Δεν υπάρχει μεγάλη συμφωνία με την Κίνα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Δεν υπάρχει μεγάλη συμφωνία με την Κίνα

Γιατί ο Trump και ο Xi δεν μπορούν να συναντηθούν στη μέση του δρόμου

Οι ιστορικοί θα συζητήσουν για ποιον λόγο ο Xi χειρίστηκε τόσο άσχημα την αμερικανο-κινεζική σχέση, βρίσκοντας πιθανόν έναν συνδυασμό ιδεολογίας, της βεβαιότητας περί μιας παρακμάζουσας χώρας, και εσωτερικών αναγκών που δεν είχαν καμία σχέση με την εξωτερική πολιτική. Ανεξάρτητα από αυτά, η ιστορία είναι πλέον σαφής ότι ο Xi, είτε σκόπιμα είτε όχι, προσπέρασε αποφασιστικά την καλύτερη και τελευταία ευκαιρία της Κίνας να αποτρέψει την αντιπαλότητα με την Ουάσινγκτον.

Όταν ο Xi ανέλαβε την προεδρία της Κίνας το 2013, η κυβέρνηση του Αμερικανού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα ήταν πρόθυμη να δοκιμάσει την πρόταση ότι ο Xi ήταν ταυτόχρονα μεταρρυθμιστής και κάποιος με τον οποίο μπορούσαν να συνεργαστούν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Οι ηγέτες σήκωσαν τα μανίκια τους στο Sunnylands τον Ιούνιο του 2013 για να αρχίσουν να χαράζουν μια μελλοντική πορεία για αυτό στο οποίο αμφότερες οι πλευρές αναφέρονταν ως η σημαντικότερη διμερής σχέση στον κόσμο. Με τις εντάσεις να σιγοβράζουν μεταξύ των δυνάμεων, αυτό ήταν ένα δυνητικά κρίσιμο σημείο καμπής.

Κατά την σύνοδο της Τρίτης Ολομέλειας του Κομμουνιστικού Κόμματος αργότερα εκείνη την χρονιά, ο Xi είπε όλα τα σωστά πράγματα για να οδηγήσει την Κίνα περαιτέρω προς την πορεία της μεταρρύθμισης, συμπεριλαμβανομένου του να αφήσει την αγορά να διαδραματίσει «καθοριστικό ρόλο» [7] στην οικονομία. Με την σειρά του, ο Ομπάμα εξέφρασε την ικανοποίησή του για την αυξανόμενη ισχύ της Κίνας, την θεώρησε ως [κάτι] φυσικό και δικαιολογημένο, και τελικά είδε το Πεκίνο ως εταίρο σε θέματα όπως η κλιματική αλλαγή και η μη διάδοση των πυρηνικών. Μέλη του υπουργικού συμβουλίου του Ομπάμα δήλωσαν επανειλημμένα ότι η συνεργασία μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας ήταν απαραίτητη για την αντιμετώπιση των πιο πιεστικών προβλημάτων του πλανήτη, με τον ίδιο τον Ομπάμα να καθιστά σαφές [8] ότι σκεπτόταν πως μια ισχυρή Κίνα είναι προτιμότερη από μια αδύναμη.

Ο Ομπάμα όντως αντέδρασε στην Κίνα, για παράδειγμα υπογραμμίζοντας τις δεσμεύσεις των ΗΠΑ προς την Ιαπωνία και τις Φιλιππίνες για να αποτρέψει την επιθετικότητα της Κίνας στην θαλάσσια περιφέρειά της. Αλλά το έπραξε πολύ επιλεκτικά και περιστασιακά, και ποτέ με τρόπους που απειλούσαν να υπονομεύσουν τα βασικά συμφέροντα της Κίνας ή την διμερή σχέση. Προς το τέλος της διοίκησης του Ομπάμα, ο πρόεδρος κατεύθυνε το υπουργικό συμβούλιό του να ξεκινήσει συνομιλίες στρατηγικής σταθερότητας με το Πεκίνο, πιστεύοντας ότι ο διάλογος εξακολουθούσε να είναι ο κύριος τρόπος για την διαχείριση του αυξανόμενου ανταγωνισμού.

Ωστόσο, σχεδόν σε κάθε στροφή, ο Xi απέρριπτε τα διαβήματα του Ομπάμα σε τομείς σημαντικών διαφωνιών. Αντί να επιδιώξει να περιορίσει τις διαφορές, ο Xi επιτάχυνε τις προσπάθειες της Κίνας να αναπτύξει μια αντιφιλελεύθερη σφαίρα επιρροής με τρόπους που υπονόμευαν όλο και περισσότερο τα ζωτικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Ενώ η Ουάσινγκτον διαπραγματεύτηκε με καλή πίστη, το Πεκίνο κωλυσιεργούσε επί χρόνια με μια διμερή επενδυτική συνθήκη που θα είχε αντιμετωπίσει πολλά ζητήματα στην ρίζα του σημερινού εμπορικού πολέμου. Την ίδια στιγμή, ο Xi επιβεβαίωσε τον κρατικό έλεγχο επί της οικονομίας της Κίνας, αποτυγχάνοντας να πραγματοποιήσει τις ιδιαιτέρως αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που θα είχαν δημιουργήσει μια πιο αμοιβαία οικονομική σχέση. Και αφότου η κινεζική κυβέρνηση υποσχέθηκε να σταματήσει και να εγκαταλείψει την εμπορική κατασκοπεία στον κυβερνοχώρο το 2015, οι αξιωματούχοι των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ προσδιόρισαν [9] ότι η Κίνα επέστρεψε στους παλιούς της τρόπους μέσα σε λίγα χρόνια.

Σε θέματα ασφάλειας, ο Xi ήταν εξίσου ασυμβίβαστος. Το 2015, διαβοήτως είπε ψέματα [10] στον Κήπο των Ρόδων στον Λευκό Οίκο ότι η Κίνα δεν είχε «πρόθεση να στρατιωτικοποιήσει» την Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Στην πραγματικότητα σχεδίαζε να κατασκευάσει τεχνητά νησιά με στρατιωτικές βάσεις του μεγέθους του Περλ Χάρμπορ. Με την χρήση ενός μεγάλου οικονομικού μοχλού [11], ο Xi χρησιμοποίησε μποϊκοτάζ και ταξιδιωτικές απαγορεύσεις για να τιμωρήσει συμμάχους των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένης της Νότιας Κορέας και των Φιλιππίνων, επειδή αντιστάθηκαν και ευθυγραμμίστηκαν περαιτέρω με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Επέβαλε ασυνήθιστη πίεση στην Ταϊβάν, ανακαλώντας μια διπλωματική εκεχειρία και αποσπώντας μερικούς από τους λίγους εναπομείναντες διπλωματικούς εταίρους της Ταϊπέι. Εσωτερικά, οι επιδόσεις του για τα ανθρώπινα δικαιώματα ήταν αβυσσαλέες, με κορυφαίο παράδειγμα το κατ’ εκτίμηση ένα εκατομμύριο Μουσουλμάνους που απεστάλησαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην δυτική Κίνα.

Με τις προεδρικές εκλογές του 2016, ο Xi είχε χάσει τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ανεξάρτητα από το αν είχε πάρει το τιμόνι ο Τραμπ ή η Δημοκρατική υποψήφια Χίλαρι Κλίντον, η Ουάσιγκτον ήταν έτοιμη να αμφισβητήσει την Κίνα σε πολλαπλά μέτωπα. Ακόμη και μεγάλο μέρος της επιχειρηματικής κοινότητας των ΗΠΑ -που για καιρό θεωρείτο το έρμα στην σχέση ΗΠΑ-Κίνας- είχε αγανακτήσει και ήταν πρόθυμο να δει την Ουάσινγκτον να αναλαμβάνει τιμωρητική δράση εναντίον του Πεκίνου. Μια αναδυόμενη διακομματική συναίνεση στο Καπιτώλιο μόνο ενίσχυσε την πιθανότητα οι Ηνωμένες Πολιτείες να αντιμετωπίσουν την Κίνα στο εμπόριο, στα οπιοειδή, στις κυβερνοκλοπές και στα ανθρώπινα δικαιώματα.

ΤΟΛΜΑ ΝΑ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΙΣ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρέπει να συρρικνωθούν από τον στρατηγικό ανταγωνισμό με την Κίνα. Οι αναλογίες στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ή στον Ψυχρό Πόλεμο είναι ατελείς και παραπλανητικές. Ο ανταγωνισμός δεν σημαίνει αντιπαράθεση, πολύ λιγότερο πόλεμο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να συνεχίσουν τον διάλογο με την Κίνα για την διαχείριση πιθανών κρίσεων και την αναζήτηση ευκαιριών συνεργασίας σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος, όπως η κλιματική αλλαγή. Ωστόσο, η εστίαση της Ουάσιγκτον θα πρέπει τελικά να είναι στο κάνει τις Ηνωμένες Πολιτείες καλύτερες και ισχυρότερες.