Η επικίνδυνη αναμέτρηση της Ιταλίας με την Ευρώπη για τον προϋπολογισμό | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η επικίνδυνη αναμέτρηση της Ιταλίας με την Ευρώπη για τον προϋπολογισμό

Οι Βρυξέλλες και η Ρώμη παίζουν ένα Παίγνιο του Δειλού
Περίληψη: 

Ο Σαλβίνι και ο Di Maio γρήγορα απέρριψαν την γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον ιταλικό προϋπολογισμό ως προσβολή προς τον ιταλικό λαό και την ιταλική δημοκρατία. Όσον αφορά την απειλή κυρώσεων, όπως πρότεινε ο Σαλβίνι, η EC μπορεί να απαιτήσει όσα χρήματα θέλει, αλλά δεν μπορεί να έρθει στην Ιταλία και να τα πάρει.

Ο ERIK JONES είναι διευθυντής Ευρωπαϊκών και Ευρασιατικών Σπουδών στο Johns Hopkins και ανώτερος ερευνητικός συνεργάτης στο Nuffield College της Οξφόρδης. Είναι ο συντάκτης, με τον Gianfranco Pasquino, του The Oxford Handbook of Italian Politics (Oxford University Press, 2015).

Στα τέλη Οκτωβρίου, η λαϊκιστική κυβέρνηση της Ιταλίας είχε τελικά την αναμέτρησή της με τις Βρυξέλλες [1]. Τον Σεπτέμβριο, οι ισχυροί αναπληρωτές πρωθυπουργοί της Ιταλίας [2], ο ηγέτης της Lega, Matteo Salvini, και ο αρχηγός του Κινήματος των Πέντε Αστέρων, Luigi Di Maio, συμφώνησαν σε σχέδιο προϋπολογισμού που απαιτεί φορολογικές ελαφρύνσεις και ένα ελάχιστο εισόδημα για τους ανέργους, αμφότερα των οποίων θα αυξήσουν τα ελλείμματα της Ιταλίας σε μια εποχή που οι Βρυξέλλες πιέζουν την Ρώμη να μειώσει το χρέος της. Αντ’ αυτού, τώρα, οι Salvini και Di Maio αναμένουν από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα να κάνουν παραχωρήσεις. Είναι δύσκολο να μην φανταστεί κανείς ότι αυτό ήταν το σχέδιό τους εξ’ αρχής.

Οι Salvini και Di Maio γνωρίζουν ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί θα πρέπει να αντιδράσουν σε κάθε προσπάθεια παραβίασης των κανόνων για τον συντονισμό των μακροοικονομικών πολιτικών μεταξύ των χωρών -και συγκεκριμένα εκείνων των κανόνων που αναγκάζουν την Ιταλία να χαλιναγωγήσει τα χρέη και τα ελλείμματά της. Με την σειρά του, ο Salvini και ο Di Maio σχεδιάζουν να υποστηρίξουν ότι οι Βρυξέλλες τους εμποδίζουν να εκπληρώσουν την δημοκρατική εντολή τους [3].

04112018-1.jpg

Ο Luigi di Maio, ο Matteo Salvini, και ο Giuseppe Conte μετά από μια συνέντευξη Τύπου στην Ρώμη, τον Οκτώβριο του 2018. REMO CASILLI / REUTERS
-------------------------------------------------------------------

Αυτό το είδος του καλέσματος στα όπλα θα παιχτεί καλά κατά την πορεία προς τις ευρωεκλογές του Μαΐου του 2019. Ο κίνδυνος είναι ότι θα παιχτεί άσχημα στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Αν οι συμμετέχοντες στην αγορά αρχίσουν να ανησυχούν ότι το δημόσιο χρέος της Ιταλίας θα αρχίσει να αυξάνεται και πάλι, θα γίνουν λιγότερο πρόθυμοι να δανείσουν στην ιταλική κυβέρνηση και κάθε Ιταλός θα το βρει ακριβότερο να δανειστεί. Αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει μια αυτοεκπληρούμενη δυναμική που θα οδηγήσει την Ιταλία πίσω στην κρίση, ιδιαίτερα εάν οι κυβερνητικές πολιτικές υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη στις τράπεζες της χώρας. Ως εκ τούτου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (EC) πρέπει να επιδιώξει την επιβολή των κανόνων -όχι μόνο για το δικό τους συμφέρον, αλλά και για να διαφυλάξει την ευρωπαϊκή οικονομία στο σύνολό της.

ΤΟ ΙΤΑΛΙΚΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Η αναμέτρηση μεταξύ Βρυξελλών και Ρώμης άρχισε στα σοβαρά στις 18 Οκτωβρίου, όταν οι Ευρωπαίοι Επίτροποι Valdis Dombrovskis και Pierre Moscovici απέστειλαν στην ιταλική κυβέρνηση ένα έντονα διατυπωμένο σημείωμα [4] καταδεικνύοντας την «σοβαρή ανησυχία» τους για την «σημαντική απόκλιση» από τις προηγούμενες ιταλικές δεσμεύσεις για μείωση του χρέους και των ελλειμμάτων. Συνήθως, μια τέτοια επιστολή θα προκαλούσε την έναρξη διαπραγματεύσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (EC) και της εν λόγω εθνικής κυβέρνησης. Αντ’ αυτού, ο Ιταλός υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, Giovanni Tria, απάντησε [5] στις 22 Οκτωβρίου ότι αν και ο προϋπολογισμός της Ιταλίας είναι «εκτός των κανόνων» για τον συντονισμό της ευρωπαϊκής πολιτικής, η ιταλική κυβέρνηση δεν πιστεύει ότι η πρότασή της συνιστά οικονομικό κίνδυνο. Για να είμαστε δίκαιοι, ο Τρία αρχικά ήθελε να ακολουθήσει την συνήθη πορεία διαπραγμάτευσης για παραχωρήσεις. Αλλά ο Salvini και ο Di Maio δεν θα ήθελαν τίποτε από αυτά.

Την επόμενη ημέρα, η EC δημοσίευσε την επίσημη γνώμη της [6], δηλώνοντας ότι ο ιταλικός προϋπολογισμός βρίσκεται σε «ιδιαίτερα σοβαρή μη συμμόρφωση» με τις υποχρεώσεις της Ιταλίας στην ΕΕ και ζητώντας από την Ιταλία να υποβάλει αναθεωρημένο προϋπολογισμό εντός τριών εβδομάδων. Η επιτροπή επαναλάμβανε τις κωδικές λέξεις «σημαντική απόκλιση», που δείχνουν προς επιταχυνόμενες πειθαρχικές διαδικασίες [7]. (Οι συνήθεις διαδικασίες για την αποτροπή των «υπερβολικών ελλειμμάτων» είναι χρονοβόρες˙ οι ειδικές διαδικασίες για την επιβολή κυρώσεων για «σημαντικές αποκλίσεις» είναι ταχύτερες). Οι διαδικασίες αυτές θα μπορούσαν, ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο θα ερμηνευθούν, να οδηγήσουν την EC να απαιτήσει από την ιταλική κυβέρνηση να τοποθετήσει ένα ποσό ίσο με το 0,2% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος της Ιταλίας -ή περίπου 4,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων- σε έναν μη τοκοφόρο λογαριασμό, τον οποίο η ιταλική κυβέρνηση θα στερηθεί αν συνεχίσει να επιμένει. Στην πραγματικότητα, η EC απείλησε με την επιβολή κυρώσεων.

Ο Σαλβίνι και ο Di Maio γρήγορα απέρριψαν την γνώμη της EC ως προσβολή προς τον ιταλικό λαό και την ιταλική δημοκρατία. Όσον αφορά την απειλή κυρώσεων, όπως πρότεινε ο Σαλβίνι, η EC μπορεί να απαιτήσει όσα χρήματα θέλει, αλλά δεν μπορεί να έρθει στην Ιταλία και να τα πάρει.

ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ ΜΕ ΑΙΤΙΑ

Ο Σαλβίνι έχει ένα δίκιο. Η επιβολή δεν αποτελεί ισχυρό χαρτί στον συντονισμό της ευρωπαϊκής μακροοικονομικής πολιτικής. Οι πειθαρχικές διαδικασίες της ΕΕ υπάρχουν για να διασφαλιστεί ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται εγκαίρως και σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις των χωρών. Σχεδιάστηκαν έτσι ώστε να εμποδίζουν τις διαπραγματεύσεις να σέρνονται για πολύ καιρό, όχι για να τιμωρούν την απλή μη συμμόρφωση. Υπό αυτή την έννοια, η απειλή των κυρώσεων ήταν πάντα μια χάρτινη τίγρης -μια δικαιολογία που οι εθνικοί πολιτικοί μπορούν να χρησιμοποιήσουν για να εξηγήσουν στο εγχώριο ακροατήριό τους το γιατί κάνουν παραχωρήσεις στην Ευρώπη.

Υπήρξαν φορές, φυσικά, που οι εθνικοί πολιτικοί απέρριψαν εντελώς τις ευρωπαϊκές συστάσεις για τους εθνικούς προϋπολογισμούς τους. Η ιρλανδική κυβέρνηση το έπραξε το 2001˙ η γαλλική και η γερμανική κυβέρνηση ακολούθησαν δύο χρόνια αργότερα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η EC έκανε περισσότερο ή λιγότερο τα «στραβά μάτια». Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η απειλή των κυρώσεων είναι πλέον πιο εμφανής˙ είναι επίσης γιατί οι διαδικασίες κινούνται πιο γρήγορα από ό, τι στο παρελθόν.