Μετά την αξιοπιστία... | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μετά την αξιοπιστία...

Η αμερικανική εξωτερική πολιτική στην εποχή του Τραμπ
Περίληψη: 

Με την φήμη του Trump υπονομευμένη, το κόστος της αποτροπής, του εξαναγκασμού και των διαβεβαιώσεων των ΗΠΑ αυξήθηκε, μαζί με την πιθανότητα εσφαλμένου υπολογισμού και ακούσιας κλιμάκωσης. Ο Trump μπορεί να πιστεύει ότι μια προβλέψιμη και αξιόπιστη εξωτερική πολιτική αποτελεί ένδειξη αδυναμίας. Κάνει λάθος.

Η KEREN YARHI-MILO είναι επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικής και Διεθνών Υποθέσεων το Πανεπιστήμιο Princeton και η συγγραφέας του επερχόμενου βιβλίου με τίτλο Who Fights for Reputation? The Psychology of Leaders in International Conflict.

«Πιστέψτε με». Ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump χρησιμοποίησε την φράση αυτή αμέτρητες φορές [1], είτε μιλούσε για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας («Ξέρω περισσότερα για το ISIS από όσα οι στρατηγοί. Πιστέψτε με»), είτε για το χτίσιμο ενός τείχους κατά μήκος των συνόρων ΗΠΑ-Μεξικού («Πιστέψτε με, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πρόκειται να έχουμε αυτό το τείχος»), είτε για την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν («Πιστέψτε με. Ω, πιστέψτε με ... Είναι μια κακή συμφωνία»).

Ο Trump θέλει να παίρνουν τον λόγο του στα σοβαρά. Ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν σταθερά ότι ανάμεσα στα δύο τρίτα και τα τρία τέταρτα των Αμερικανών δεν τον βρίσκουν αξιόπιστο [2]. Η παγκόσμια εικόνα δεν είναι καλύτερη. Οι περισσότεροι πολίτες των παραδοσιακών συμμάχων των ΗΠΑ [3], όπως η Αυστραλία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιαπωνία, η Ιορδανία, το Μεξικό, η Νότια Κορέα και το Ηνωμένο Βασίλειο, δηλώνουν ότι δεν έχουν εμπιστοσύνη στον πρόεδρο των ΗΠΑ.

09112018-1.jpg

Ο Τραμπ επιβιβάζεται στο Air Force One, τον Νοέμβριο του 2017. JONATHAN ERNST / REUTERS
----------------------------------------------------------------------

Με άλλα λόγια, ο Trump υποφέρει από ένα χάσμα αξιοπιστίας. Αυτό, ίσως, δεν είναι έκπληξη. Σύμφωνα με τους New York Times [4], ο Trump έλεγε κάτι αναληθές κάθε ημέρα μέσα στις πρώτες 40 ημέρες της προεδρίας του. Οι ενέργειές του μιλούν ακόμα πιο δυνατά. Ο Trump έχει αμφιβολίες για ορισμένες από τις παλαιότερες και πιο σημαντικές δεσμεύσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως η υποστήριξή τους στο NATO -μια συμμαχία που ο Trump χαρακτήρισε ως «παρωχημένη» τον Ιανουάριο, πριν την κηρύξει «όχι πια παρωχημένη» τον Απρίλιο. Έχει αλλάξει πολιτικές θέσεις, υπονόμευσε δημοσίως τις προσπάθειες μελών της δικής του διοίκησης και έκανε πίσω σε διπλωματικές συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένων της Συμφωνίας του Παρισιού για το Κλίμα και της πυρηνικής συμφωνίας με το Ιράν.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έλκουν την αξιοπιστία τους [5] μόνο από τα λόγια της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά η συμπεριφορά του Trump φέρνει συνέπειες. Καθώς ο πρόεδρος υπονομεύει την αξιοπιστία του έθνους στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, οι σύμμαχοι θα διστάζουν να εμπιστευτούν τις αμερικανικές υποσχέσεις και οι απειλές των ΗΠΑ θα χάνουν κάποια από την ισχύ τους. Το ρίσκο για έναν θανατηφόρα εσφαλμένο υπολογισμό θα αυξηθεί. Και για να καταδείξουν την αποφασιστικότητά τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες ίσως χρειαστούν να κάνουν πιο δαπανηρές και ακραίες ενέργειες. Άλλες πηγές αξιοπιστίας, όπως η αμερικανική στρατιωτική ικανότητα και η γενική πίστη στα θεσμικά όργανα των ΗΠΑ, μπορεί να μετριάσουν μερικές από τις ζημιές που προκάλεσε ο Trump. Αλλά δεν υπάρχει υποκατάστατο για έναν πρόεδρο του οποίου τα λόγια εξακολουθούν να έχουν σημασία.

Η ΦΗΜΗ ΣΟΥ ΠΡΟΗΓΕΙΤΑΙ ΕΣΟΥ

Ο νικητής του βραβείου Νόμπελ και πυρηνικός στρατηγιστής Thomas Schelling [6] έγραψε κάποτε ότι «το "πρόσωπο" είναι ένα από τα λίγα πράγματα για τα οποία αξίζει να αγωνιζόμαστε». Για μεγάλο μέρος του εικοστού αιώνα, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πίστευαν ότι η αξιοπιστία τους ήταν απαραίτητη για να κάνουν τις απειλές πιστευτές και για να διαβεβαιώνουν συμμάχους και αντιπάλους ομοίως ότι μπορούν να εμπιστεύονται τις δεσμεύσεις των ΗΠΑ. Στην δεκαετία του 1950, για παράδειγμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπήκαν στον κορεατικό πόλεμο εν μέρει για να επιδείξουν την αποφασιστικότητά τους να αντισταθούν ενεργά στην Σοβιετική Ένωση. Μια παρόμοια ανησυχία για την φήμη κράτησε τα στρατεύματα των ΗΠΑ στο Βιετνάμ πολύ καιρό αφότου οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες χάνουν τον πόλεμο. Στην εποχή μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, οι περισσότεροι Αμερικανοί ηγέτες θεωρούσαν την αξιοπιστία απαραίτητη για το έργο της διατήρησης του συστήματος συμμαχιών των ΗΠΑ και της μεταπολεμικής φιλελεύθερης τάξης. Μια τέτοια σκέψη έπαιξε ρόλο στις παρεμβάσεις των ΗΠΑ στην Αϊτή, το Κοσσυφοπέδιο και το Ιράκ. Η λογική αυτών των παρεμβάσεων ποικίλλει, όπως και τα αποτελέσματά τους, αλλά σε κάθε περίπτωση οι ηγέτες υποστήριζαν τα λόγια τους με δράση.

Στην διεθνή πολιτική, η αξιοπιστία ενός δρώντος συνδέεται με την φήμη του, ένα χαρακτηριστικό που οι πολιτικοί επιστήμονες γενικά χωρίζουν σε δύο είδη. Αυτό που ο Robert Jervis [7] αποκαλεί «σηματοδότηση φήμης» (signaling reputation) αναφέρεται στο ιστορικό ενός δρώντος να εκτελεί απειλές ή να εκπληρώνει υποσχέσεις. Η «γενική φήμη» (general reputation), από την άλλη πλευρά, αναφέρεται σε ένα ευρύτερο φάσμα χαρακτηριστικών, όπως το αν ένας δρων είναι συνεργάσιμος ή ειλικρινής. Αυτές οι δύο μορφές φήμης μπορούν να επηρεάσουν η μία την άλλη: Για παράδειγμα, η παρατεταμένη βλάβη στην σηματοδότηση φήμης ενός κράτους μπορεί να διαβρώσει την γενική φήμη σχετικά με την αξιοπιστία του. Ωστόσο, η γενική φήμη μιας χώρας μπορεί επίσης να είναι ξεχωριστή. Πριν από τον κορεατικό πόλεμο, για παράδειγμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν δεσμευτεί συγκεκριμένα στη Νότια Κορέα. Επομένως, η επιλογή του να παρέμβουν δεν επηρέασε την φήμη των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά ίσως συνέβαλε σε μια γενική φήμη για αποφασιστικότητα.