Το γεωπολιτικό «τετράγωνο» ΗΠΑ-Ρωσίας-Ιράν-Σ. Αραβίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το γεωπολιτικό «τετράγωνο» ΗΠΑ-Ρωσίας-Ιράν-Σ. Αραβίας

Ο ρόλος των τιμών του πετρελαίου στην ισορροπία της Μέσης Ανατολής
Περίληψη: 

Οι ΗΠΑ παραμένουν ο ισχυρότερος παίκτης αλλά δεν διαθέτουν το μονοπώλιο της στρατιωτικο-διπλωματικής ισχύος που διέθεταν στις δύο πρώτες μεταψυχροπολεμικές δεκαετίες. Η Ρωσία πλέον αποτελεί αξιόπιστο γεωπολιτικό και στρατιωτικό εταίρο επιλογής για εκείνες τις χώρες, τα καθεστώτα και τις πολιτικές δυνάμεις που η Ουάσινγκτον αντιμάχεται ή έχει αποξενώσει λόγω του δημοκρατικού πειραματισμού της προεδρίας Obama, ενώ η Μόσχα έχει εκ νέου αποκτήσει (στην Συρία) ή επιδιώκει να αποκτήσει (στην Λιβύη και την Υεμένη) τις βάσεις και τις υποδομές για την προβολή της περιφερειακής της ισχύος εις το διηνεκές, επεκτείνοντας εκ νέου την ιστορική της επιρροή στην Αίγυπτο.

Ο Δρ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ είναι επίκουρος καθηγητής Γεωπολιτικής & Ενεργειακής Πολιτικής, στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, μέλος του Δ.Σ. της Hellenic Association for Energy Economics (ΗΑΕΕ) και μέλος του ΙΑΕΕ.

Οι δομικές γεωστρατηγικές αλλαγές που σημειώθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής κατά την τελευταία επταετία μετέβαλλαν δραστικά τόσο το επίπεδο όσο και την ποιότητα των απειλών που πλέον υποσκάπτουν κατά τρόπον πρωτοφανή την περιφερειακή σταθερότητα της ζωτικότερης πετρελαιοπαραγωγικής ζώνης του πλανήτη. Αν και μεγάλο μέρος αυτών των μεταβολών προέκυψαν συνεπεία των αραβικών εξεγέρσεων που ξέσπασαν σχεδόν ταυτόχρονα σε Αίγυπτο, Λιβύη, Συρία, Μπαχρέιν και Υεμένη το 2011, οι ρίζες αυτών των αλλαγών μπορεί να εντοπιστούν στον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις των Αμερικανών προέδρων Bush Jr. και Obama διαχειρίστηκαν την ανοικτή πληγή της στρατιωτικής τους εμπλοκής τους στο Ιράκ.

Η στρατηγική μυωπία των υπερ-συντηρητικών γερακιών της κυβέρνησης Bush Jr. έως και το 2006 είχε οδηγήσει την Ουάσινγκτον σε μια πολιτική αδιεξόδου καθώς όλες οι υποθέσεις εργασίας του Πενταγώνου και του Λευκού Οίκου για τις δυνατότητες μετατροπής του Ιράκ σε φυτώριο προώθησης της «δημοκρατίας» στη Μέση Ανατολή είχαν διαψευσθεί οικτρά. Οι Αμερικανοί στρατηγιστές βρίσκονταν ενώπιον ενός διερυνόμενου τέλματος, σε μια κατάσταση άρνησης αναφορικά με το μέγεθος των πολλαπλών εξεγέρσεων που αντιμετώπιζαν στο Ιράκ και του υπερπολλαπλάσιου υλικού και ανθρώπινου κόστους που θα είχε -σε σχέση με αυτό που αρχικά υπολόγιζαν- η απόφασή τους να ανατρέψουν τον Saddam Hussein το 2003 [1].

Μη μπορώντας να ακολουθήσουν μια ριζοσπαστική πολιτική που θα νομιμοποιούσε διεθνώς τον από το 2005 χαραγμένο στο ομοσπονδιακό σύνταγμα του Ιράκ, εσωτερικό του διαμελισμό με βάση την δογματική ή εθνοτική συγκέντρωση πληθυσμών, οι ΗΠΑ αποφάσισαν να αξιοποιήσουν την στρατιωτική τους ισχύ για να στηρίξουν τις ομοσπονδιακές δομές του ιρακινού κράτους. Το εάν αυτές οι δομές θα μπορούσαν να μετεξελιχθούν σε ένα πραγματικά βιώσιμο και λειτουργικό κράτος μετά την ενδεχόμενη αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων είτε διέλαθε της προσοχής των Αμερικανών ιθυνόντων είτε θεωρήθηκε ήσσονος σημασίας παράγων μπροστά στην ανάγκη να περιορισθεί η δραματικά αυξανόμενη ιρανική επιρροή στο Ιράκ και μέσω αυτού σε όλη τη Μέση Ανατολή. Η ανικανότητα της Ουάσινγκτον να έρθει σε κάποια μορφή συνεννόησης με τις σουνιτικές πολιτικές και στρατιωτικές δυνάμεις οι οποίες επεβίωσαν της πτώσης του Saddam Hussein, προκάλεσε την πρώτη φάση της σουνιτικής εξέγερσης που όμως πολύ γρήγορα έλαβε τη μορφή ενός ανοικτού εμφυλίου πολέμου στην βάση σεκταριστικών διαφορών μεταξύ των Σουνιτών και των Σιιτών του Ιράκ, καθώς η ιρακινή αντίσταση αποτέλεσε το δεύτερο, μετά το ψυχροπολεμικό Αφγανιστάν, πεδίο διεξαγωγής της διεθνούς τζιχάντ κατά των ΗΠΑ και των συμμάχων τους [2].

Το καθεστώς του Assad στην Συρία, πιστό στην ανάγκη έξωσης των Αμερικανών από το Ιράκ και σε στενή συμμαχία με το Ιράν ως επιφανές τμήμα του λεγόμενου σιιτικού άξονα ήδη από την αντι-σανταμική τους συμμαχία το 1982, αποτέλεσε μια από τις βασικές διόδους τροφοδοσίας και υποστήριξης των σουνιτικών ομάδων αντίστασης που γρήγορα ενσωματώθηκαν ή επισκιάστηκαν από την εισαγωγή τζιχαντιστικών πυρήνων [3], οι οποίοι μετέτρεψαν την αντιαμερικανική εξέγερση σε έναν παράλληλο αδελφοκτόνο δογματικό πόλεμο. Οι τζιχαντιστές που έθεσαν υπό την έλεγχο τους μεγάλο κομμάτι του σουνιτικού τμήματος του Ιράκ την περίοδο 2004-2007 δεν είχαν μόνο ως στόχο την εκδίωξη των Αμερικανών από το Ιράκ αλλά τη μετατροπή του σε ένα σουνιτικό Χαλιφάτο που θα προϋπέθετε ακόμη και την φυσική εξόντωση των «αποστατών» Σιιτών, οι οποίοι ήρθαν για πρώτη φορά στην εξουσία μετά το τέλος των οθωμανο-σαφαβιδικών πολέμων του 17ου και 18ου αιώνα [4].

Αν και το αυτο-αποκαλούμενο Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ, που αυτονομήθηκε στην πράξη και από επιχειρησιακή και από ιδεολογική άποψη από την Al-Qaeda ήδη από το 2005, ουδέποτε είχε επαρκή ισχύ για να επιτύχει οποιονδήποτε από τους δύο αυτούς στόχους, πέτυχε να δηλητηριάσει σε τέτοιο σημείο τις σχέσεις των δύο κύριων θρησκευτικών ιρακινών ομάδων που κατέστρεψε την πιθανότητα επιτυχίας των βασικών πολιτικών στοχεύσεων της Ουάσιγκτον: Την λειτουργικότητα δηλαδή ενός ομόσπονδου ιρακινού κράτους που θα περιόριζε τις ηγεμονικές φιλοδοξίες και την επιρροή της Τεχεράνης. Η στρατιωτική ήττα των τζιχαντιστών έως το 2010 [5] και ο περιορισμός της δράσης των υποστηριζόμενων από την Τεχεράνη σιιτικών πολιτοφυλάκων, μέρος των οποίων ενσωματώθηκε στα ομοσπονδιακά σώματα ασφαλείας κατά την κυβέρνηση του al-Maliki, οδήγησε τους Αμερικανούς στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι είχαν κερδίσει και το πολιτικό στοίχημα του πολέμου.

ΤΑ ΛΑΘΗ ΤΟΥ ΟΜΠΑΜΑ

Ο διάδοχος του Bush Jr., ο Barack Hussein Obama, προχώρησε σε αυτό το λογικό άλμα ίσως διότι αυτό το συμπέρασμα «έδενε» με την αντιπολεμική μεταστροφή της αμερικανικής κοινής γνώμης η οποία παγιώθηκε κατά την περίοδο της δεύτερης τετραετίας του προκατόχου του. Ο ίδιος άλλωστε εκμεταλλεύθηκε αυτή τη μεταστροφή για να διασφαλίσει την εκλογή του το 2008. Ο νέος Αμερικανός πρόεδρος επιχειρούσε με αυτή του την επιλογή να επιστρέψει τις ΗΠΑ στον παραδοσιακό τους ρόλο ως εξωχώριου εξισορροπιστή (offshore balancer) της ισορροπίας δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, ρόλο που οι Αμερικανοί είχαν διαδραματίσει κατά την διάρκεια της περιόδου της πιστής εφαρμογής του δόγματος Carter (1979-2003).

Η απόφαση του Bush Jr. να εισβάλλει στο Ιράκ και να παραμείνει στο διηνεκές ως de facto κατοχική δύναμη καθιστούσε τις ΗΠΑ αναπόφευκτα τμήμα και παραγωγό του δομικού προβλήματος αποσταθεροποίησης της Μέσης Ανατολής. Η ανάλυση του Obama ήταν σωστή ως προς το συγκεκριμένο σημείο. Το σφάλμα του ίσως να εντοπίζεται στο ότι υπερεκτίμησε την δυνατότητα της ιρακινής κυβέρνησης και των ομοσπονδιακών δομών που η ίδια η Ουάσινγκτον είχε οικοδομήσει στο Ιράκ με κορυφαίο τον ιρακινό στρατό, να λειτουργήσουν χωρίς την προστατευτική παρουσία του αμερικανικού στρατού.