Η Λατινική Αμερική αντιμετωπίζει μια προσφυγική κρίση | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η Λατινική Αμερική αντιμετωπίζει μια προσφυγική κρίση

Γιατί έχει σημασία να αποκαλούμε τους Βενεζουελάνους πρόσφυγες, όχι μετανάστες
Περίληψη: 

Για τους Βενεζουελάνους χωρίς έγγραφα, η ένταξή τους στην χώρα υποδοχής θα είναι μια ανηφορική μάχη. Υπάρχει όμως ένας τρόπος για να παρακαμφθεί αυτός ο περιορισμός: Να αναγνωριστούν και να γίνουν δεκτοί οι διαφεύγοντες Βενεζουελάνοι ως πρόσφυγες, πράγμα που σημαίνει ότι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Βενεζουέλα.

Ο DANY BAHAR είναι υπότροφος David M. Rubenstein στο Ινστιτούτο Brookings και συνεργάτης στο Κέντρο για την Διεθνή Ανάπτυξη στο Harvard.

Φανταστείτε τον μισθό σας και τις οικονομίες μιας ζωής να εξανεμίζονται από τον υπερπληθωρισμό [1]. Στο τοπικό κατάστημα να λείπουν πολλά βασικά προϊόντα διατροφής και το φαρμακείο να μην διαθέτει το απόθεμα των φαρμάκων που χρειάζεστε σε καθημερινή ή εβδομαδιαία βάση. Το μόνο νοσοκομείο της πόλης να μην είναι λειτουργικό, επειδή δεν διαθέτει βασικά ιατρικά εφόδια και δεν έχει ούτε καν τρεχούμενο νερό, και τα σχολεία να είναι κλειστά λόγω έλλειψης ηλεκτρικού ρεύματος. Αφήνετε τη γενέτειρά σας και ταξιδεύετε πάνω από 2.000 μίλια με τα πόδια στην πρωτεύουσα μιας γειτονικής χώρας, απολύτως αβέβαιοι για το τι σας επιφυλάσσει το μέλλον. Όταν φτάσετε, σας υποδέχεται μια ξενοφοβική ομιλία από έναν τοπικό πολιτικό, ο οποίος σας κατηγορεί ότι κλέβετε θέσεις εργασίας από τους ντόπιους και ότι διαπράττετε εγκλήματα.

Το σενάριο αυτό έγινε εντελώς σύνηθες για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες στην Λατινική Αμερική, όπου 2,6 εκατομμύρια Βενεζουελάνοι [2], η συντριπτική τους πλειοψηφία από το 2015, έχουν ξεχυθεί σε γειτονικές χώρες όπως η Βραζιλία, η Χιλή, η Κολομβία και το Περού καθώς οι συνθήκες στην χώρα τους έχουν γίνει αφόρητες.

30102018-1.jpg

Βενεζουελάνοι πρόσφυγες μεταφέρουν τα υπάρχοντά τους στα σύνορα του ποταμού Tachira μεταξύ Κολομβίας και Βενεζουέλας, τον Αύγουστο του 2015. JOSE GOMEZ / REUTERS
-----------------------------------------------------------------

Οι περισσότερες κυβερνήσεις –με κυρίαρχο το παράδειγμα της Κολομβίας- καλωσόρισαν τους Βενεζουελάνους με ανοιχτές αγκάλες, σπεύδοντας να τους βοηθήσουν να ενταχθούν στην τοπική οικονομία και ξεκινώντας εκστρατείες για την καταπολέμηση της ξενοφοβίας. Ωστόσο, σε ορισμένες χώρες -το Περού και η Βραζιλία, για παράδειγμα- οι ντόπιοι πληθυσμοί και οι λαϊκιστές πολιτικοί έχουν τροφοδοτήσει τον φόβο και την προκατάληψη. Αυτό το καλοκαίρι, ταραχοποιοί στην πόλη Boa Vista, στα σύνορα της Βραζιλίας με την Βενεζουέλα, φώναζαν: «Έξω, έξω, έξω! Πηγαίνετε πίσω στην Βενεζουέλα!» καθώς προσπαθούσαν να κλείσουν τον δρόμο που χιλιάδες Βενεζουελάνοι χρησιμοποίησαν για να περάσουν στην Βραζιλία. Αντιδρώντας στις ειδήσεις για μια βίαιη ληστεία που διαπράχθηκε από μια μικρή χούφτα Βενεζουελάνων, Βραζιλιάνοι ταραχοποιοί πυρπόλησαν τα υπάρχοντα εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών και προσφύγων, αναγκάζοντας πολλούς από αυτούς να γυρίσουν πίσω.

Τέτοιες ιστορίες αντίστασης και εχθρότητας προς τους μετανάστες έχουν γίνει συνήθεις σε όλο τον κόσμο. Η άφιξη εκατομμυρίων Σύρων στην Ευρώπη από το 2011 έχει προκαλέσει λαϊκίστικη δυσαρέσκεια που τροφοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από τις γλωσσικές, πολιτιστικές και θρησκευτικές διαφορές. Ωστόσο, η λατινοαμερικανική ξενοφοβία έναντι των μεταναστών της Βενεζουέλας δεν μπορεί να εξηγηθεί με τους ίδιους όρους. Η Λατινική Αμερική είναι αναμφισβήτητα η πιο πολιτιστικά ολοκληρωμένη περιοχή στον κόσμο. Οι Βενεζουελάνοι μοιράζονται σε μεγάλο βαθμό την γλώσσα, την θρησκεία, τις γιορτές και τις παραδόσεις των φιλοξενουμένων τους. Τι, λοιπόν, καθοδηγεί την ξενοφοβία απέναντι στους Βενεζουελάνους μετανάστες και πρόσφυγες;

Λαϊκιστές πολιτικοί όπως ο Ricardo Belmont, πρώην υποψήφιος για δήμαρχος της Λίμα, στο Περού, προκαλούν οικονομικές ανησυχίες, διασπείροντας φόβους ότι οι νέες αφίξεις θα απειλήσουν τα μέσα διαβίωσης των ντόπιων. Υπάρχει μικρή βάση για τέτοιους ισχυρισμούς: Η έρευνα δείχνει ότι όταν τους επιτρέπεται να εργάζονται, οι μετανάστες συνήθως βοηθούν τις τοπικές οικονομίες αντί να τις βλάπτουν.

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑΣ

Τα στοιχεία από διάφορες χώρες δείχνουν [3] ότι η είσοδος νέων μεταναστών στο εργατικό δυναμικό συνήθως δεν εκτοπίζει τους ντόπιους από θέσεις εργασίας ούτε βλάπτει τους μισθούς τους, εκτός από μερικές φορές ελάχιστα και προσωρινά. Στην πραγματικότητα, οι μετανάστες τείνουν να είναι πιο επιχειρηματικοί [4] από τους ντόπιους, επειδή η πράξη της μετανάστευσης είναι πιο συνηθισμένη μεταξύ των «ατόμων που αναλαμβάνουν ρίσκα», του ίδιου τύπου ανθρώπων που είναι πιθανό να δημιουργήσουν επιχειρήσεις. Οι επιχειρήσεις που ξεκινούν από τους μετανάστες δημιουργούν με την σειρά τους θέσεις εργασίας, πολλές από τις οποίες πηγαίνουν στους ντόπιους. Μελέτες στην Ιταλία [5], το Ηνωμένο Βασίλειο [6] και τη Μαλαισία [7] δείχνουν επίσης ότι όταν οι μετανάστες είναι σε θέση να εργαστούν, είναι πολύ λιγότερο πιθανό να συμμετάσχουν σε εγκληματική δραστηριότητα.

Μια χώρα της Λατινικής Αμερικής παρέχει ένα εξαιρετικό παράδειγμα πολιτικών μετανάστευσης ανοιχτών θυρών, που ωφέλησαν τόσο τους μετανάστες όσο και την χώρα υποδοχής: Την Βενεζουέλα. Το 1945, όταν ο Eduardo Mendoza Goiticoa -παππούς του εξέχοντος ηγέτη της αντιπολίτευσης και πολιτικού κρατούμενου Leopoldo López- διορίστηκε υπουργός Γεωργίας από τον πρόεδρο Rómulo Betancourt, ανέλαβε επίσης την ηγεσία στην προώθηση της μετανάστευσης για να βοηθήσει στην τόνωση της οικονομίας. Στην πραγματικότητα, υπό την ηγεσία του, η Βενεζουέλα ήταν από τις πρώτες χώρες που αγκάλιασαν επίσημα την δημιουργία του Διεθνούς Οργανισμού Προσφύγων (τον πρόδρομο του Γραφείου της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες) για να βοηθήσουν τους Ευρωπαίους που αναζητούσαν νέα σπίτια μετά την καταστροφή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Κατά την διάρκεια εκείνης της περιόδου, η Βενεζουέλα υποδέχτηκε δεκάδες χιλιάδες Ευρωπαίους πρόσφυγες.