Πώς η Ρωσία και η Κίνα υπονομεύουν την δημοκρατία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς η Ρωσία και η Κίνα υπονομεύουν την δημοκρατία

Μπορεί η Δύση να αντιμετωπίσει την απειλή;

Η Κίνα και η Ρωσία αξιοποιούν επίσης την αυξανόμενη παλίρροια του εθνικισμού και την συζήτηση για την εθνική κυριαρχία, για να απεικονίσουν την Δυτική υποστήριξη στους δημοκρατικούς θεσμούς ως ξένη επιρροή που πρέπει να τύχει αντίστασης. Η Κίνα έχει εδώ και καιρό προσπαθήσει να πουλήσει αυτό το αφήγημα στη Νοτιοανατολική Ασία, ιδιαίτερα ανάμεσα σε κυβερνήσεις που κλίνουν προς τον αυταρχισμό σαν της Καμπότζης, όπως έχει κάνει και η Ρωσία στη Μέση Ανατολή. Σήμερα, μια τέτοια εκπομπή μηνυμάτων έχει αυξανόμενη απήχηση στην Ευρώπη, όπου η Μόσχα επιδιώκει να ενισχύσει τα αφηγήματα των αντιφιλελεύθερων λαϊκιστών και των αντι-ΕΕ δυνάμεων και να τους απεικονίσει ως πατριωτικούς υπερασπιστές της εθνικής κυριαρχίας. Η Ρωσία προληπτικά τροφοδότησε τα εθνικιστικά αισθήματα κατά της ένταξης στην ΕΕ, μεταξύ άλλων με παρέμβαση για την υποστήριξη του Brexit και της ανεξαρτησίας της Καταλανίας. Οι εκστρατείες αυτές προωθούν τους στόχους του Κρεμλίνου [οι οποίοι είναι] να μεγεθύνει τις ευρωπαϊκές διαιρέσεις και να κάνει την ΕΕ έναν λιγότερο συνεκτικό και καθοριστικό δρώντα.

Οι σημερινές μετατοπίσεις της γεωπολιτικής ισχύος είναι ένας δεύτερος παράγοντας που αυξάνει την ισχύ της απειλής που θέτουν η Ρωσία και η Κίνα στην δημοκρατία. Η ιστορία (και η έρευνα των πολιτικών επιστημόνων Carles Boix [3] και Seva Gunitsky [4]) δείχνει ότι όταν ο κόσμος καθοδηγείται από μια ή περισσότερες αυταρχικές δυνάμεις, περισσότερες χώρες γίνονται αυταρχικές. Για παράδειγμα, όταν η ισχύς της Σοβιετικής Ένωσης αυξήθηκε στην αρχή του Ψυχρού Πολέμου, ο αυταρχισμός εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο. Η ήττα του κομμουνισμού και ο θρίαμβος των Ηνωμένων Πολιτειών, αντίθετα, προκάλεσε την διεύρυνση των δημοκρατιών και τον περιορισμό του αριθμού των χωρών με αυταρχική διακυβέρνηση. Η μετατόπιση της γεωπολιτικής παλίρροιας σημαίνει ότι σήμερα, οι παράγοντες που έχουν αποδειχθεί ότι ενισχύουν την δημοκρατία λειτουργούν πλέον αντίστροφα, δημιουργώντας συνθήκες που ευνοούν περισσότερο την εξάπλωση της αυταρχικής διακυβέρνησης.

Η Κίνα και η Ρωσία έχουν από καιρό επιδιώξει μια σειρά άμεσων δράσεων για την προώθηση φιλικών δικτατοριών, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα αυτών των καθεστώτων. Πιο εμφανώς, χρησιμοποιούν δάνεια και επενδύσεις για να ενισχύσουν τις πολιορκούμενες αυταρχικές κυβερνήσεις, όπως έκανε η Ρωσία στην Βενεζουέλα και η Κίνα στην Καμπότζη. Προσφέρουν επίσης χωρίς όρους οικονομική βοήθεια και όπλα, αμβλύνοντας την Δυτική μόχλευση που πιέζει για μεταρρυθμίσεις υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου. Και προληπτικά μεταδίδουν τις στρατηγικές επιβίωσής τους στις κυβερνήσεις και τους ηγέτες που προσπαθούν να επιτύχουν εγχώριο έλεγχο. Αμφότερες οι χώρες είναι πεπεισμένες για την απειλή μιας υποστηριζόμενης από την Δύση επανάστασης και έχουν αντιδράσει όχι μόνο με την «διάχυση-μόνωση» [5] των δικών τους καθεστώτων αλλά και με το να πείσουν άλλες κυβερνήσεις για τους κινδύνους της Δυτικής δέσμευσης και με το να διδάσκουν βέλτιστες πρακτικές για τον έλεγχο των πολιτών τους ενάντια σε αυτές τις δημοκρατικές επιδρομές. Ειδικότερα, η Κίνα έχει γίνει εξαγωγέας παρακολουθήσεων και αστυνομικών τακτικών, με κινεζικές εταιρείες που πωλούν συστήματα αναγνώρισης προσώπου και εκπαιδεύουν αυταρχικές κυβερνήσεις για τον αποτελεσματικότερο έλεγχο της δραστηριότητας στην τηλεφωνία και το διαδίκτυο.

Οι γεωπολιτικές αλλαγές, ωστόσο, ενισχύουν αυτές τις άμεσες προσπάθειες, καθώς η Ρωσία και η Κίνα εμπλέκονται με ένα ευρύτερο φάσμα κρατών. Η αυξανόμενη ισχύς της Κίνας και η θεληματικότητα της Ρωσίας σημαίνουν ότι επεκτείνουν τα εμπορικά και πατροναριστικά δίκτυά τους σε πολλά κράτη ταυτόχρονα -όπως έκαναν οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά τον Ψυχρό Πόλεμο- δημιουργώντας μεγαλύτερες ευκαιρίες για να ενθαρρύνουν τις αυταρχικές τάσεις. Όμως, πέρα από την στήριξη ομοϊδεατών αυταρχικών, ο διεθνής ακτιβισμός της Ρωσίας και της Κίνας μπορεί επίσης να λειτουργήσει για να αποδυναμώσει τις δημοκρατίες. Η έρευνα δείχνει [6] ότι οι εκτεταμένοι δεσμοί με την Δύση (μέσω της βοήθειας, του εμπορίου και των κοινωνικών δικτύων) ενθάρρυναν την δημοκρατία και την εδραίωσή της μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Οι αυξανόμενοι δεσμοί της Ρωσίας και ιδιαίτερα της Κίνας αυξάνουν τώρα τον κίνδυνο μιας αυξανόμενης παγκόσμιας παλίρροιας αυταρχισμού.

Οι μεταβολές στην γεωπολιτική σημαίνουν επίσης ότι η Ρωσία και η Κίνα δεν χρειάζεται να εμπλακούν εκουσίως στην προώθηση του αυταρχισμού για να αποδυναμώσουν την δημοκρατία. Ακόμα και χωρίς μια εσκεμμένη στρατηγική για την εξαγωγή των δικών τους μοντέλων διακυβέρνησης, η άνοδος της Κίνας και η θεληματικότητα της Ρωσίας στέλνουν ένα ισχυρό μήνυμα σε άλλους ηγέτες σχετικά με την επιτυχία των μοντέλων τους και μεταβάλλουν τις αντιλήψεις για το τι συνιστά νομιμοποιημένο καθεστώς. Ο Πούτιν έχει προσφέρει ένα μοντέλο διακυβέρνησης που άλλοι επιδιώκουν να μιμηθούν. Ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν, και ο Τούρκος πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, για παράδειγμα, φαίνεται να θαυμάζουν τις τακτικές του Πούτιν και να έχουν υιοθετήσει στοιχεία του ρεπερτορίου του για να ενισχύσουν τον έλεγχό τους. Καθώς ο Xi έχει εδραιώσει την προσωπική του δύναμη, το κινεζικό σύστημα μοιάζει περισσότερο με το ρωσικό. Παρόλο που υπάρχουν σημαντικές διαφορές, ο Σι και ο Πούτιν στέλνουν μαζί ένα ισχυρό μήνυμα τους ηγέτες που παρακολουθούν [τα συμβάντα] για την επιτυχία και την ελκυστικότητα της διακυβέρνησης από έναν ισχυρό άνδρα.

ΕΝΙΣΧΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ

Για πολύ καιρό, οι Δυτικοί ηγέτες έχουν υποθέσει ότι η βαθιά δυσπιστία και ο ανταγωνισμός θα βάλουν μια σφήνα μεταξύ Ρωσίας και Κίνας. Αλλά αυτή η πρόβλεψη δεν έχει επιβεβαιωθεί. Αντ’ αυτού, οι στρατηγικές των χωρών έχουν ενισχυθεί αμοιβαία με ισχυρούς, αν και ίσως ακούσιους, τρόπους. Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ρωσία και η Κίνα ενισχύουν τις αυταρχικές τάσεις σε όλο τον κόσμο, διευκολύνοντας την απομάκρυνση των ηγετών από την δημοκρατία και κάνοντας πιο εύκολο στους υπάρχοντες αυταρχικούς να παραμείνουν στην εξουσία.