Οι διαδηλώσεις των κίτρινων γιλέκων και η τραγωδία του Μακρόν | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οι διαδηλώσεις των κίτρινων γιλέκων και η τραγωδία του Μακρόν

Πώς τα Gilets Jaunes έκαμψαν τον Γάλλο πρόεδρο

Σαν να μην ήταν αυτό αρκετό, ο Macron στην συνέχεια ανέλαβε την πρωτοβουλία δημιουργώντας ένα πολιτικό κόμμα από το πουθενά, το οποίο ονόμασε La République en Marche. Το ψηφοδέλτιο του κόμματος, το οποίο περιλάμβανε πολλούς υποψηφίους που δεν είχαν ασκήσει ποτέ πολιτικό αξίωμα, κέρδισε την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών στην Εθνοσυνέλευση. Μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο, ένας 39χρονος που δεν είχε ποτέ εκλεγμένο αξίωμα είχε μετατρέψει τα αδύναμα χαρτιά του σε ένα φλος ρουαγιάλ [στμ: βασιλικό φλος, όρος του πόκερ].

Και «βασιλικό» ήταν πράγματι ο όρος για τον νέο πρόεδρο. Όντας ασυνήθιστα αντανακλαστικός άνθρωπος για πολιτικό, ο ίδιος ο Macron πρότεινε [7] την θεωρία ότι οι Γάλλοι προτιμούν να κυβερνούνται από έναν μονάρχη -αν και εκλεγμένο- διότι η δημοκρατία χωρίς ισχυρή εκτελεστική εξουσία ήταν «ατελής». Οι προηγούμενες τρεις διοικήσεις παρέπαιαν, πίστευε [ο Μακρόν], λόγω της έλλειψης επαρκούς «καθετοποίησης»: Αντί για ισχυρή διακυβέρνηση από πάνω προς τα κάτω , οι πρόεδροι εκείνοι είχαν λυγίσει στην πίεση, υποχώρησαν απέναντι στην αντιπαράθεση από ισχυρά συμφέροντα και από τους πολίτες στους δρόμους, και επέτρεψαν την αναίρεση ή την κατάργηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Αντίθετα, ο ίδιος δεν θα υποχωρούσε ποτέ. Μπέρδεψε το τεράστιο περιθώριο νίκης του ως σαν να ήταν μια εντολή, η οποία ασφαλώς δεν ήταν. Η πλειοψηφία όσων ψήφισαν υπέρ αυτού απορρίπτουν την Le Pen αντί να αγκαλιάζουν τον Macron. Το ήξερε αυτό, αλλά επέλεξε να το αγνοήσει, με την θεωρία ότι η εμφάνιση της ακλόνητης αυτοπεποίθησης θα μπορούσε να αντισταθμίσει την έλλειψη ενεργού υποστήριξης.

Τον Ιούνιο του 2017, στην έξαψη της πλήρους νίκης, αυτό δεν ήταν μια ανόητη θεωρία. Ο de Gaulle ήταν ο ήρωας του Macron και ο de Gaulle είχε δείξει ξανά και ξανά τη δύναμη της απόλυτης αυτοπεποίθησης για να φοβίσει αντιπάλους αβέβαιους για την δύναμή τους. Ο Macron συνέχισε να μπλοφάρει και, αξιοσημείωτα, συνέχισε να κερδίζει -για λίγο. Προώθησε εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις στους εργασιακούς [8] και φορολογικούς [9] κώδικες χωρίς να προκαλέσει σημαντική αντίδραση, αντιμετώπισε [10] επίμονα προβλήματα του γαλλικού εκπαιδευτικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένου του μεγάλου μεγέθους των τάξεων στα δημοτικά σχολεία και του υψηλού ποσοστού εγκατάλειψης μετά το δεύτερο έτος του πανεπιστημίου, και απηύθυνε μια τολμηρή έκκληση για μεταρρύθμιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Λίγοι παρατήρησαν την αντιπολίτευση που είχε αρχίσει να σιγοκαίει σε μικρές πόλεις μακριά από το Παρίσι, όπου οι δήμαρχοι διαμαρτυρήθηκαν [11] ότι οι περικοπές του προϋπολογισμού από τον Macron κατέστησαν αδύνατη την δουλειά τους, και πολύ πριν η αύξηση του φόρου επί των καυσίμων πυροδοτήσει τις διαμαρτυρίες των Gilets Jaunes, οι οδηγοί πήραν τ’ άρματα [12] για μια μείωση του ορίου ταχύτητας.

Ο αδυσώπητος ρεφορμισμός του Macron έμοιαζε προφανώς σε αντίθεση με τον λαϊκιστικό εθνικισμό που εφορμούσε στην ήπειρο. Ο Γάλλος πρόεδρος υποστήριξε ένα φιλοευρωπαϊκό, υπέρ της παγκοσμιοποίησης πρόγραμμα μετασχηματισμού που θα αποκαθιστούσε την ανάπτυξη ενώ «ταυτόχρονα» (μια φράση [13] που επαναλάμβανε τόσο συχνά ο Macron που έγινε αντικείμενο κοροϊδίας) θα έφερνε δουλειές και ως εκ τούτου ελπίδα γα τους χαμένους και τους ξεχασμένους. Αλλά ο Macron ήταν στην πραγματικότητα ένας άκαμπτος ελιτιστής. Ενώ οι λαϊκιστές εκθείαζαν τον απλό λαό και απέρριπταν την ελίτ, ο Macron επαίνεσε τον μεταρρυθμιστικό ζήλο της ελίτ και από καιρό σε καιρό άφηνε να ξεφεύγουν οι αμφιβολίες του για τις αρετές του λαού. Αν οι εργαζόμενοι σε ένα εργοστάσιο κρεατοπαραγωγής προορισμένο να κλείσει δεν μπορούσαν να βρουν νέες θέσεις εργασίας, ήταν επειδή ήταν «αναλφάβητοι» ή «τεμπέληδες» [15]. Οι θέσεις εργασίας περίμεναν, επέμενε, για όσους είχαν την σύνεση να «διασχίσουν δρόμο» [16].

Η κοινωνία, σύμφωνα με τον Macron, ήταν σαν μια ομάδα ορειβατών. Οι πιο εντυπωσιακοί έβρισκαν το δρόμο τους στην κορυφή στην αρχή του [ορειβατικού] σχοινιού [17], τραβώντας τους υπόλοιπους πίσω τους. Με αυτή τη μεταφορά, δικαιολόγησε την απόφασή του να καταργήσει τον φόρο περιουσίας, μια κίνηση που ο αρχηγός της αντιπολίτευσης François Ruffin κάλεσε «το προπατορικό αμάρτημα» [18] του Macronισμού. Ο πρόεδρος φαινόταν να ακούει μόνο τους ανθρώπους που μοιράζονταν το ελίτ εκπαιδευτικό του υπόβαθρο και δεν εκτιμούσε την αντιπαραβολή [19] ατόμων «που είναι επιτυχημένα» με εκείνους που «δεν είναι τίποτα».

Αυτές οι συμπεριφορές του, του κόστισαν ακριβά με τους απλούς ανθρώπους, οι οποίοι διαφορετικά θα ήταν πιο διατεθειμένοι να συγχωρήσουν την αποτυχία του να επενδύσει στα παρακμάζοντα προάστια που φιλοξενούν τις «ορατές μειονότητες» της Γαλλίας ή να επιτρέψει την διέλευση στο Aquarius, ένα πλοίο που διέσωσε τους μετανάστες που βούλιαξαν στη Μεσόγειο . Ενώ η υποστήριξη για τον Macron ψυχράνθηκε μεταξύ της νεαρής, κινούμενης προς τα πάνω αστικής βάσης του, ο θυμός κόχλαζε στις επαρχίες, ιδίως μεταξύ εκείνων που δυσκολεύονταν όλο και περισσότερο να τα βγάλουν πέρα καθώς οι μισθοί έμειναν στάσιμοι, οι τιμές αυξήθηκαν και οι κυβερνητικές μεταρρυθμίσεις ελαφρύνουν το φορολογικό βάρος στο κορυφαίο 1% [του πληθυσμού] ενώ αύξησαν την επιβάρυνση στο κατώτατο 20%. Η κατάργηση του φόρου περιουσίας από τον Macron του προσέδωσε γρήγορα τον χαρακτηρισμό «πρόεδρος των πλουσίων», παρόλο που το συνολικό αποτέλεσμα της συνολικής φορολογικής του δέσμης, σύμφωνα με το Institut des Politiques Publiques, ήταν να αναδιανεμηθεί το εισόδημα [20] από το κορυφαίο 20% στο μεσαίο 50%. Τα μέτρα περικοπής του προϋπολογισμού [21] -συμπεριλαμβανομένου του κλεισίματος σχολείων, νοσοκομείων και δικαστηρίων στις αγροτικές περιοχές, καθώς και οι περικοπές υπηρεσιών σε σιδηροδρομικές γραμμές στην ύπαιθρο- προξένησαν ταλαιπωρίες σε άτομα που ζουν σε λιγότερο πυκνοκατοικημένες περιοχές.