Η κινεζική συγκάλυψη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η κινεζική συγκάλυψη

Όταν οι κομμουνιστές ξαναγράφουν την ιστορία

Η «διαρκής επανάσταση» του Κινέζου κομμουνιστική ηγέτη Mao Zedong [1] κατέστρεψε δεκάδες εκατομμύρια ζωές. Από την κομμουνιστική νίκη το 1949 στον κινεζικό εμφύλιο πόλεμο, μέσα από την ανατροπή, την πείνα και την αφαίμαξη του Μεγάλου Άλματος προς τα Εμπρός και της Πολιτιστικής Επανάστασης [2], μέχρι τον θάνατο του Μάο το 1976, το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΚΚΚ) έβαλε τμήματα της κινεζικής κοινωνίας το ένα εναντίον του άλλου σε διαδοχικούς σπασμούς βίαιου ταξικού πολέμου. Καθώς κύμα μετά το κύμα αγριότητας σάρωνε την Κίνα, εκατομμύρια σκοτώθηκαν και άλλα εκατομμύρια εκδιώχθηκαν σε «αναμόρφωση μέσω εργασίας» και καταστροφή.

07122018-1.jpg

Αξεσουάρ μετά το γεγονός: Μενταγιόν με τον Mao και τον Xi, τον Σεπτέμβριο του 2016. THOMAS PETER / REUTERS
---------------------------------------------------------------------------

Ο Μάο είχε προβλέψει αυτό το επίπεδο βαναυσότητας. Όπως δήλωσε κάποτε: «Μια επανάσταση δεν είναι ούτε δείπνο, ούτε η συγγραφή ενός δοκιμίου, η ζωγραφική μιας εικόνας ή ένα κέντημα. Δεν μπορεί να είναι τόσο εκλεπτυσμένη, τόσο χαλαρή, ευγενής, εγκρατής, καλή, φιλοφρονητική, συγκρατημένη και μεγαλοπρεπής. Μια επανάσταση είναι μια εξέγερση, μια πράξη βίας με την οποία μια τάξη ανατρέπει μια άλλη».

Σήμερα, ακόμη και οι ειδικοί στην κινεζική ιστορία δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν όλα τα θανατηφόρα «μαζικά κινήματα» που είχαν διαμορφώσει την επανάσταση του Μάο και τα οποία το κόμμα ανεξαιρέτως εκθείαζε με διάφορα συνθήματα. Ο Μάο ξεκίνησε εκστρατείες για να «εξοντώσει τους ιδιοκτήτες γης», όταν οι Κομμουνιστές ήρθαν στην εξουσία το 1949˙ να «καταστείλει τους αντεπαναστάτες» στις αρχές της δεκαετίας του '50˙ να εκκαθαρίσει τους «δεξιούς» στα τέλη της δεκαετίας του 1950˙ να ανατρέψει τους «καπιταλιστές» κατά την διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης στα τέλη της δεκαετίας του '60˙ και να «διορθώσει» την σκέψη των νέων, στέλνοντάς τους στις φτωχότερες αγροτικές περιοχές της Κίνας κατά την διάρκεια του Κινήματος της Υπαίθρου στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Η ιδεολογική ρητορική κάλυψε τον εξτρεμισμό αυτών των επίσημων πράξεων, μέσω των οποίων το κόμμα επέτρεψε την δίωξη και ακόμη και την εκκαθάριση μυριάδων ποικιλιών «αντεπαναστατικών στοιχείων». Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα λόγια του Μάο ήταν ότι «το κόμμα διοικεί το όπλο, και το όπλο δεν πρέπει ποτέ να διοικήσει το κόμμα». Λίγο μετά τον θάνατό του, οι διάδοχοί του συνέχισαν με την παράδοση αυτή, πιο εμφανή κατά την διάρκεια της σφαγής της πλατείας Τιενανμέν και την επακόλουθη καταστολή που το ΚΚΚ πραγματοποίησε ως απάντηση στις ειρηνικές διαμαρτυρίες το 1989, η οποία οδήγησε σε ανείπωτο αριθμό νεκρών και τραυματιών.

Σήμερα, η Κίνα απολαμβάνει μια περίοδο σχετικής σταθερότητας. Το κόμμα προωθεί ένα όραμα μιας «αρμονικής κοινωνίας» αντί της ταξικής πάλης, και εκθειάζει την άνετη ευημερία έναντι της καθαρτικής βίας. Κάποιος που δεν είναι εξοικειωμένος με την χώρα μπορεί να δικαιολογηθεί επειδή θα υποθέσει ότι είχε λογαριαστεί με το πρόσφατο παρελθόν της και βρήκε έναν τρόπο να θεραπεύσει τις πληγές της και να προχωρήσει.

Μακριά από αυτό. Στην πραγματικότητα, ένας επισκέπτης που περιπλανιέται στους δρόμους οποιασδήποτε κινεζικής πόλης σήμερα δεν θα βρει πλακέτα που να σηματοδοτεί τους χώρους των μαζικών συλλήψεων, δεν υπάρχουν αγάλματα αφιερωμένα στα θύματα των διώξεων, δεν έχουν ανεγερθεί μνημεία για να τιμήσουν όσους έχασαν την ζωή τους αφού είχαν χαρακτηριστεί «ταξικοί εχθροί». Παρ’ όλη την αγωνία και τον θάνατο που προκάλεσε το ΚΚΚ, δεν έχει ποτέ εκδώσει μια επίσημη αναγνώριση της ενοχής του [3], και μάλιστα δεν επέτρεψε οποιαδήποτε μνημόνευση των θυμάτων του. Και επειδή οποιοδήποτε mea culpa θα διακινδύνευε να υπονομεύσει τη νομιμοποίηση του κόμματος και το δικαίωμά του να κυβερνά μονομερώς, τίποτα τέτοιο δεν είναι πιθανό να συμβεί, εφόσον το ΚΚΚ παραμένει στην εξουσία.

(ΞΑΝΑ)ΓΡΑΜΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΝΙΚΗΤΕΣ

Παρά την αληθινά εντυπωσιακή επιτυχία του στην καθοδήγηση της οικονομικής ανάπτυξης της Κίνας και την ανάδυσή της σε παγκόσμια δύναμη, το κόμμα παραμένει ανασφαλές και ευαίσθητο στην κριτική, ίσως επειδή οι ηγέτες του εξακολουθούν να αισθάνονται τόσο οδυνηρά γνώστες των ιστορικών βαριδιών του κόμματος. Το Κεντρικό Τμήμα Προπαγάνδας -το οποίο, μαζί με μυριάδες άλλα κρατικά όργανα, έχει την εντολή να λογοκρίνει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και να διασφαλίζει ότι όλα τα εκπαιδευτικά υλικά ακολουθούν τις γραμμές του κόμματος- έχουν σφραγίσει ολόκληρες περιοχές του παρελθόντος της Κίνας. Σοβαρές συνέπειες απορρέουν από την χειραγώγηση κάτι τόσο θεμελιώδους για την ταυτότητα μιας χώρας όπως το ιστορικό DNA της. Η συντήρηση μιας «σωστής» εκδοχής της ιστορίας [4] απαιτεί όχι μόνο ολοκληρωτικούς ελέγχους, αλλά επίσης αρνείται από τους Κινέζους την δυνατότητα να ερευνήσουν, να συζητήσουν, να κατανοήσουν και να συμφιλιωθούν με την ηθική σημασία του τι έχει γίνει σε αυτούς, και τι έχουν παρακινηθεί να κάνουν στον εαυτό τους και ο ένας στον άλλο.

Το καθήκον της «διόρθωσης» ή της διαγραφής ολόκληρων κομματιών του παρελθόντος μιας χώρας είναι δαπανηρό και εξαντλητικό. Ένα παράδειγμα του πόσο μακριά το πήγαν οι αξιωματούχοι της προπαγάνδας, αποκαλύφθηκε πρόσφατα από τον Glenn Tiffert, έναν μελετητή της Κίνας στο Πανεπιστήμιο του Michigan. Μέσα από την επίπονη έρευνα, ανακάλυψε ότι από δύο ψηφιακά αρχεία -η Εθνική Υποδομή Γνώσεων της Κίνας, η οποία συνδέεται με το Πανεπιστήμιο Tsinghua και η Εθνική Βάση Δεδομένων των Κοινωνικών Επιστημών, η οποία χρηματοδοτείται από την κινεζική κυβέρνηση- έλειπε η ίδια ομάδα 63 άρθρων που δημοσιεύθηκαν μεταξύ του 1956 και το 1958 από δύο κινεζικής γλώσσας ακαδημαϊκές νομικές επιθεωρήσεις. Αυτά τα άρθρα ήταν από καιρό διαθέσιμα και από τα δύο αρχεία, απλώς για να εξαφανιστούν ανεξήγητα. (Ο Tiffert δεν είναι σίγουρος για το πότε συνέβη η διαγραφή). Η μελέτη του αποκάλυψε ότι ορισμένοι ακαδημαϊκοί, ειδικά εκείνοι που είχαν επηρεαστεί από την Δύση και είχαν εναντιωθεί στις διαρκώς μεταβαλλόμενες πολιτικές γραμμές του κόμματος, σχεδόν πάντα έβλεπαν τα άρθρα τους να διαγράφονται. Ταυτόχρονα, ορισμένα θέματα, όπως «η υπέρβαση του νόμου πάνω στην πολιτική και την τάξη, το τεκμήριο της αθωότητας και η κληρονομικότητα του νόμου», και κάποια ορολογία, όπως οι φράσεις «κράτος δικαίου» και «δεξιά στοιχεία», επίσης φαινόταν να χρησιμεύουν ως αιτία για την αφαίρεση [των άρθρων]. Είναι χαρακτηριστικό ότι υπήρξε μια εντυπωσιακή ομοιομορφία στους συγγραφείς και τα θέματα που είχαν αφαιρεθεί.

07122018-2.jpg

Φοιτητές παρακολουθούν μαθήματα ιστορίας στην Ακαδημία Εκτελεστικής Ηγεσίας της Κίνας, στην Pudong της Σαγκάης, τον Σεπτέμβριο του 2012. CARLOS BARRIA / REUTERS
----------------------------------------------------------------------------

Εκτός από λίγα ιδρύματα του εξωτερικού που διατηρούν συλλογές τέτοιων περιοδικών σε έντυπη μορφή, αυτά τα άρθρα δεν είναι πλέον διαθέσιμα στους Κινέζους πολίτες και στον κόσμο. Αυτή η χειραγώγηση γίνεται όλο και πιο ολέθρια εξαιτίας του γεγονότος ότι «ακόμη και η υγιής ερευνητική πρακτική δεν μπορεί να προσφέρει καμιά άμυνα», όπως επισημαίνει ο Tiffert. «Παραδόξως, όσο πιο πιστοί είναι οι μελετητές στις λογοκριμένες πηγές τους, τόσο καλύτερα μπορούν να προωθήσουν αθέλητα τις προκαταλήψεις και τις ατζέντες των λογοκριτών και να τους δανείσουν το ανεξάρτητο κύρος της επαγγελματικής τους φήμης».

Όπως έγραψε το 1990 ο αστροφυσικός και ο διαφωνών Κινέζος διανοούμενος Fang Lizhi, για τέτοιες κρατικής υποστήριξης επιθέσεις κατά της ιστορικής μνήμης της Κίνας:
«Ο στόχος [της πολιτικής] είναι να αναγκαστεί ολόκληρη η κοινωνία να ξεχάσει την ιστορία της και ιδιαίτερα την πραγματική ιστορία του ίδιου του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος. … Σε μια προσπάθεια να εξαναγκάσει όλη την κοινωνία σε μια συνεχή αμνησία, η πολιτική απαιτεί ότι οποιαδήποτε λεπτομέρεια της ιστορίας που δεν είναι προς το συμφέρον των Κινέζων κομμουνιστών δεν μπορεί να εκφραστεί σε καμία ομιλία, [κανένα] βιβλίο, έγγραφο ή άλλο μέσο».

Ο Φανγκ έγραψε αυτά τα λόγια λίγο μετά την σφαγή της πλατείας Τιενανμέν, όταν ήταν παγιδευμένος στην αμερικανική πρεσβεία και το ΚΚΚ έκανε μια από τις πιο τολμηρές προσπάθειές του στην ιστορική διαγραφή -δηλαδή, σβήνοντας όλα τα ίχνη των εγκλημάτων που μόλις είχε διαπράξει από αρχεία, βιβλία και ηλεκτρονικά μέσα. Τόσο επιτυχημένη ήταν αυτή η λογοκρισία που, το 2004, ο Κινέζος αντιφρονών και ο μελλοντικός βραβευμένος με Νόμπελ, Liu Xiaobo, θρήνησε ότι παρόλο που «ο λαός της ηπειρωτικής Κίνας υπέστη κάποιες αδιανόητες καταστροφές μετά την άνοδο των Κομμουνιστών στην εξουσία» … η γενιά μετά την Τιενανμέν δεν έχει καμία βαθιά εντύπωση γι’ αυτές [τις καταστροφές] και δεν έχει από πρώτο χέρι εμπειρία της καταπίεσης από το αστυνομικό κράτος». Δέκα χρόνια αργότερα, ο Κινέζος καλλιτέχνης Ai Weiwei το έθεσε πιο ωμά: «Επειδή δεν υπάρχει συζήτηση για αυτά τα γεγονότα, οι Κινέζοι ακόμα έχουν μικρή κατανόηση των συνεπειών τους. Η λογοκρισία έχει ουσιαστικά στειρώσει την κοινωνία, μετατρέποντάς την σε ένα βλαμμένο, παράλογο και άσκοπο πλάσμα».

07122018-3.jpg

Ένας άνδρας στέκεται μπροστά από μια σειρά τανκς του στρατού στην λεωφόρο Changan ανατολικά της πλατείας Τιενανμέν στο Πεκίνο, τον Ιούνιο του 1989. REUTERS/ARTHUR TSANG/FILES
----------------------------------------------------------------------

Με αυτό τον τρόπο, η Κίνα έγινε «Λαϊκή Δημοκρατία της Αμνησίας», σύμφωνα με τα λόγια της Louisa Lim, μιας πρώην ανταποκρίτριας του BBC και του NPR στο Πεκίνο, που χρησιμοποίησε την φράση αυτή ως τίτλο του βιβλίου της το 2014. Όπως έγραψε: «Μια και μοναδική πράξη δημόσιας μνήμης θα μπορούσε να εκθέσει την αδυναμία του προσεκτικά κατασκευασμένου οικοδομήματος της αποδεκτής ιστορίας του κράτους, σκαλωμένο στην θέση του για μια γενιά και διατηρημένο όρθιο από μια εύθραυστη δομή αυστηρής λογοκρισίας, ωμού ψεύδους και σκόπιμης αμνησίας».

Ο ΠΕΤΡΕΣ ΜΙΛΟΥΝ

Αλλά είναι πραγματικά καλύτερο οι κοινωνίες ή οι κοινότητες να θυμούνται συλλογικά τις τραυματικές περιόδους της ιστορίας τους; Μήπως αυτή η αναδρομή ξανανοίξει παλιές πληγές και αναβιώσει παλιούς, δολοφονικούς αγώνες; (Σε αυτό επιχειρηματολογεί ο συγγραφέας David Rieff στο πρόσφατο βιβλίο του In Praise of Forgetting [Επαινώντας την λήθη]). Το ΚΚΚ θα ήθελε οι άνθρωποι που κυβερνά -και ο υπόλοιπος κόσμος- να αγκαλιάσουν αυτή την λογική και να δεχτούν ότι η αποφυγή της βάναυσης αλήθειας για το παρελθόν είναι η καλύτερη οδός για την επούλωση [των ιστορικών πληγών].

Μια εντελώς διαφορετική σχολή σκέψης εξελίχθηκε από την γερμανική εμπειρία της αντιμετώπισης των εγκλημάτων των Ναζί. Ο άνθρωπος που σχεδίασε τον οδικό χάρτη για την εξιλέωση της γερμανικής ενοχής ήταν ο φιλόσοφος και ψυχαναλυτής Karl Jaspers, ο οποίος το 1945 έδωσε μια σειρά διαλέξεων με μεγάλη επιρροή, στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, οι οποίες αργότερα συγκεντρώθηκαν σε ένα βιβλίο με τίτλο «Το ζήτημα της γερμανικής ενοχής» (The Question of German Guilt). Παρόλο που αυτό που συνέβη υπό τον Αδόλφο Χίτλερ προκάλεσε κάτι «σαν μετάλλαξη της ύπαρξής μας», είπε ο Jaspers, οι Γερμανοί ήταν ακόμα «συλλογικά υπεύθυνοι». Όλοι αυτοί που «ήξεραν ή θα μπορούσαν να γνωρίζουν» -συμπεριλαμβανομένων εκείνων που «βολικά έκλειναν τα μάτια τους στα γεγονότα ή επέτρεπαν στον εαυτό τους να είναι μεθυσμένοι, παρασυρμένοι ή να εξαγοράζονται με προσωπικό πλεονέκτημα, ή να υπακούν από φόβο»- μοιράζονται την ευθύνη. Η «προθυμία για υπακοή» και η «απολυτότητα του τυφλού εθνικισμού», δήλωσε, αποτελούσε «ηθική ενοχή». Οι άνθρωποι, είπε ο Jaspers, είναι υπεύθυνοι «για κάθε ψευδαίσθηση στην οποία υποκύπτουμε». Πίστεψε στην θεραπεία μέσω της «καλλιέργειας της αλήθειας» και «των αποζημιώσεων», μια διαδικασία που πίστευε ότι έπρεπε να είναι εντελώς απαλλαγμένη από οποιαδήποτε προπαγάνδα ή κρατικής υποστήριξης χειραγώγηση.

«Δεν μπορεί να υπάρξουν ερωτήματα που δεν θα μπορούν να τεθούν», διακήρυξε, «τίποτα δεν πρέπει να ληφθεί ως δεδομένο, κανένα συναισθηματικό και πρακτικό ψέμα που θα πρέπει να διαφυλαχθεί ή που θα είναι ανέγγιχτο». Κατά την άποψη του Jaspers, μόνο μέσω της ιστορικής συνειδητοποίησης οι Γερμανοί θα μπορούσαν ποτέ να συμφιλιωθούν με το παρελθόν τους και να αποκαταστήσουν τον εαυτό τους σε κάτι που να μοιάζει με ηθική και κοινωνική υγεία.

Η προσέγγιση του Jaspers οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ψυχαναλυτική θεωρία και το έργο του Σίγκμουντ Φρόιντ. Για τον Φρόιντ, η κατανόηση του παρελθόντος ενός ασθενούς ήταν σαν να «ανασκαφή μιας θαμμένης πόλης», όπως έγραψε το 1895. Πράγματι, ήταν λάτρης της λατινικής έκφρασης saxa loquuntur: «Οι πέτρες μιλούν». Αυτή η ψυχική αρχαιολογία ήταν σημαντική για τον Freud επειδή πίστευε ότι ένα καταπιεσμένο παρελθόν αναπόφευκτα το μολύνει το παρόν και το μέλλον με νευρώσεις, εκτός αν δοθεί μια συνειδητή φωνή για να συμπληρώσει αυτό που ονόμασε «τα κενά στη μνήμη». Με αυτή την έννοια, η ιστορία και η μνήμη ήταν σύμμαχοι του Φρόιντ και η λήθη ήταν ο εχθρός του.

Ο Μάο, επίσης, γοητεύτηκε από την ιστορία, αλλά διάλεξε μια πολύ πιο ωφελιμιστική πλευρά της: Για αυτόν, η ιστορική καταγραφή εξυπηρετούσε κυρίως για να ενισχύει τις δικές του απλοποιητικές θεωρίες. Ανεξάρτητοι ιστορικοί που εμπλέκονταν με ελεύθερες έρευνες του παρελθόντος αποτελούσαν μια σοβαρή απειλή, και κατά την διάρκεια της βασιλείας του Μάο πολλοί από αυτούς απολύθηκαν από τις επίσημες θέσεις τους, κατηγορημένοι ως «αντεπαναστάτες», σταλμένοι για «μεταρρύθμιση της σκέψης» σε στρατόπεδα εργασίας, και σε πάρα πολλές περιπτώσεις διωκόμενοι μέχρι θανάτου.

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Δεδομένης της δικής του νεo-μαοϊκής προτίμησης, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο Κινέζος πρόεδρος Xi Jinping βλέπει επίσης τους ανεξάρτητους μελετητές ως επικίνδυνους προγόνους αυτού που τα κινεζικά κρατικά μέσα μαζικής ενημέρωσης αποκαλούν «ιστορικό μηδενισμό». Το 2015, η εφημερίδα People's Liberation Army Daily προειδοποίησε ότι η Κίνα «πρέπει να είναι σε επιφυλακή» ενάντια σε τέτοιους κακοποιούς επειδή τώρα «εξαπλώνονται από το ακαδημαϊκό χώρο στην διαδικτυακή κουλτούρα», όπου «οι ιδιότροπες ιδέες στρεβλώνουν τις ιστορικές σκέψεις και οδηγούν τον διάλογο σε παραστρατήματα».

Ο Tiffert εξηγεί τι σημαίνει όταν οι Κινέζοι ιστορικοί εναντιώνονται στην λογοκρισία από το κόμμα. Αντιμετωπίζουν, γράφει, «μια κυλιόμενη κλίμακα κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένης της παρενόχλησης από τις Αρχές, το κλείσιμο των δημοσιεύσεων και των online λογαριασμών, την ταπεινωτική διερεύνηση προσωπικών υποθέσεων, επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και φορολογικού καθεστώτος, και τελικά ανεργία, έξωση και ποινική δίωξη». Πέρσι, το κινεζικό αστικό δίκαιο τροποποιήθηκε ακόμη και για να τιμωρήσει «εκείνους που παραβιάζουν το όνομα, την ομοιότητα, την φήμη ή την τιμή ενός ήρωα, μάρτυρα, και ούτω καθεξής, βλάπτοντας το κοινωνικό δημόσιο συμφέρον», γράφει ο Tiffert, εξηγώντας γιατί «οι διανοούμενοι και οι ακτιβιστές σιωπούν».

Ο Tiffert αναφέρει επίσης ότι «η κινεζική κυβέρνηση εκμεταλλεύεται την τεχνολογία για να εξάγει σιωπηρά το εγχώριο καθεστώς λογοκρισίας στο εξωτερικό … με το να χειραγωγεί τον τρόπο με τον οποίο οι παρατηρητές παντού κατανοούν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της». Πράγματι, το περασμένο καλοκαίρι, το Πεκίνο απείλησε τον Πανεπιστημιακό Τύπο του Κέιμπριτζ (Cambridge University Press) για να καθαρίσει το ψηφιακό αρχείο The China Quarterly, ένα σημαντικό ακαδημαϊκό περιοδικό αγγλικής γλώσσας, με το να αφαιρέσει πάνω από 300 άρθρα τα όποια το ΚΚΚ βρήκε απαράδεκτα με την δική του κινεζική λειτουργία αναζήτησης. (Ο εκδοτικός οίκος ανέτρεψε την απόφασή του ημέρες μετά την ανακοίνωση αρκετών ειδησεογραφικών πρακτορείων σχετικά με την αρχική συνθηκολόγησή του). Και μετά, τον περασμένο Νοέμβριο, ο οίκος Springer Nature, που εκδίδει τίτλους όπως το Nature και το Scientific American, εξάλειψε από τις κινεζικές ιστοσελίδες του έναν μεγάλο αριθμό άρθρων που περιλάμβαναν πολιτικά ευαίσθητες αναφορές -περισσότερα από 1.000 άρθρα, σύμφωνα με τους Financial Times.

Οι ηγέτες της Κίνας φαίνεται να πιστεύουν ότι μπορούν να ξεφύγουν χωρίς ποινή για την παραποίηση της ιστορίας του κόμματος, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα -και ίσως να έχουν δίκιο. Εξάλλου, η οικονομική πρόοδος και η ανάδυση της Κίνας ως σημαντική παγκόσμια δύναμη δεν φαίνεται να εμποδίστηκαν μέχρι στιγμής. Το ΚΚΚ στοιχηματίζει ότι μπορεί να αναιρέσει ή τουλάχιστον να αποφύγει, τη μακροπρόθεσμη βλάβη που προκάλεσε στον κινεζικό λαό απλά με το να σβήσει την ιστορία.

07122018-4.jpg

Κάμερες ασφαλείας μπροστά από το γιγάντιο πορτρέτο του Κινέζου πρώην προέδρου Μάο Τσε Τουνγκ στην πλατεία Τιενανμέν, στο Πεκίνο, τον Νοέμβριο του 2012. DAVID GRAY / REUTERS
---------------------------------------------------------------------

Αλλά η απόκρυψη των εγκλημάτων του παρελθόντος κάθεται άβολα δίπλα στο δόγμα του ΚΚΚ ότι δεν υπάρχουν «καθολικές αξίες» οι οποίες συνδέονται σταθερά με την δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, και τις οποίες το κόμμα απορρίπτει σαν κάτι που επιβλήθηκε στην Κίνα από την Δύση ως έναν τρόπο να υπονομευθεί το αυταρχικό μονοκομματικό σύστημα της Κίνας. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, οι άνθρωποι δεν έχουν κοινή προκατάληψη εναντίον πραγμάτων όπως η δίωξη, η καταναγκαστική ομολογία, τα βασανιστήρια και η βίαιη καταστολή˙ κανένα βασικό κοινό πόθο για ελευθερία ή για ελευθερία έκφρασης, συναθροίσεως και θρησκείας˙ και καμία επιθυμία να ζήσουν σε έναν κόσμο όπου τα λάθη μπορούν τελικά να διορθωθούν.

Αν αυτό ήταν αλήθεια, ωστόσο, το κόμμα δεν θα είχε λόγο να φοβάται μια ειλικρινή καταγραφή του παρελθόντος. Άλλωστε, αν δεν υπάρχουν καθολικές αξίες, τότε οι επιθέσεις του Μάο στους επικριτές και τους εχθρούς του δεν αντιπροσωπεύουν σοβαρές παραβιάσεις. Και όμως το ΚΚΚ καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες για να κρύψει την αλήθεια για τις πράξεις αυτές -μια αντίφαση που υποδηλώνει κάτι σαν μια ένοχη συνείδηση ή τουλάχιστον μια αμηχανία στο [ενδεχόμενο] να εκτεθεί. Εάν συμβαίνει αυτό, τότε ίσως κάποιο μελλοντικό κινεζικό καθεστώς θα πρέπει να βρει έναν τρόπο να αναγνωρίσει και ακόμη και να συμφιλιωθεί με τις πλήρεις διαστάσεις αυτών που το ΚΚΚ έκανε στην Κίνα -το κακό μαζί με το καλό. Ωστόσο, στο εγγύς μέλλον, αυτό φαίνεται απίθανο.

Στον απόηχο του «Κινήματος των Τειχών της Δημοκρατίας» της Κίνας το 1978-79, κατά την διάρκεια του οποίου χιλιάδες κάτοικοι του Πεκίνου συγκεντρώθηκαν σε ένα αδιάφορο τείχος από τούβλα για να κρεμάσουν πολιτικές αφίσες, να κάνουν ομιλίες και να διεξαγάγουν πολιτικές συζητήσεις, οι Κινέζοι συγγραφείς άρχισαν να εξετάζουν τις δεκαετίες πολιτικής καταπίεσης στην χώρα τους. Αυτά τα γραπτά έγιναν γνωστά ως «ερευνητικό ρεπορτάζ» και «πληγωμένη βιβλιογραφία». Ωστόσο, τέτοιες έρευνες έληξαν μετά το 1989, και από τότε που ο Xi ανέλαβε καθήκοντα, το 2012, ένα όλο και βαρύτερο πέπλο λογοκρισίας έχει βάλει την Κίνα σε μια όλο και βαθύτερη κατάσταση ιστορικού σκότους. Μια πρόσφατη μελέτη από το China Media Project, στο Πανεπιστήμιο του Χονγκ Κονγκ, ερεύνησε 140 δημοσιεύσεις της ηπειρωτικής Κίνας για άρθρα σχετικά με την Πολιτιστική Επανάσταση, μια δεκαετή περίοδο κατά την οποία αμέτρητα εκατομμύρια Κινέζων της μεσαίας τάξης, διανοούμενοι και εκπαιδευμένοι στην Δύση επαγγελματίες διώχθηκαν και σκοτώθηκαν επειδή είχαν «κακό ταξικό υπόβαθρο». Οι ερευνητές βρήκαν μόνο τρία άρθρα που τολμούσαν να ανασκάψουν σε αυτή την δεκαετία με κάποια λεπτομέρεια. Το να καλύψουν τα δημοσιεύματα το θέμα πιο εμπεριστατωμένα «θα σήμαινε την διακινδύνευση ενός ανόητου ρίσκου», έγραψαν οι συντάκτες της μελέτης.

Και ακόμα κι αν μια τέτοια δουλειά κάποτε θα ήταν και πάλι ευπρόσδεκτη στην Κίνα, ο αντίκτυπός της μπορεί να είναι λιγότερο από δραματικός, διότι έχουν κατασταλεί και καταπιεστεί τόσα πολλά. Σύμφωνα με τα λόγια του διαφωνούντος Liu: «Τα μάτια που κρατιούνται για πάρα πολύ χρόνο στο σκοτάδι δεν προσαρμόζονται εύκολα στο εκθαμβωτικό φως του ήλιου όταν ξαφνικά εισβάλει μέσα από ένα παράθυρο».

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2017-12-12/chinas-cover

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/reviews/capsule-review/2000-05-01/mao-lif...
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/asia/1966-10-01/maos-last-revolu...
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2016-05-17/cultural-revolu...
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2016-05-15/cultural-revolu...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition