Ο επόμενος πόλεμος του Ιράκ | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο επόμενος πόλεμος του Ιράκ

Οι αντίπαλες σιιτικές παρατάξεις ίσως να κατευθύνονται προς μια καταστροφή
Περίληψη: 

Η αποτυχία της ιρακινής κυβέρνησης να ανταποκριθεί στις βασικές ανάγκες ενός πληθυσμού με έντονο πρόβλημα φτώχειας και κουρασμένου από τον πόλεμο, να θεραπεύσει πολιτικά και κοινωνικά ρήγματα και να διαμορφώσει ένα κοινό εθνικό πλαίσιο που θα ενώσει την χώρα, θα μπορούσε σύντομα να ανοίξει το δρόμο για έναν ακόμα καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο.

Ο RANJ ALAALDIN είναι επισκέπτης συνεργάτης στο Brookings Doha Center.

Όταν το Ιράκ και η διεθνής κοινότητα απελευθέρωσαν τη Μοσούλη [1] πέρυσι, η ιρακινή κυβέρνηση δήλωσε τη νίκη: Η τριετής σύγκρουση κατά των τζιχαντιστών τρομοκρατών που είχαν καταλάβει μεγάλο μέρος του βορρά της χώρας, τελείωσε. Αλλά η δήλωση ήταν πρόωρη. Το ISIS εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρή απειλή [2], όχι μόνο λόγω της δικής του οξύνοιας ως αντάρτικο κίνημα, αλλά επειδή οι κυρίαρχες ελίτ του Ιράκ δεν κατάφεραν να αντιμετωπίσουν τις συνθήκες που ενεργοποίησαν το ISIS εξ αρχής. Η αποτυχία της να ανταποκριθεί στις βασικές ανάγκες ενός πληθυσμού με έντονο πρόβλημα φτώχειας και κουρασμένου από τον πόλεμο, να θεραπεύσει πολιτικά και κοινωνικά ρήγματα και να διαμορφώσει ένα κοινό εθνικό πλαίσιο που θα ενώσει την χώρα, θα μπορούσε σύντομα να ανοίξει το δρόμο για έναν ακόμα καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο, για τον έλεγχο του ιρακινού κράτους.

17092018-1.jpg

Ένας Ιρακινός διαδηλωτής χειρονομεί μπροστά στο πυρπολημένο ιρανικό προξενείο στην Βασόρα, στο Ιράκ, στις 7 Σεπτεμβρίου 2018. ESSAM AL SUDANI / REUTERS
----------------------------------------------------------------------------------

Μετά τις κοινοβουλευτικές εκλογές τον Μάιο του 2018, το Ιράκ υποτίθεται ότι θα γυρνούσε σελίδα σε ένα νέο, μετα-ISIS, ακόμη και μετα-σεχταριστικό κεφάλαιο, στο οποίο οι πολιτικοί θα θεράπευαν την πόλωση της χώρας, την ενδημική διαφθορά και την βίαιη αστάθεια. Ωστόσο, τα πράγματα χειροτερεύουν, δεν καλυτερεύουν, για το Ιράκ. Ο αποδυναμωμένος πρωθυπουργός του Ιράκ, Χαιντέρ αλ-Αμπαντί, ο οποίος ήρθε στην τρίτη θέση στις εκλογές, προώθησε μια σειρά από ελάσσονος σημασίας πρωτοβουλίες κατά της διαφθοράς, που δεν κατάφεραν να πείσουν τους Ιρακινούς που έγιναν ανυπόμονοι λόγω των αποσπασματικών, συμβολικών μεταρρυθμίσεων. Η διαφθορά μπορεί να πάρει χρόνια για να διορθωθεί, εξηγούν οι πολιτικοί του Ιράκ –πατρονάροντας έναν πληθυσμό που έχει ήδη περιμένει τις μεταρρυθμίσεις περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια.

Τις εκλογές ακολούθησαν μαζικές διαδηλώσεις σε ένα μεγάλο μέρος του νότιου Ιράκ, συμπεριλαμβανομένης της Βασόρας, όπου οι διαδηλωτές έκαψαν κτίρια επαρχιακών συμβουλίων και το ιρανικό προξενείο και εισέβαλαν σε γραφεία πολιτικών κομμάτων. Οι δυνάμεις ασφαλείας του Ιράκ και οι κυβερνητικά εγκεκριμένες σιιτικές πολιτοφυλακές ανταποκρίθηκαν με θανατηφόρα βία και παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Βασόρα κατέχει τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στο Ιράκ, αντιπροσωπεύει το 80% των εξαγωγών πετρελαίου της χώρας και παρέχει περισσότερα από 7 δισεκατομμύρια δολάρια το μήνα στα κυβερνητικά ταμεία. Θα έπρεπε να είναι η πλουσιότερη επαρχία του Ιράκ, αλλά είναι από τις φτωχότερες. Όπως και μεγάλο μέρος του Ιράκ, η πόλη στερείται καθαρού νερού, ηλεκτρικής ενέργειας και θέσεων εργασίας.

Ο συνδυασμός ενός απογοητευμένου πληθυσμού και μιας κυβέρνησης που στερείται τόσο αξιοπιστίας όσο και ικανότητας να την καταπραΰνει, δημιουργεί μια επικίνδυνη κατάσταση. Το Ιράκ έχει όλα τα θέματα μιας χώρας που είναι επιρρεπής σε υποτροπή συγκρούσεων και, αντί να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο, θα μπορούσε να βρεθεί σε ακόμα έναν εμφύλιο πόλεμο. Πέρα από την πολιτική και κοινωνική πόλωση, υποφέρει από την αδυσώπητη συσσώρευση όπλων και στρατιωτικών οργανώσεων, από την απουσία βιώσιμων θεσμών και από πολλαπλές εναλλακτικές Αρχές που υποκαθιστούν το ιρακινό κράτος. Πολλές περιοχές είναι πέρα από την επιρροή και τον έλεγχο της κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένου του κυρίως σιιτικού νότου, όπου η εξουσία κατανέμεται διάχυτα μεταξύ κομμάτων, πολιτοφυλακών, φυλών και κληρικών.

Από το 2003, η μεγάλης κλίμακας σύγκρουση στο Ιράκ ήταν μεταξύ των αραβικών σουνιτικών και των σιιτικών κοινοτήτων. Αλλά στην επόμενη φάση, οι συγκρούσεις στο Ιράκ πιθανότατα θα είναι μεταξύ των ισχυρών, πλούσιων σε πόρους και σκληραγωγημένων από τον πόλεμο Σιιτών που κυριαρχούν στην κυβέρνηση.

ΕΝΔΟΣΙΙΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΠΑΛΟΤΗΤΕΣ

Όταν το ISIS αναδύθηκε το 2014, κάλυψε ένα πολιτικό και ιδεολογικό κενό που εξακολουθεί να υπάρχει και σήμερα. Αξιοποίησε τα αισθήματα περιθωριοποίησης μεταξύ των Ιρακινών Σουνιτών, καθώς και την δυσαρέσκεια για την διαφθορά και την δυσλειτουργία της κυβέρνησης της Βαγδάτης. Αυτές οι βαθιά ριζωμένες δυσαρέσκεια είναι ακόμα παρούσες, αλλά οι Σουνίτες Άραβες είναι απίθανο να κινητοποιηθούν στο προσεχές μέλλον. Είναι πολύ πληγωμένοι, έχουν αιμορραγήσει και είναι κουρασμένοι ως αποτέλεσμα των αμέτρητων πολέμων εναντίον εχθρών εσωτερικών (ISIS, Αλ Κάιντα στο Ιράκ, μάχες μεταξύ φυλών) και εξωτερικών (οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι κυριαρχούμενες από Σιίτες ιρακινές ένοπλες δυνάμεις και οι σεχταριστικές σιιτικές πολιτοφυλακές).

Αντ’ αυτού, ο επόμενος πόλεμος του Ιράκ θα είναι πιθανώς ένας εμφύλιος πόλεμος μεταξύ Σιιτών Ισλαμιστών αντιπάλων. Αυτές οι ομάδες έχουν κυριαρχήσει στις ισχυρότερες κυβερνητικές θέσεις του Ιράκ και τα ιδρύματα ασφαλείας του από το 2003. Έχουν αναπτύξει ή συν-επιλέξει ομάδες πολιτοφυλακής για την εξασφάλιση σημαντικών κρατικών πόρων. Συλλογικά, οι σιιτικές πολιτοφυλακές είναι ισχυρότερες από τις ιρακινές ένοπλες δυνάμεις, οι οποίες κατέρρευσαν μπροστά στην επίθεση του ISIS το 2014.