Η επιστροφή του Ισραήλ στην Αφρική | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η επιστροφή του Ισραήλ στην Αφρική

Και πώς μπορεί να αξιοποιηθεί από Ελλάδα και Κύπρο

Αν και δεν μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ότι η εξωτερική πολιτική των νεοσύστατων αφρικανικών χωρών ικανοποιούσε πλήρως τους Ισραηλινούς –παρ’ όλα αυτά, σε δεδομένες κρίσιμες ψηφοφορίες στον ΟΗΕ, ή ακόμα και σε συνεδριάσεις του Κινήματος των Αδεσμεύτων ή του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας, διακρίνονταν λίγες μεν, πλην όμως σημαντικές διαφοροποιήσεις των χωρών εκείνων που είχαν γίνει αποδέκτες της ισραηλινής τεχνικής βοήθειας. Έτσι, από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 μέχρι και τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, τον Ιούνιο του 1967, είχε αναπτυχθεί ένα de facto, άτυπο «φιλοϊσραηλινό μέτωπο» στο οποίο συγκαταλέγονταν χώρες, οι οποίες δεν ενδιαφέρονταν να λάβουν μια ξεκάθαρη θέση στο Παλαιστινιακό πρόβλημα -είτε λόγω της μακρινής τους γεωγραφικής θέσης, είτε εξ αιτίας της απουσίας ισχυρού μουσουλμανικού στοιχείου στο εσωτερικό τους είτε λόγω των τεχνικών αναγκών που η τότε κραταιά Αίγυπτος του Νάσερ, εκ των πραγμάτων δεν ήταν σε θέση να καλύψει.

Το καλοκαίρι του 1967, ο Πόλεμος των Έξι Ημερών επέφερε το πρώτο ρήγμα στις σχέσεις του Ισραήλ με την Αφρική. Στη συνέχεια, ο Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ το 1973, έδωσε την «χαριστική βολή» στην ισραηλινή παρουσία στην Αφρική. Χώρες που διατηρούσαν διπλωματικές σχέσεις με το εβραϊκό κράτος, άρχισαν να αναθεωρούν την στάση τους και οι ισραηλινές Πρεσβείες στην Μαύρη Ήπειρο έκλειναν η μια μετά την άλλη. Μετά τον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ του 1973, από τις συνολικά 34 χώρες της Αφρικής που διατηρούσαν διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ, οι 30 τις διέκοψαν –με εξαίρεση το Μαλάουι, το Λεσόθο, την Σουαζιλάνδη και τον Μαυρίκιο (ο οποίος, τέσσερα μόλις χρόνια αργότερα, διέκοψε και εκείνος τις σχέσεις του με το Ισραήλ το 1976).

Ως γνωστόν, «η φύση μισεί τα κενά». Αφού το Ισραήλ ουσιαστικά είχε σχεδόν «εξαφανιστεί» από τον αφρικανικό χάρτη από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, αύξησαν την οικονομική και διπλωματική τους επιρροή στην Μαύρη Ήπειρο αρχικά η νασερική Αίγυπτος, στην συνέχεια η Λιβύη του συνταγματάρχη Καντάφι και αργότερα η Νότιος Αφρική. Αν και η ισραηλινή τεχνική βοήθεια δεν εξαφανίστηκε εντελώς, διατηρώντας την παρουσία της κυρίως στις χώρες της Δυτικής Αφρικής, η αλήθεια ήταν ότι σε καθαρά διπλωματικό επίπεδο το Ισραήλ δεν είχε να περιμένει κάτι το ευοίωνο από τις αφρικανικές ψήφους στα διεθνή fora.

Μόνο μετά την ειρηνευτική διάσκεψη της Μαδρίτης, το 1991, και παραμονές της υπογραφής των συμφωνιών του Όσλο, το Ισραήλ άρχισε να επιστρέφει ξανά στην Αφρική. Ωστόσο, οι αφρικανικές χώρες έδειχναν να αναμένουν το «πράσινο φως» του αραβικού κόσμου προτού κάνουν το πρώτο βήμα.

Παραδόξως, παρά το ελπιδοφόρο κλίμα ευφορίας που επικρατούσε στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ότι δηλαδή η αραβοϊσραηλινή διένεξη βαίνει προς επίλυση, οι διμερείς σχέσεις μεταξύ του Ισραήλ και του Τσαντ, παρέμεναν κυριολεκτικά «παγωμένες».

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΙΣΡΑΗΛ-ΤΣΑΝΤ

Για να κατανοήσουμε την ξαφνική επαναπροσέγγιση μεταξύ του Ισραήλ και του Τσαντ, είναι σκόπιμο να εξετάσουμε εν συντομία το υπόβαθρο των διμερών τους σχέσεων.

Το Τσαντ απέκτησε την ανεξαρτησία του στις 11 Αυγούστου 1960 και, όπως συνήθιζε εκείνη την εποχή, το Ισραήλ έσπευδε να αναγνωρίσει κάθε νέο αφρικανικό κράτος που αποαποικιοποιείτο και να ορίζει αμέσως Πρέσβυ στην πρωτεύουσά του. Η βιασύνη που επεδείκνυε η ισραηλινή διπλωματία είχε στόχο να μην δώσει χρόνο στην τότε κραταιά Αίγυπτο του Νάσσερ να θέσει τους δικούς της όρους και προϋποθέσεις στις νεοσύστατες χώρες, σε σχέση με την στάση που θα έπρεπε να κρατήσουν ως προς την αραβοϊσραηλινή διένεξη. Ήταν η εποχή που ο αραβικός κόσμος είχε αποφασίσει να επιβάλει εμπορικό αποκλεισμό στο Ισραήλ, ως μέσο πολιτικής πίεσης –μια προσπάθεια που είχε σημειώσει πολλές επιτυχίες.

Η βιασύνη του Ισραήλ να συστήσει διπλωματικές σχέσεις με τις ανεξαρτητοποιημένες αποικίες εκδηλώθηκε και στην περίπτωση της Κύπρου, η οποία και εκείνη –όπως και το Τσαντ– απέκτησε την ανεξαρτησία της αλλά μια ακριβώς εβδομάδα αργότερα, στις 16 Αυγούστου 1960. Ακριβώς την ίδια περίοδο, ο Αιγύπτιος ηγέτης, Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, αντιμετώπιζε το ίδιο ακριβώς ζήτημα –αφ’ ενός στην Λευκωσία και αφ’ ετέρου στην πρωτεύουσα του Τσαντ, Ντζαμένα– με στόχο να εμποδίσει τις δύο αυτές νέες χώρες να συστήσουν διπλωματικούς και οικονομικούς δεσμούς με το Ισραήλ. Τόσο στην περίπτωση του Τσαντ, όσο και στην περίπτωση της Κύπρου, το Ισραήλ «πρόλαβε» να εξασφαλίσει την εγκαθίδρυση διπλωματικών σχέσεων –προκαλώντας την αραβική δυσαρέσκεια.

Η ιδιαιτερότητα της ισραηλινής παρουσίας στο Τσαντ συνίσταται στο γεγονός ότι το Ισραήλ, ήδη από τις πρώτες μέρες της διπλωματικής του παρουσίας εκεί, κλήθηκε να λάβει ενεργό ρόλο στις εσωτερικές υποθέσεις της νεοσύστατης χώρας, και να αναμιχθεί στην ανοιχτή διαμάχη μεταξύ των χριστιανικών πληθυσμών που ζούσαν στις νότιες επαρχίες του Τσαντ και των Μουσουλμάνων του βορρά. Αν και οι Μουσουλμάνοι πλειοψηφούσαν, την εξουσία κατείχε ο Χριστιανός πρόεδρος της χώρας, Φρανσουά Τομπαλμπαγιέ (François Tombalbaye). Οι επικριτές του καθεστώτος υποστήριζαν ότι, στην πραγματικότητα, το Τσαντ ποτέ δεν ανεξαρτητοποιήθηκε, μιας και ο Πρόεδρος Τομπαλμπαγιέ, όταν η χώρα του βρισκόταν υπό γαλλική αποικιακή διοίκηση, είχε ορισθεί πρωθυπουργός της. Οι επικρίσεις αυτές δεν είναι αβάσιμες. Όταν το Τσαντ ανεξαρτητοποιήθηκε, η Γαλλία φρόντισε να διατηρήσει ισχυρή στρατιωτική δύναμη. Έτσι, η υφέρπουσα διαμάχη Χριστιανών-Μουσουλμάνων μέσα σε πολύ λίγο διάστημα έλαβε μεγάλες διαστάσεις και το 1966 οι Μουσουλμάνοι του βορρά συνέστησαν ένοπλη ομάδα ανταρτών, το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο του Τσαντ (Front de la Liberation Nationale du Chad – FROLINAT). Μήλον της έριδος ήταν η περιοχή Αούζου, στην μεθόριο Τσαντ-Λιβύης, η οποία είναι πλούσια σε κοιτάσματα ουρανίου.