Η αλήθεια και η Γερμανία… | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η αλήθεια και η Γερμανία…

Οι επιθέσεις στην Chemnitz και η κρίση της γερμανικής δημοκρατίας
Περίληψη: 

Η Γερμανία εισήλθε στην μετα-αληθινή Αίθουσα των Καθρεπτών. Τα στοιχήματα είναι ιδιαίτερα υψηλά, διότι αναδύεται μια βίαιη ακροδεξιά, σε μια χώρα που εξακολουθεί να προβληματίζεται από το ρατσιστικό και δολοφονικό παρελθόν της. Η υιοθέτηση ενός λόγου «εναλλακτικών γεγονότων» υποδηλώνει ότι η Γερμανία έχει απομακρυνθεί πολύ από τον ρόλο που έπαιξε κατά τις πρώτες ημέρες της προσφυγικής κρίσης, ως η εξαίρεση στον κανόνα της δυσαρέσκειας.

Ο GEORG DIEZ είναι συντάκτης του Der Spiegel και ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Das andere Land (Μια άλλη χώρα), σχετικά με τη μετατόπιση της γερμανικής πολιτικής και κοινωνίας προς την δεξιά.

Και αν δεν συνέβη ποτέ; Τότε, φυσικά, κανένας δεν θα κατηγορηθεί. Δεν θα υπάρχει καμία ευθύνη και δεν θα υπάρχουν συνέπειες. Το τέλος μιας κοινής αντίληψης για το τι συνέβη είναι με πολλούς τρόπους το τέλος της πολιτικής, διότι για να καθοριστούν τα προβλήματα και να υπάρχει επεξεργασία των λύσεων απαιτεί κοινό έδαφος. Η Γερμανία, όπως και οι Ηνωμένες Πολιτείες [1], εισήλθε στην μετα-αληθινή Αίθουσα των Καθρεπτών. Τα στοιχήματα είναι ιδιαίτερα υψηλά, διότι αναδύεται μια βίαιη ακροδεξιά [2], σε μια χώρα που εξακολουθεί να προβληματίζεται από το ρατσιστικό και δολοφονικό παρελθόν της [3]. Η υιοθέτηση ενός λόγου «εναλλακτικών γεγονότων» υποδηλώνει ότι η Γερμανία έχει απομακρυνθεί πολύ από τον ρόλο που έπαιξε κατά τις πρώτες ημέρες της προσφυγικής κρίσης, ως η εξαίρεση στον κανόνα της δυσαρέσκειας.

Πώς φτάσαμε ως εδώ; Στα τέλη Αυγούστου, μετά την δολοφονία ενός Γερμανού πολίτη από δύο φερόμενους ως πρόσφυγες, ένας δεξιός όχλος πολλών χιλιάδων ανθρώπων κατέβηκε στους δρόμους της ανατολικής πόλης Chemnitz, φωνάζοντας ρατσιστικά συνθήματα, απειλώντας και κυνηγώντας πρόσφυγες (ή μάλλον όποιον φαινόταν διαφορετικός), και μαχόμενος μια συγκλονισμένη και αριθμητικά μικρότερη τοπική αστυνομική δύναμη. Οι εικόνες γρήγορα εξαπλώθηκαν στα κοινωνικά μέσα. Ένα βίντεο έδειξε μια ομάδα από μερικούς άνδρες πρώτα να φωνάζουν και στην συνέχεια να κυνηγούν έναν άνθρωπο ο οποίος φαίνεται να διαφεύγει σε έναν πολυσύχναστο δρόμο, αποφεύγοντας πολλά αυτοκίνητα καθώς επιταχύνει παράλληλα με αυτά. Τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης χρησιμοποίησαν τον όρο Hetzjagd, που συνήθως αρμόζει στο κυνήγι των ζώων, για να περιγράψουν αυτή την σκηνή και άλλες που καταγράφηκαν κατά την διάρκεια των ταραχών. Η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ [4] χρησιμοποίησε επίσης αυτή την λέξη στην δημόσια δήλωσή της που καταδίκαζε την βία.

20092018-1.jpg

Ακροδεξιοί διαδηλωτές στην γερμανική πόλη Chemnitz, τον Σεπτέμβριο του 2018. HANNIBAL HANSCHKE / REUTERS
------------------------------------------------------------------------

Αλλά τότε συνέβη κάτι περίεργο. Όταν ο πρωθυπουργός του γερμανικού κρατιδίου της Σαξονίας, Michael Kretschmer, της συντηρητικής Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU), μερικές ημέρες αργότερα αναφέρθηκε στα γεγονότα στην Κέμνιτς στο τοπικό κοινοβούλιο, ισχυρίστηκε ότι «δεν υπήρχε όχλος, δεν υπήρχε κυνήγι, δεν υπήρχε πογκρόμ» -ερχόμενος σε ευθεία αντίθεση όχι μόνο με τη Μέρκελ, αλλά και σχεδόν με όλον τον Τύπο που είχε κάνει ρεπορτάζ για τα γεγονότα. Η βία, οι ρατσιστικοί χαρακτηρισμοί και οι άνθρωποι που έψαλλαν «θέλουμε να σκοτώσουμε», ήταν όλα καλά τεκμηριωμένα, όχι μόνο από αυτόπτες μάρτυρες αλλά και από βίντεο, όπως ήταν και οι σκηνές των ανθρώπων που απειλήθηκαν και κυνηγήθηκαν. Αλλά μετά από τις παρατηρήσεις του Kretschmer, ένας δημόσιος διάλογος σχετικά με την χρήση της λέξης Hetzjagd απέσπασε την προσοχή από τις συγκρούσεις στην Chemnitz και την εστίασε στον τρόπο με τον οποίο παράγονται οι ειδήσεις και, σύμφωνα με τους επικριτές του όρου, πολιτικοποιούνται.

Όπως και τα fake news («ψεύτικες ειδήσεις») στις Ηνωμένες Πολιτείες, η γερμανική λέξη Lügenpresse ή «ψευδόμενος Τύπος», αμφισβητεί το κύρος των μέσων ενημέρωσης [5] ως ενός δημοκρατικού θεσμού. Οι δεξιοί πολιτικοί και διαδηλωτές χρησιμοποιούν τον όρο για να δυσφημήσουν το έργο των δημοσιογράφων που καλύπτουν το πιο αμφιλεγόμενο θέμα από όλα -της μετανάστευσης και των προσφύγων- αλλά και κάθε άλλο θέμα που σχετίζεται με αυτό που η δεξιά αποκαλεί ως «σύστημα Merkel». Η προσέλκυση πρώην δημοφιλών προσωπικοτήτων σε αυτή την ρητορική είναι πιθανότατα πολιτική. Με το δεξιό κόμμα Alternative für Deutschland (AfD) να αναπνέει στον σβέρκο του (και να είναι πιο δημοφιλές κατά 4%, σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση), το κόμμα του Kretschmer, το CDU, στράφηκε προς τα δεξιά. Η Χριστιανική Κοινωνική Ένωση (CSU) της Βαυαρίας, διολισθαίνει επίσης από την συντηρητική προς την αντιδραστική πολιτική κάτω από το [βαρύ] σύννεφο των επικείμενων απωλειών προς τα δεξιά κόμματα στις επερχόμενες εκλογές. Ως εκ τούτου, ο Γερμανός υπουργός Εσωτερικών, Horst Seehofer, της CSU επέκρινε την κάλυψη των μέσων μαζικής ενημέρωσης για την Chemnitz και είπε ότι θα συμμετείχε και εκείνος στις διαμαρτυρίες, αν δεν είχε το πολιτικό του αξίωμα.

Αλλά η πιο ριζοσπαστική απόκλιση από το καθιερωμένο πρωτόκολλο προέκυψε από τον Hans-Georg Maassen, τον επικεφαλής του Ομοσπονδιακού Γραφείου Προστασίας του Συντάγματος της Γερμανίας, που είναι τμήμα των μυστικών υπηρεσιών. Ο Maassen εξ ορισμού δεν πρέπει να είναι πολιτική προσωπικότητα. Παρ’ όλα αυτά, σε μια εξαιρετικά ασυνήθιστη συνέντευξη στην λαϊκή εφημερίδα Bild, ο Maassen αντέκρουσε επιθετικά την κάλυψη των ταραχών στην Chemnitz από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Είπε ότι δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι το βίντεο που δείχνει ότι άνθρωποι κυνηγούν άλλους ανθρώπους είναι αυθεντικό, και συνέχισε να προτείνει ότι το βίντεο είχε φυτευτεί για να αποσπάσει την προσοχή από την δολοφονία ενός Γερμανού. Ο Maassen, ο οποίος νωρίτερα είχε αντιμετωπίσει επικρίσεις για υποτιθέμενους δεσμούς του με το δεξιό AfD, ούτε είχε συμβουλευτεί την υπηρεσία του ούτε είχε λάβει οποιεσδήποτε προνομιακές πληροφορίες σχετικά με την αυθεντικότητα του αμφισβητούμενου βίντεο. Ωστόσο, η ζημιά είχε γίνει. Η Γερμανία συζητούσε τον όρο Hetzjagd. Εν τω μεταξύ, ο Τύπος αποκάλυψε ότι οι νεοναζί στην Κέμνιτς είχαν επιτεθεί, μεταξύ άλλων τοποθεσιών, εναντίον ενός εβραϊκού εστιατορίου που ονομάζεται Schalom.