλαβαν χρηματοδότηση από την Δύση για να ευαισθητοποιήσουν τους πολίτες για την δυνατότητα δημοκρατικής αλλαγής. Το αποτέλεσμα ήταν η νίκη του υποψηφίου της αντιπολίτευσης, Βόιτσλαβ Κοστούνιτσα, με την απελπισμένη προσπάθεια του Μιλόσεβιτς να νοθεύσει τις εκλογές που οδήγησαν στην πτώση του.

ΔΙΑΛΕΓΕ ΤΙΣ ΜΑΧΕΣ ΣΟΥ