Η άνοδος της ισλαμικής ήπιας ισχύος | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η άνοδος της ισλαμικής ήπιας ισχύος

Θρησκεία και εξωτερική πολιτική στον μουσουλμανικό κόσμο
Περίληψη: 

Οι κυβερνήσεις της Μέσης Ανατολής, ακόμα και οι κοσμικές και σχετικά προοδευτικές, έχουν ισχυρό κίνητρο για να εισαγάγουν το Ισλάμ στην εξωτερική πολιτική τους, χρησιμοποιώντας θρησκευτικές ιδέες για να αυξήσουν το κύρος τους και να προωθήσουν τα συμφέροντά τους στο εξωτερικό˙ να αναπτύξουν, με άλλα λόγια, αυτό που αποκαλούμε «ισλαμική ήπια ισχύ».

Ο PETER MANDAVILLE είναι καθηγητής Διεθνών Υποθέσεων στην Σχολή Πολιτικής και Διακυβέρνησης στο Πανεπιστήμιο George Mason και εξωτερικός ανώτερος συνεργάτης του Ινστιτούτου Brookings.
Ο SHADI HAMID είναι ανώτερος συνεργάτης στο Πρόγραμμα για τις Σχέσεις των ΗΠΑ με τον Ισλαμικό Κόσμο, στο Brookings.
Είναι οι συν-συγγραφείς του βιβλίου «Islam as Statecraft: How Governments Use Religion in Foreign Policy» [1].

Το Ισλάμ έχει γίνει ένα σημαντικό, ακόμα και εμμονικό, θέμα δημόσιας συζήτησης τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Από τις προσπάθειες των ισλαμιστικών ομάδων όπως η Μουσουλμανική Αδελφότητα να αποκτήσουν εξουσία μέσω της κάλπης μέχρι την βίαιη ριζοσπαστικότητα του Ισλαμικού Κράτους (ή ISIS) [2], η κυρίαρχη εικόνα του Ισλάμ στις πολιτικές του κόσμου ήταν εκείνη μιας θρησκευτικής ιδεολογίας που προωθείτο από μη κρατικούς δρώντες οι οποίοι επιθυμούν να δουν μια πιο «ισλαμική» μορφή της πολιτικής. Αλλά τι γίνεται με τα ίδια τα κράτη;

Οι συγκρούσεις μεταξύ κυβερνήσεων της Μέσης Ανατολής φαίνεται συχνά να αφορούν στην σκληρή ισχύ, και σε πολλές περιπτώσεις έτσι είναι. Η Σαουδική Αραβία διεξάγει πόλεμο στην Υεμένη [3] κατά των Χούθι, τους οποίους θεωρεί ως ένα υποκατάστατο της επέκτασης του Ιράν. Αλλά υπάρχει και μια άλλη πλευρά στις περισσότερες μουσουλμανικές κυβερνήσεις: Κι εκείνες χρησιμοποιούν -και κακοποιούν- το Ισλάμ για πολιτικούς σκοπούς.

10122018-1.jpg

Μια αφίσα του Σίσι στο κέντρο του Καΐρου, με το τζαμί al-Azhar στο δεύτερο πλάνο, τον Μάιο του 2014. AMR DALSH / REUTERS
------------------------------------------------------

Σε σχεδόν όλες τις χώρες μουσουλμανικής πλειοψηφίας, το Ισλάμ είναι μια σημαντική -και μερικές φορές η μόνη- ιδεολογική αξία που συνδυάζεται αποτελεσματικά με την πιο καθιερωμένη realpolitik. Με την παρακμή αμφοτέρων του σοσιαλισμού και του παν-αραβισμού στη Μέση Ανατολή, ο μόνος πραγματικός ιδεολογικός ανταγωνισμός στο Ισλάμ προέρχεται από τον εθνικισμό. Αλλά ο εθνικισμός, εξ ορισμού, είναι δύσκολο να προωθηθεί έξω από το έθνος του καθενός. Αυτό σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις –ακόμα και οι κοσμικές και σχετικά προοδευτικές- έχουν ισχυρό κίνητρο για να εισαγάγουν το Ισλάμ στην εξωτερική πολιτική τους, χρησιμοποιώντας θρησκευτικές ιδέες για να αυξήσουν το κύρος τους και να προωθήσουν τα συμφέροντά τους στο εξωτερικό- να αναπτύξουν, με άλλα λόγια, αυτό που αποκαλούμε «ισλαμική ήπια ισχύ».

Υπάρχει, όμως, ένα ζήτημα. Μόλις εισαχθεί το «Ισλάμ» στις δημόσιες συζητήσεις, ο τρόπος με τον οποίο οι πολίτες ερμηνεύουν την θρησκεία τους μεταμορφώνεται από μια ιδιωτική πράξη πίστης σε ένα θέμα εθνικής ασφάλειας. Οι κυβερνήσεις αισθάνονται υποχρεωμένες να εμπλακούν άμεσα στις συζητήσεις σχετικά με την φύση του Ισλάμ αλλιώς ρισκάρουν να αφήσουν να υπάρχει ένα ιδεολογικό κενό που θα το γεμίσουν οι εγχώριοι αμφισβητίες. Με άλλα λόγια, οι εσωτερικές διαφωνίες και την συνάφειά του στην καθημερινή πολιτική διαμορφώνουν το πώς τα κράτη χρησιμοποιούν το Ισλάμ στο εξωτερικό.

ΚΡΑΤΙΚΙΣΤΙΚΟ ΙΣΛΑΜ

Από μια άποψη, η χρήση της ισλαμικής ήπιας ισχύος δεν είναι κάτι νέο. Από την δεκαετία του 1960, η Σαουδική Αραβία έχει επενδύσει δισεκατομμύρια δολάρια για να χρηματοδοτήσει την κατασκευή τζαμιών, την διάδοση (συχνά αμφιλεγόμενων) θρησκευτικών κειμένων, και υποτροφίες για σπουδές στα θρησκευτικά πανεπιστήμια της Σαουδικής Αραβίας. Η εξαγωγή της υπερσυντηρητικής εκδοχής του ισλαμισμού από την Σαουδική Αραβία καθοδηγήθηκε από την αίσθηση υποχρέωσης της βασιλικής οικογένειας και του θρησκευτικού κατεστημένου να διαδώσει το Ισλάμ, αλλά εξυπηρετούσε επίσης έναν γεωπολιτικό σκοπό, να επιτρέψει στην Σαουδική Αραβία να αντιπαραβάλλει τον εαυτό της και να ανταγωνιστεί τους περιφερειακούς αντιπάλους της, όπως η Αίγυπτος υπό τον κοσμικό-εθνικιστή πρόεδρο Gamal Abdel Nasser [4] ή το Ιράν μετά το 1979. Η Τεχεράνη χρησιμοποίησε ομοίως την επαναστατική εκδοχή του σιιτικού Ισλάμ του Αγιατολάχ Χομεϊνί για να απεικονιστεί σε ολόκληρο τον κόσμο ως αντι-ιμπεριαλιστική ισλαμική δύναμη.

Από την εποχή των αραβικών εξεγέρσεων του 2011, ωστόσο, έχει αναδειχθεί ως ένα σημαντικό κομμάτι μιας νέας γεωπολιτικής της θρησκείας, όπως αναλύσαμε σε μια πρόσφατη έκθεση [1]. Σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό, τι στο παρελθόν, οι σημερινές μουσουλμανικές κυβερνήσεις προσπαθούν να διαμορφώσουν τον θρησκευτικό τους λόγο και να ελέγξουν την θρησκευτική γνώση ώστε να επιδιώξουν τα δικά τους εθνικά συμφέροντα.

Δείτε την δολοφονία του δημοσιογράφου Jamal Khashoggi [5] από Σαουδάραβες πράκτορες στην Κωνσταντινούπολη τον Οκτώβριο, που προσέφερε την περίεργη εικόνα ενός άκαμπτου ισλαμιστικού καθεστώτος να σκοτώνει έναν αρθρογράφο τον οποίο κατηγορεί ότι ήταν ισλαμιστής. Σήμερα, η Σαουδική Αραβία αντιτίθεται σε ένα συγκεκριμένο είδος ισλαμισμού -αυτό της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Όμως, πριν από δεκαετίες, η Σαουδική Αραβία ήταν πολύ ευχαριστημένη να προσφέρει καταφύγιο και θέσεις εργασίας σε μέλη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, αναθέτοντας μερικές πτυχές του τεράστιου μηχανισμού προσηλυτισμού σε θυγατρικές του ισλαμικού κινήματος. Σε προσωπικότητες των εξόριστων Αδελφών δόθηκαν ανώτερες θέσεις στα πανεπιστήμια της Σαουδικής Αραβίας και πολλοί στελέχωσαν τα υψηλότερα επίπεδα των διεθνών θρησκευτικών οργανώσεων που χρηματοδοτούνται από την Σαουδική Αραβία, όπως το Παγκόσμιο Μουσουλμανικό Σωματείο (Muslim World League) και η Παγκόσμια Συνέλευση των Μουσουλμάνων Νέων (World Assembly of Muslim Youth). Αλλά μετά τις επαναστάσεις του 2011, όταν τα πολιτικά κόμματα που σχετίζονταν με την Αδελφότητα κέρδισαν εκλογές στην Αίγυπτο και την Τυνησία, οι βασιλικές οικογένειες του Κόλπου έφτασαν να βλέπουν την εξέλιξη αυτή ως μια υπαρξιακή απειλή για την επιβίωση των καθεστώτων τους.

Η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα σήμερα χαρακτηρίζουν την Μουσουλμανική Αδελφότητα ως τρομοκρατική οργάνωση. Φοβούμενες ότι το μείγμα της θρησκευτικής ευλάβειας και της οργανωτικής ικανότητας θα επιτρέψει στην ομάδα να γίνει ελκυστική για τους πληθυσμούς τους, προειδοποιούν για τους κινδύνους του ισλαμισμού. Εντούτοις, οι αντι-ισλαμιστές είναι εξίσου πιθανό με τους Ισλαμιστές να αναμείξουν την θρησκεία με την πολιτική –απλώς με διαφορετικό τρόπο.