Προϋποθέσεις για ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Προϋποθέσεις για ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο

Μεταρρυθμίσεις για ανταγωνιστικότητα και κοινωνική συνοχή
Περίληψη: 

Είναι ανάγκη να αναζητήσουμε ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο που θα ενδυναμώσει το ρυθμό ανάπτυξης, αλλά ταυτόχρονα θα διασφαλίσει συνθήκες κοινωνικής συνοχής. Το ζητούμενο είναι να δούμε ποιο είναι αυτό το νέο πρότυπο, ποιες είναι οι προϋποθέσεις υλοποίησης και οι προτεραιότητές του, καθώς και πώς θα διασφαλισθούν οι συνθήκες κοινωνικής συνοχής.

Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΕΡΓΟΣ είναι ομότιμος καθηγητής Οικονομικών Επιστημών στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Σήμερα, στα μέσα του 2018, μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα, ότι η έξοδος από την κρίση που ξέσπασε πριν περίπου δέκα χρόνια είναι ορατή και ότι μετά την εξαιρετικά δύσκολη τελευταία τριετία, η οικονομία ξαναβρίσκει το δρόμο προς την ανάπτυξη και τώρα είμαστε περίπου στα επίπεδα που ήταν η οικονομία στα μέσα του 2014.

Με την ολοκλήρωση του προγράμματος είναι ανάγκη να αναζητήσουμε ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο που θα ενδυναμώσει το ρυθμό ανάπτυξης, αλλά ταυτόχρονα θα διασφαλίσει συνθήκες κοινωνικής συνοχής. Το ζητούμενο είναι να δούμε ποιο είναι αυτό το νέο πρότυπο, ποιες είναι οι προϋποθέσεις υλοποίησης και οι προτεραιότητές του, καθώς και πώς θα διασφαλισθούν οι συνθήκες κοινωνικής συνοχής. Γιατί τα αμέσως επόμενα χρόνια είναι κρίσιμα, και για την έξοδο από την κρίση, και για την ανάπτυξη. Επομένως, δεν χωρά εφησυχασμός γιατί παρά την σημαντική βελτίωση, πάντα υπάρχει ο κίνδυνος της οπισθοδρόμησης όπως απέδειξε η εμπειρία του 2015.

10092018-1.jpg

Η ταμπέλα του λογιστηρίου από εργοστάσιο μαρμάρων που έκλεισε το 2006, κοντά στην Λάρισα. Η φωτογραφία ελήφθη στις 22 Απριλίου 2015. REUTERS/Yannis Behrakis
---------------------------------------------------------------------------

Η δική μου πρόταση, είναι η ανάγκη να διατυπωθεί ένα νέο αναπτυξιακό προτυπο ευρείας βάσης, με άξονες την προώθηση των μεταρρυθμίσεων για ανταγωνιστικότητα, εξωστρέφεια και τεχνολογική αλλαγή, αλλά με κοινωνική συνοχή και ευαισθησία, ώστε όλοι να συμμετέχουν στα οφέλη της ανάπτυξης για να στηρίζουν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.

ΟΙ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ

Ας αρχίσουμε με την μεγάλη εικόνα. Την διάγνωση του προβλήματος.

Είναι νομίζω σαφές, πλέον, σε όλους ότι η κρίση έφερε τα μνημόνια και όχι τα μνημόνια την κρίση. Η κρίση ήταν η κατάληξη μιας λανθασμένης πορείας τριάντα και πλέον ετών. Ως αποτέλεσμα, η διεθνής κρίση του 2008 που οδήγησε όλες τις χώρες της Ευρωζώνης το 2009 σε υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα να βρει την ελληνική οικονομία ευάλωτη. Η Ελλάδα, το 2009-2010, δεν αντελήφθη έγκαιρα την πραγματική κατάσταση της οικονομίας και δεν χειρίσθηκε την κρίση του 2009 με την απαραίτητη σύνεση και σοβαρότητα.

Τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας ήταν γνωστά σε όλους για δεκαετίες. Για πολλά χρόνια οι διεθνείς θεσμοί συμβούλευαν την χώρα για την προώθηση των μεταρρυθμίσεων, αλλά χωρίς ανταπόκριση. Η παγκόσμια κρίση, βρήκε την Ελλάδα σε σαφή μεταρρυθμιστική αβελτηρία, τη μόνη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση που είχε ταυτόχρονα υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα, υψηλό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, υψηλό δημόσιο χρέος, μη βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα και ανεπαρκή δημόσια διοίκηση. Κάποιες χώρες είχαν μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα, άλλες προβλήματα βιωσιμότητας στο ασφαλιστικό σύστημα, άλλες μεγάλο χρέος, αλλά καμία άλλη -πλην της Ελλάδος- όλα ταυτόχρονα. Οι αγορές ήταν ενήμερες για την έλλειψη βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος και την αποτυχία όλων των ουσιαστικών μεταρρυθμιστικών προσπαθειών, ιδιαίτερα στο ασφαλιστικό σύστημα, στην τελευταία δεκαπενταετία.

Όμως, αυτό που κυρίως χαρακτηρίζει την οκταετή περίοδο της κρίσης είναι η έλλειψη του δικού μας οράματος εξόδου από την κρίση και σχεδίου ανάκαμψης και ανάπτυξης της οικονομίας. Το πρώτο μνημόνιο στήριξης υπεγράφη από την τότε κυβέρνηση χωρίς καμιά συζήτηση ή διαπραγμάτευση. Καμιά κυβέρνηση δεν ετοίμασε το δικό της πρόγραμμα ανάπτυξης και εξόδου από την κρίση. Με αποτέλεσμα να εφαρμόζονται, ουσιαστικά χωρίς προθυμία και συχνά με παλινδρομήσεις, μεταρρυθμίσεις που επέβαλε η τρόικα. Και από την προσωπική μου εμπειρία μπορώ να πώ με βεβαιότητα ότι οι αλλαγές που επέβαλε η τρόϊκα δεν ήταν πάντα οι σωστές.

Το αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας έχει, κατά την άποψή μου, τέσσερις διαστάσεις που αποτελούν και την βάση για την διάγνωση, και προσδιορίζουν σε μεγάλο βαθμό το τι πρέπει να γίνει:

-το περιοριστικό, έως ασφυκτικό, μακρο-οικονομικό περιβάλλον τα επόμενα χρόνια,
-το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας του ιδιωτικού τομέα,
-το μεγάλο ποσοστό φτώχειας και
-την ανεπάρκεια του θεσμικού πλαισίου και της δημόσιας διοίκησης

Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό για την οικονομία μας τα επόμενα χρόνια, ή και τις επόμενες δεκαετίες, είναι το περιοριστικό μακρο-οικονομικό περιβάλλον. Το μεγάλο δημόσιο χρέος και οι αδυναμίες του ασφαλιστικού συστήματος δημιουργούν ένα ασφυκτικό δημοσιονομικό περιβάλλον.

Η εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους απαιτεί μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα και αποτελεί μεγάλο βάρος για την οικονομία. Είναι γεγονός ότι πετύχαμε μια πρωτοφανή δημοσιονομική προσαρμογή. Το δημοσιονομικό έλλειμμα έχει τεθεί υπό έλεγχο και έχουμε οδηγηθεί σε μεγάλο πρωτογενές πλεόνασμα. Όμως, το πρωτογενές πλεόνασμα μπορεί να είναι εφήμερο και δεν θα είναι διατηρήσιμο αν δεν υπάρξει αποτελεσματικότερος έλεγχος των δαπανών, αν δεν ενισχυθούν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, αν δεν προχωρήσει η μεταρρύθμιση στην δημόσια διοίκηση και αν η οικονομία δεν επανέλθει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Η υπερφορολόγηση της οικονομίας και το υψηλό μη μισθολογικό κόστος φρενάρει τον ιδιωτικό τομέα. Χρειάζεται ένα διαφορετικό μείγμα δημοσιονομικής πολιτικής. Ο αποτελεσματικότερος έλεγχος των δαπανών θα επιτρέψει μείωση του φορολογικού βάρους και του μη μισθολογικού κόστους, με αποτέλεσμα ανταγωνιστικότερους φορολογικούς συντελεστές και μικρότερες ασφαλιστικές εισφορές.

Επίσης, παρά τις μεγάλες αλλαγές που έχουν γίνει στο ασφαλιστικό σύστημα, κυρίως στις ασφαλιστικές παραμέτρους, αλλά και στην διοίκηση του ασφαλιστικού συστήματος, η ασφαλιστική δαπάνη παραμένει υψηλή ως ποσοστό του ΑΕΠ. Επίσης, οι αλλαγές του 2016 αναιρούν την αναγκαία ανταποδοτικότητα του ασφαλιστικού συστήματος, ενθαρρύνουν τη μαύρη εργασία και την εισφοροδιαφυγή, και υπονομεύουν την βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.