Το γεωπολιτικό «τετράγωνο» ΗΠΑ-Ρωσίας-Ιράν-Σ. Αραβίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το γεωπολιτικό «τετράγωνο» ΗΠΑ-Ρωσίας-Ιράν-Σ. Αραβίας

Ο ρόλος των τιμών του πετρελαίου στην ισορροπία της Μέσης Ανατολής

Οι δομικές γεωστρατηγικές αλλαγές που σημειώθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής κατά την τελευταία επταετία μετέβαλλαν δραστικά τόσο το επίπεδο όσο και την ποιότητα των απειλών που πλέον υποσκάπτουν κατά τρόπον πρωτοφανή την περιφερειακή σταθερότητα της ζωτικότερης πετρελαιοπαραγωγικής ζώνης του πλανήτη. Αν και μεγάλο μέρος αυτών των μεταβολών προέκυψαν συνεπεία των αραβικών εξεγέρσεων που ξέσπασαν σχεδόν ταυτόχρονα σε Αίγυπτο, Λιβύη, Συρία, Μπαχρέιν και Υεμένη το 2011, οι ρίζες αυτών των αλλαγών μπορεί να εντοπιστούν στον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις των Αμερικανών προέδρων Bush Jr. και Obama διαχειρίστηκαν την ανοικτή πληγή της στρατιωτικής τους εμπλοκής τους στο Ιράκ.

Η στρατηγική μυωπία των υπερ-συντηρητικών γερακιών της κυβέρνησης Bush Jr. έως και το 2006 είχε οδηγήσει την Ουάσινγκτον σε μια πολιτική αδιεξόδου καθώς όλες οι υποθέσεις εργασίας του Πενταγώνου και του Λευκού Οίκου για τις δυνατότητες μετατροπής του Ιράκ σε φυτώριο προώθησης της «δημοκρατίας» στη Μέση Ανατολή είχαν διαψευσθεί οικτρά. Οι Αμερικανοί στρατηγιστές βρίσκονταν ενώπιον ενός διερυνόμενου τέλματος, σε μια κατάσταση άρνησης αναφορικά με το μέγεθος των πολλαπλών εξεγέρσεων που αντιμετώπιζαν στο Ιράκ και του υπερπολλαπλάσιου υλικού και ανθρώπινου κόστους που θα είχε -σε σχέση με αυτό που αρχικά υπολόγιζαν- η απόφασή τους να ανατρέψουν τον Saddam Hussein το 2003 [1].

Μη μπορώντας να ακολουθήσουν μια ριζοσπαστική πολιτική που θα νομιμοποιούσε διεθνώς τον από το 2005 χαραγμένο στο ομοσπονδιακό σύνταγμα του Ιράκ, εσωτερικό του διαμελισμό με βάση την δογματική ή εθνοτική συγκέντρωση πληθυσμών, οι ΗΠΑ αποφάσισαν να αξιοποιήσουν την στρατιωτική τους ισχύ για να στηρίξουν τις ομοσπονδιακές δομές του ιρακινού κράτους. Το εάν αυτές οι δομές θα μπορούσαν να μετεξελιχθούν σε ένα πραγματικά βιώσιμο και λειτουργικό κράτος μετά την ενδεχόμενη αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων είτε διέλαθε της προσοχής των Αμερικανών ιθυνόντων είτε θεωρήθηκε ήσσονος σημασίας παράγων μπροστά στην ανάγκη να περιορισθεί η δραματικά αυξανόμενη ιρανική επιρροή στο Ιράκ και μέσω αυτού σε όλη τη Μέση Ανατολή. Η ανικανότητα της Ουάσινγκτον να έρθει σε κάποια μορφή συνεννόησης με τις σουνιτικές πολιτικές και στρατιωτικές δυνάμεις οι οποίες επεβίωσαν της πτώσης του Saddam Hussein, προκάλεσε την πρώτη φάση της σουνιτικής εξέγερσης που όμως πολύ γρήγορα έλαβε τη μορφή ενός ανοικτού εμφυλίου πολέμου στην βάση σεκταριστικών διαφορών μεταξύ των Σουνιτών και των Σιιτών του Ιράκ, καθώς η ιρακινή αντίσταση αποτέλεσε το δεύτερο, μετά το ψυχροπολεμικό Αφγανιστάν, πεδίο διεξαγωγής της διεθνούς τζιχάντ κατά των ΗΠΑ και των συμμάχων τους [2].

Το καθεστώς του Assad στην Συρία, πιστό στην ανάγκη έξωσης των Αμερικανών από το Ιράκ και σε στενή συμμαχία με το Ιράν ως επιφανές τμήμα του λεγόμενου σιιτικού άξονα ήδη από την αντι-σανταμική τους συμμαχία το 1982, αποτέλεσε μια από τις βασικές διόδους τροφοδοσίας και υποστήριξης των σουνιτικών ομάδων αντίστασης που γρήγορα ενσωματώθηκαν ή επισκιάστηκαν από την εισαγωγή τζιχαντιστικών πυρήνων [3], οι οποίοι μετέτρεψαν την αντιαμερικανική εξέγερση σε έναν παράλληλο αδελφοκτόνο δογματικό πόλεμο. Οι τζιχαντιστές που έθεσαν υπό την έλεγχο τους μεγάλο κομμάτι του σουνιτικού τμήματος του Ιράκ την περίοδο 2004-2007 δεν είχαν μόνο ως στόχο την εκδίωξη των Αμερικανών από το Ιράκ αλλά τη μετατροπή του σε ένα σουνιτικό Χαλιφάτο που θα προϋπέθετε ακόμη και την φυσική εξόντωση των «αποστατών» Σιιτών, οι οποίοι ήρθαν για πρώτη φορά στην εξουσία μετά το τέλος των οθωμανο-σαφαβιδικών πολέμων του 17ου και 18ου αιώνα [4].

Αν και το αυτο-αποκαλούμενο Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ, που αυτονομήθηκε στην πράξη και από επιχειρησιακή και από ιδεολογική άποψη από την Al-Qaeda ήδη από το 2005, ουδέποτε είχε επαρκή ισχύ για να επιτύχει οποιονδήποτε από τους δύο αυτούς στόχους, πέτυχε να δηλητηριάσει σε τέτοιο σημείο τις σχέσεις των δύο κύριων θρησκευτικών ιρακινών ομάδων που κατέστρεψε την πιθανότητα επιτυχίας των βασικών πολιτικών στοχεύσεων της Ουάσιγκτον: Την λειτουργικότητα δηλαδή ενός ομόσπονδου ιρακινού κράτους που θα περιόριζε τις ηγεμονικές φιλοδοξίες και την επιρροή της Τεχεράνης. Η στρατιωτική ήττα των τζιχαντιστών έως το 2010 [5] και ο περιορισμός της δράσης των υποστηριζόμενων από την Τεχεράνη σιιτικών πολιτοφυλάκων, μέρος των οποίων ενσωματώθηκε στα ομοσπονδιακά σώματα ασφαλείας κατά την κυβέρνηση του al-Maliki, οδήγησε τους Αμερικανούς στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι είχαν κερδίσει και το πολιτικό στοίχημα του πολέμου.

ΤΑ ΛΑΘΗ ΤΟΥ ΟΜΠΑΜΑ

Ο διάδοχος του Bush Jr., ο Barack Hussein Obama, προχώρησε σε αυτό το λογικό άλμα ίσως διότι αυτό το συμπέρασμα «έδενε» με την αντιπολεμική μεταστροφή της αμερικανικής κοινής γνώμης η οποία παγιώθηκε κατά την περίοδο της δεύτερης τετραετίας του προκατόχου του. Ο ίδιος άλλωστε εκμεταλλεύθηκε αυτή τη μεταστροφή για να διασφαλίσει την εκλογή του το 2008. Ο νέος Αμερικανός πρόεδρος επιχειρούσε με αυτή του την επιλογή να επιστρέψει τις ΗΠΑ στον παραδοσιακό τους ρόλο ως εξωχώριου εξισορροπιστή (offshore balancer) της ισορροπίας δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, ρόλο που οι Αμερικανοί είχαν διαδραματίσει κατά την διάρκεια της περιόδου της πιστής εφαρμογής του δόγματος Carter (1979-2003).

Η απόφαση του Bush Jr. να εισβάλλει στο Ιράκ και να παραμείνει στο διηνεκές ως de facto κατοχική δύναμη καθιστούσε τις ΗΠΑ αναπόφευκτα τμήμα και παραγωγό του δομικού προβλήματος αποσταθεροποίησης της Μέσης Ανατολής. Η ανάλυση του Obama ήταν σωστή ως προς το συγκεκριμένο σημείο. Το σφάλμα του ίσως να εντοπίζεται στο ότι υπερεκτίμησε την δυνατότητα της ιρακινής κυβέρνησης και των ομοσπονδιακών δομών που η ίδια η Ουάσινγκτον είχε οικοδομήσει στο Ιράκ με κορυφαίο τον ιρακινό στρατό, να λειτουργήσουν χωρίς την προστατευτική παρουσία του αμερικανικού στρατού.

Ακόμη και εάν ένας σουνιτικο-σιιτικός εθνικός ιρακινός στρατός ήταν σε θέση να αναλάβει την διατήρηση της τάξης μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ, θα έπρεπε κανείς να αναμένει την παραμονή μερικών δεκάδων χιλιάδων Αμερικανών στρατιωτών στο Ιράκ σε βάσεις στρατηγικά τοποθετημένες, έτσι ώστε να εγγυώνται την ασφαλή λειτουργία των τεράστιων πετρελαιοπαραγωγών πεδίων του βόρειου, και πρωτίστως νοτιοδυτικού και νοτιοανατολικού Ιράκ, όπου και εντοπίζεται το 80% του συνόλου των ενεργών πετρελαιοπαραγωγών πεδίων της χώρας. Ακόμη και η έκθεση του δικομματικού Iraq Study Group που σε συνάρτηση με την απώλεια του ελέγχου του Κογκρέσου από τους Ρεπουμπλικάνους τον Νοέμβριο του 2006, συνέβαλε στην αποχώρηση των Rumsfeld και Wolfowitz από την ηγεσία του Πενταγώνου, προέβλεπε ήδη από το 2006 την αορίστου χρόνου παραμονή περίπου 20.000 Αμερικανών στρατιωτικών σε υποστηρικτικό ρόλο της όποιας ιρακινής κυβέρνησης τελικά επικρατούσε στους παράλληλους εμφυλίους πολέμους που διέλυαν την εθνική συγκρότηση της χώρας [6].

Εξ’ ίσου σημαντικό ήταν το λάθος του προέδρου Obama να υποτιμήσει την επιρροή που είχε οικοδομήσει η Τεχεράνη έναντι σχεδόν του συνόλου του σιιτικού πολιτικού φάσματος του Ιράκ για μια περίπου δεκαετία μετά την πτώση του σανταμικού καθεστώτος. Όταν, όμως, ο Obama υποχρεώθηκε να φύγει από την κυβέρνηση al-Maliki, θα έπρεπε να γνωρίζει ότι το Ιράκ που άφηνε πίσω του δεν ήταν ούτε «σταθερό» ούτε «αυτοδύναμο» όπως ο ίδιος το χαρακτήρισε στις 14 Δεκεμβρίου 2011 [7]. Το αποτέλεσμα ήταν ότι όταν ο Obama συνειδητοποίησε το λάθος του, η απόπειρα των Αμερικανών να κρατήσουν έστω και 3.000-5.000 στρατιώτες στο Ιράκ πέραν της διορίας υποχώρησης της 31ης Δεκεμβρίου 2011, συγκρούστηκε τόσο με τις εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες της ιρακινής πολιτικής σκηνής όσο και με την καταλυτική ιρανική πολιτική επιρροή επί της Βαγδάτης, που εδραιώθηκε με την κυβέρνηση του al-Maliki [8].

26122018-2.jpg

Ο πρόεδρος της Συρίας Μπασάρ Αλ Άσαντ χαιρετά υποστηρικτές του κατά την διάρκεια των προσευχών του Eid al-Adha σε ένα τζαμί στην Δαμασκό της Συρίας, στις 21 Αυγούστου 2018. SANA/Handout via REUTERS
------------------------------------------------------------------------------------------

Δέκα περίπου χρόνια μετά την απελευθέρωση του Ιράκ από την δικτατορία του Saddam Hussein, οι αμερικανικές δυνάμεις που άφησαν σχεδόν 5.000 νεκρούς στα ιρακινά χώματα, εκδιώχθηκαν παρά την βούληση της Ουάσινγκτον [9] από την πλουσιότερη πετρελαιοφόρα περιοχή της Μέσης Ανατολής μετά την Σαουδική Αραβία, με βεβαιωμένα αποθέματα πετρελαίου εφάμιλλα με εκείνα του Ιράν. Η παρουσία των αμερικανικών πετρελαϊκών εταιριών στο Ιράκ είναι ιδιαιτέρως περιορισμένη και επικεντρώνεται στην συμμετοχή της Exxon στην αύξηση της παραγωγής πετρελαίου από το πεδίο West Qurna και στην παρουσία της Chevron στην Erbil του κουρδικού Ιράκ, όπου ακόμη δεν έχει ολοκληρώσει το εξερευνητικό/γεωτρητικό της έργο [10]. Οι Αμερικανοί σε καμία περίπτωση δεν ελέγχουν ή ποδηγετούν τις ιρακινές πετρελαϊκές επιλογές και δεν τέθηκε ποτέ ουσιαστικό ζήτημα αποχώρησης του Ιράκ από τον ΟΠΕΚ, του οποίου η χώρα αποτελεί ιδρυτικό μέλος, και μετατροπής του σε αμερικανικό πετρελαϊκό προτεκτοράτο. Εάν οι Αμερικανοί εισέβαλλαν στο Ιράκ για να το ελέγξουν από πετρελαϊκή άποψη, όπως διατείνονται διάφοροι αναλυτές [11], μάλλον θα πρέπει να έχουν απογοητευθεί από το αποτέλεσμα.

Είναι δε αξιοσημείωτο ότι όταν αποχώρησαν οι Αμερικανοί το 2011, η ιρακινή πετρελαϊκή παραγωγή είχε αυξηθεί οριακά από τα 2,5 εκατομμύρια βαρέλια/ημέρα του 2001 στα 2,8 εκατ. β/η το 2011. Η εντυπωσιακή αύξηση της ιρακινής πετρελαϊκής παραγωγής που πλέον έχει φτάσει να ανταγωνίζεται εκείνη του Ιράν και μετά βεβαιότητας θα την ξεπεράσει «διασφαλίζοντας» την δεύτερη θέση στο εσωτερικό του ΟΠΕΚ μετά την επανενεργοποίηση των αμερικανικών κυρώσεων κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2018, αποτελεί επίτευγμα των ιρακινών κυβερνήσεων. Παρά την πίεση του ISIS, ιδίως μετά το 2014, οι Ιρακινοί αύξησαν την παραγωγή τους από τα 2,8 εκατ. β/η το 2011 στα 4,52 εκατ. β/η το 2017, μια αύξηση σχεδόν της τάξης του 65%, επίτευγμα που κατά την ίδια περίοδο ξεπέρασαν μόνο οι ΗΠΑ [12]. Ενδεικτικό του μεγέθους που έχει το ιρακινό επίτευγμα είναι το γεγονός ότι το ιστορικό ζενίθ της ιρακινής πετρελαϊκής παραγωγής (3,75 εκατ. β/η) είχε σημειωθεί το 1979, πριν ο Saddam Hussein βυθίσει την χώρα του σε 24 χρόνια αδιάκοπων πολέμων και διεθνών οικονομικών κυρώσεων [13].

Ο ιρακινός πόλεμος (2003-2011) κόστισε στις ΗΠΑ συνολικά 1,7 τρισ. δολάρια εκ των οποίων 61 δισ. επενδύθηκαν στην ανοικοδόμηση των υποδομών και την οικοδόμηση της ομοσπονδιακής λειτουργίας της χώρας και των οργανικών θεσμών προστασίας της, με σημαντικότερο τον Ιρακινό στρατό [14]. Ωστόσο, το μέγεθος της αμερικανικής αποτυχίας, αλλά και του στρατηγικού σφάλματος του Obama να απαγκιστρωθεί από το Ιράκ, θα αναδειχθεί μετά την επάνοδο -ήδη από το 2012- του ISIS στο σουνιτικό τρίγωνο του Ιράκ. Η κατάρρευση του κυρίως σιιτικά επανδρωμένου, ιρακινού ομοσπονδιακού στρατού απέναντι στις «ταξιαρχίες» του ISIS το πρώτο εξάμηνο του 2014, συνέβαλλαν καταλυτικά στη μετέπειτα γιγάντωση του ISIS και την αυτο-ανακήρυξή του σε Χαλιφάτο τον Ιούνιο του 2014.

Η ανικανότητα του προέδρου Obama να εμποδίσει την πλήρη αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από το Ιράκ, δυνάμεων που θα μπορούσαν να είχαν αποτρέψει την αναγέννηση του ISIS όπως τον κατέκρινε ο τέως υπουργός Άμυνας του, Leon Panetta, το 2014 [15], θα μπορούσε ενδεχομένως να δικαιολογηθεί ως μια απόφαση χαμηλού ρίσκου εάν κατά την συγκεκριμένη χρονική περίοδο όλη η υπόλοιπη περιοχή της Μέσης Ανατολής χαρακτηριζόταν από γεωπολιτική «νηνεμία», ανάλογη εκείνης της πρώτης μεταψυχροπολεμικής περιόδου (1991-2001). Ωστόσο, αντί της νηνεμίας, επικρατούσαν θυελλώδεις άνεμοι, γεωπολιτικοί «κυκλώνες» που σάρωναν δομικά συστατικά στοιχεία της περιφερειακής σταθερότητας, καθώς βασικές μονάδες του συστήματος ισορροπίας, όπως η Συρία, η Λιβύη και, από το 2014, το Ιράκ, διαλύονταν μέσα στην δίνη παράλληλων εμφύλιων σπαραγμών.

Αυτό που έκανε αυτή την κατάρρευση πιο δύσκολο να προβλεφθεί, να ελεγχθεί και να αντιμετωπισθεί ήταν ότι η διάλυση αυτών των κρατών δεν ερχόταν ως αποτέλεσμα διακρατικής βίας που προήλθε από ένα κράτος της περιοχής, όπως η επίθεση του Ιράκ εναντίον του Ιράν το 1980 και του Κουβέϊτ το 1991, ή λόγω εξω-περιφερειακής επέμβασης όπως η σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν το 1979 και η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003. Οι αιτίες της διάλυσης ετούτης ήταν κατά κύριο λόγο εσωτερικές, και σχετίζονταν με τη μερική ή ολική εσωτερική απο-νομιμοποίηση των εν λόγω καθεστώτων [16], η οποία, ανά χώρα και κοινωνία, ελάμβανε διαφορετική, αλλά πάντοτε βίαιη μορφή, με τη μοναδική ίσως εξαίρεση της Τυνησίας.

Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοι τους επέλεξαν είτε να εμπλακούν (Λιβύη, Συρία) είτε να μην εμπλακούν (Αίγυπτος, Ιράκ, Μπαχρέϊν, Υεμένη) στις επαναστατικές διαδικασίες που μετασχημάτισαν τη Μέση Ανατολή έως το β’ εξάμηνο το 2014 όταν άρχισαν να βομβαρδίζουν το ISIS, διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο μεταβλήθηκε επί το πολυπολικότερον το σύστημα ισορροπίας δυνάμεων στην περιοχή. Αυτή η περιφερειακή πολυπολικότητα [17] προέκυψε και λόγω της ρωσικής στρατιωτικής επέμβασης στην Συρία, και λόγω της περαιτέρω αυτονόμησης της Αιγύπτου και του βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας από την αμερικανική ηγεμονική σφαίρα επιρροής. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αμερικανική υπεροπλία ιδίως στο υποσύστημα του Περσικού Κόλπου έχει διαρραγεί, αλλά είναι αδιαμφισβήτητο πλέον το γεγονός ότι η αμερικανική περιφερειακή ηγεμονία που εγκαθιδρύθηκε με τον πόλεμο του Κόλπου το 1991 έχει πλέον παρέλθει, ενδεχομένως ανεπιστρεπτί [18].

Η Αμερική παραμένει ο ισχυρότερος παίκτης αλλά δεν διαθέτει το μονοπώλιο της στρατιωτικο-διπλωματικής ισχύος που διέθετε στις δύο πρώτες μεταψυχροπολεμικές δεκαετίες. Η Ρωσία πλέον αποτελεί αξιόπιστο γεωπολιτικό και στρατιωτικό εταίρο επιλογής για εκείνες τις χώρες, τα καθεστώτα και τις πολιτικές δυνάμεις που η Ουάσινγκτον αντιμάχεται ή έχει αποξενώσει λόγω του δημοκρατικού πειραματισμού της προεδρίας Obama [19], ενώ η Μόσχα έχει εκ νέου αποκτήσει (στην Συρία) ή επιδιώκει να αποκτήσει (στην Λιβύη και την Υεμένη) τις βάσεις και τις υποδομές για την προβολή της περιφερειακής της ισχύος εις το διηνεκές, επεκτείνοντας εκ νέου την ιστορική της επιρροή στην Αίγυπτο [20].

Εξίσου σημαντικό, ή ίσως και σημαντικότερο, είναι το γεγονός ότι η στρατηγική αβελτηρία που επέδειξε η κυβέρνηση Obama είχε ως αποτέλεσμα να διαρραγεί ο βαθμός εμπιστοσύνης που υπήρχε ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και στους δύο σημαντικότερους περιφερειακούς της συμμάχους, η συνεργασία των οποίων ήταν και είναι απαραίτητη για την διατήρηση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας μετά την ανατροπή του Σάχη: Την Αίγυπτο και την Σαουδική Αραβία. Η έμμεση στήριξη ή καλύτερα η ανοχή που οι ΗΠΑ προσέφεραν στις επαναστατικές δυναμικές που αποκαθήλωσαν το καθεστώς Mubarak το 2011 [21] και η άμεση στήριξή τους έναν μήνα αργότερα στη ΝΑΤΟϊκή επιχείρηση εκθρόνισης του Qaddafi, μπορούσαν να δικαιολογηθούν και ως μια προσπάθεια πειραματισμού της Ουάσινγκτον με την δημοκρατική δυναμική που ενδεχομένως να αναμόρφωνε την περιφερειακή πολιτική τάξη πραγμάτων, κάτι που άλλωστε διαφαίνεται και από τα απομνημονεύματα του τότε υπουργού Αμύνης των ΗΠΑ, Robert Gates [22].

Ο ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ

Πέραν των όποιων ιδεοληπτικών τους αγκυλώσεων, οι ΗΠΑ, άλλωστε, προσπάθησαν πάντοτε σε επίπεδο Realpolitik αρχικά να συνεννοηθούν και εν γένει να μην αποξενώσουν επαναστατικές κυβερνήσεις που έρχονταν στην εξουσία σε διάφορα κράτη της Μέσης Ανατολής τα τελευταία 65 χρόνια. Επέλεγαν, δηλαδή, να υιοθετούν μια πολιτική αναμονής του τρόπου με τον οποίο θα εξελίσσετο η εξωτερική πολιτική των εν λόγω επαναστατικών δυνάμεων πριν τοποθετηθούν, χωρίς να αποκλείσουν το ενδεχόμενο μερικής στήριξης ή έστω ανοχής των επαναστατών. Αυτό έκαναν έναντι του Nasser την περίοδο 1952-1956, έναντι του Qaddafi για περίπου μια δεκαετία μετά την επανάσταση του 1969, ακόμη και έναντι των ιρανικών πολιτικών δυνάμεων που ανέτρεψαν τον Σάχη τον Δεκέμβριο του 1978 έως την άλωση της αμερικανικής πρεσβείας στην Τεχεράνη τον Νοέμβριο του 1979.

Το μεγαλύτερο λάθος των ΗΠΑ έναντι της παρούσας αιγυπτιακής κυβέρνησης, που επιχειρεί να επιδιορθώσει η κυβέρνηση Trump [23], είναι ότι φάνηκε πρόθυμη να ακολουθήσει μια πολιτική συγκατάνευσης έναντι της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και της προεδρίας Morsi και ότι -ακόμη χειρότερο- όταν ο Morsi ανετράπη από την αντεπανάσταση του στρατηγού al-Sissi, η Ουάσινγκτον και πολλοί Ευρωπαίοι σύμμαχοί της απέφυγαν επί μακρόν να νομιμοποιήσουν και να στηρίξουν διπλωματικά το νέο καθεστώς [24]. Οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η μεγάλη πλειοψηφία των ευρωπαϊκών κρατών ομοθυμαδόν καταδίκασαν την αντεπανάσταση του Ιουλίου 2013 και απείχαν ή σκοπίμως «σνόμπαραν» την τελετή αναγόρευσης του στρατηγού al-Sissi στην Προεδρία της Αιγύπτου τον Ιούνιο του 2014. Ένας από τους βασικούς λόγους για την άνθιση της τριμερούς συνεργασίας Ελλάδος-Κύπρου-Αιγύπτου είναι ότι η Αθήνα και η Λευκωσία επέλεξαν επιτυχώς να διαφοροποιήσουν εγκαίρως την στάση τους υπέρ της κυβέρνησης Sissi [25] συνειδητοποιώντας ενδεχομένως την ένταση και το βάθος της στρατηγικής συνεννόησης και σύμπραξης που χαρακτήρισε και χαρακτηρίζει την ιδεολογική και γεωπολιτική συμμαχία ανάμεσα στον Erdogan και τις δυνάμεις της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην Αίγυπτο, την Λιβύη και την Συρία [26].

26122018-3.jpg

Ο Αμερικανός πρόεδρος, Μπαράκ Ομπάμα, χαιρετά τον πρωθυπουργό του Ιράκ, Nuri al-Maliki, μετά από συνάντηση με δημοσιογράφους μετά την συνάντησή τους στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου, στην Ουάσινγκτον, την 1η Νοεμβρίου 2013. REUTERS/Jonathan Ernst
---------------------------------------------------------------------------------------

Υπό το αυτό το πλαίσιο δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη το γεγονός, όπως εύστοχα σημειώνει και ο Henry Kissinger, ότι η παρούσα αιγυπτιακή κυβέρνηση είναι συνειδητά «απομακρυσμένη από μια ιστορική συμμαχία με την Αμερική, προτιμώντας μεγαλύτερη ευχέρεια χειρισμών» [27]. Υπό αυτό το πρίσμα δεν θα πρέπει να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι βασικοί αμυντικοί εταίροι της Αιγύπτου δεν είναι πλέον οι ΗΠΑ αλλά πρωτίστως η Γαλλία και δευτερευόντως η Ρωσία [28]. Δεν είναι επίσης τυχαίο το ότι οι βασικοί οικονομικοί και ενεργειακοί αρωγοί της δοκιμαζόμενης αιγυπτιακής οικονομίας κατά την περίοδο 2013-2015 δεν ήταν οι «αμέτοχες» ΗΠΑ αλλά οι πετρελαϊκές μοναρχίες της Σαουδικής Αραβίας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ) και του Κουβέϊτ, που φοβούνταν τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και την εξάπλωση της επιρροής της στον Περσικό Κόλπο με επίνειό της το Κατάρ.

Τα κράτη αυτά, υπό την καθοδήγηση της Σαουδικής Αραβίας, εξέλαβαν την «εγκατάλειψη» του Mubarak από τις ΗΠΑ ως κακό προάγγελο για την αξιοπιστία που θα είχε η αμερικανική εγγύηση ασφαλείας για τα ίδια σε περίπτωση ανάγκης, ιδίως εάν αυτή η ανάγκη ελάμβανε τη μορφή μιας γενικευμένης εξέγερσης. Η «αδιαφορία» του Obama για την τύχη του Mubarak και η μη-καταδίκη των κινημάτων διαμαρτυρίας του αραβικού πολιτικού ακτιβισμού, ερμηνεύθηκε από τις αραβικές μοναρχίες του Κόλπου και κυρίως το βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας [29], ως ανατροπή ή αμφισβήτηση της διακήρυξης του προέδρου Reagan τον Απρίλιο του 1981, η οποία επεξέτεινε την εφαρμογή του Δόγματος Carter και σε δυνητικές απειλές που θα μπορούσαν να ανατρέψουν τα βασιλικά καθεστώτα εκ των έσω [30].

Η ΣΚΛΗΡΗ ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ Σ. ΑΡΑΒΙΑΣ

Όταν αυτές οι απειλές ενσαρκώθηκαν μέσα από τις διαμαρτυρίες της σιιτικής μειονότητας στην Ανατολική επαρχία της Σαουδικής Αραβίας [31] και της σιιτικής πλειονότητας στο Μπαχρέιν τον Φεβρουάριο-Μάρτιο 2011, η αντίδραση του Ριάντ και του Άμπου Ντάμπι ήταν ακαριαία διευκολύνοντας, μέσα από την κινητοποίηση 4.500 ανδρών της Peninsula Shield Force (PSF), τo καθεστώτος Al-Khalifa να καταστείλει με στρατιωτικά μέσα την γενικευμένη σιιτική εξέγερση, τη μοναδική σιιτική εξέγερση της αραβικής «άνοιξης». Ήταν η πρώτη φορά που οι δυνάμεις της PSF, του στρατιωτικού δηλαδή βραχίονα του Gulf Cooperation Council (GCC) κινητοποιήθηκαν για να αντιμετωπίσουν μια εσωτερική απειλή που απειλούσε την επιβίωση ενός από τα κράτη-μέλη του οργανισμού, ο οποίος συστήθηκε το 1981 για να συσπειρώσει τις μοναρχίες του Κόλπου από την απειλή του επαναστατικού Ιράν.

Ενδεχόμενη ανατροπή της εξαρτώμενης από το βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας δυναστείας των al-Khalifa, θα έφερνε στην εξουσία την σιιτική πλειοψηφία δημιουργώντας μετά το Ιράκ, την Συρία και τον Λίβανο, το τέταρτο αραβικό κράτος που θα συμμετείχε, υπό την ηγεσία αν όχι ποδηγέτηση της Τεχεράνης, στον σιιτικό άξονα, υποδαυλίζοντας την ένταση ανάμεσα στο Ριάντ και την σιιτική μειονότητα της Ανατολικής επαρχίας της Σαουδικής Αραβίας. Για να εξουδετερώσει εν τη γενέσει του αυτόν τον κίνδυνο, το Ριάντ δεν δίστασε με την βοήθεια των ΗΑΕ να υλοποιήσει την πρώτη αντεπαναστατική επέμβαση των καθεστωτικών δυνάμεων, παράδειγμα που θα ακολουθηθεί -τηρουμένων των αναλογιών- από τον αιγυπτιακό στρατό και το μεγάλο μέρος της αιγυπτιακής κοινωνίας τον Ιούλιο του 2013 [32]. Το γεγονός μάλιστα ότι από την επέμβαση στο Μπαχρέϊν το 2011 απείχαν το Κατάρ, το Ομάν και το Κουβέϊτ, δηλαδή τα μισά μέλη του GCC, αποτέλεσε προάγγελο της ενδοαραβικής ρήξης που ξέσπασε μεταξύ του Κατάρ και του φιλο-σαουδαραβικού συνασπισμού το 2014 και το 2017, με επίκεντρο την τουρκο-καταρινή συμμαχία με τις δυνάμεις της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.

Η αμερικανική στάση κατά το έτος των αραβικών επαναστάσεων δεν αποτέλεσε ωστόσο τη μοναδική αιτία για την οποία και η Σαουδική Αραβία άρχισε να απομακρύνεται «από μια ιστορική συμμαχία με την Αμερική, προτιμώντας μεγαλύτερη ευχέρεια χειρισμών». Στην πραγματικότητα όπως έχουμε ήδη εξετάσει σε άλλο κεφάλαιο η απομάκρυνση ΗΠΑ-Σαουδικής Αραβίας είχε ξεκινήσει ήδη από την επαύριον του πολέμου του Κόλπου και επιταχύνθηκε μετά την αμερικανική εισβολή και κατοχή του Ιράκ, η οποία διευκόλυνε μέσα από χάος που επικράτησε στο Ιράκ την εκστρατεία της Al-Qaeda για την ανατροπή των al-Saud το 2003-2005. Έκτοτε η αποστασιοποίηση συνεχιζόταν με ρυθμούς αριθμητικής προόδου αλλά η αμερικανική παρεκλυστικότητα κατά το έτος των αραβικών εξεγέρσεων επέτεινε αυτή την δυναμική.

Μεσολάβησαν ωστόσο και άλλα γεγονότα τα οποία μεγάλωσαν το χάσμα ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και το Ριάντ, καθιστώντας αναπόφευκτη την περαιτέρω γεωπολιτική αυτονόμηση της Σαουδικής Αραβίας και την συνεπαγόμενη διάβρωση των θεμέλιων επί των οποίων εδράζεται η περιφερειακή αμερικανική πρωτοκαθεδρία. Εκτός από την συγκαταβατική στάση που κράτησε έναντι της κυβέρνησης Morsi η προεδρία Obama, η φανερή απροθυμία της αμερικανικής κυβέρνησης να νομιμοποιήσει επί σειρά ετών την αιγυπτιακή αντεπανάσταση του Ιουλίου 2013, δημιούργησε έντονα ερωτηματικά στην Σαουδική Αραβία για το ενδεχόμενο οι ΗΠΑ να ερωτοτροπούσαν και οι ίδιες με την αποσταθεροποιητική δυναμική των αραβικών εξεγέρσεων [33].

Η επιλογή της μερικής εμπλοκής της Ουάσινγκτον στην εκστρατεία ανατροπής του καθεστώτος Qaddafi διαδέχθηκε την παντελή απουσία των ΗΠΑ από τις διαλυτικές δυναμικές που διαίρεσαν την χώρα σε μια πλειάδα αντιμαχόμενων θρησκευτικο-φυλετικών συνασπισμών που καθιστούσαν, όπως είχε συμβεί παλαιότερα στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, σχεδόν αναπόφευκτη την ανάδυση ακραίων τζιχαντιστικών πολιτοφυλακών οι οποίες μετά το 2014 θα συνασπίζονταν υπό την «σημαία» του Ισλαμικού Κράτους.

Η αμερικανική πολιτική που είχε σε τελική ανάλυση ανάψει το πράσινο φως στις ΝΑΤΟϊκές επιθέσεις, παρέμεινε σε μια κατάσταση «αυτισμού» παρά την δολοφονία, το 2012, του Αμερικανού πρέσβη στην Βεγγάζη, ανήμερα της ενδέκατης επετείου των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Αγνοώντας τα μαθήματα που θα έπρεπε να είχαν μάθει από την αποτυχία της πολιτικής Bush Jr. στο Ιράκ, οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ, αλλά εν προκειμένω και της Γαλλίας και της Βρετανίας, αποσύρθηκαν από το προσκήνιο διευκολύνοντας την κάλυψη του κενού ισχύος από δυνάμεις του ISIS και της υποστηριζόμενης από την Τουρκία και το Κατάρ Μουσουλμανικής Αδελφότητας της Λιβύης. Αντί η Ουάσινγκτον και οι σύμμαχοι της να αντιδράσουν δυναμικά, απλώς απαγκιστρώθηκαν, μπερδεύοντας την ευφορία που επικράτησε μετά την πτώση της κανταφικής δικτατορίας ως σημάδι δημοκρατικής σταθεροποίησης.

Αυτό αποτελούσε συνταγή για την πρόκληση χάους, την γένεση μιας ακόμη γεωπολιτικής «μαύρης τρύπας», η βαρυτική έλξη της οποίας κατέστρεψε τα συστατικά στοιχεία του λιβυκού οικοδομήματος. Όπως ακριβώς συμβαίνει με το αστρονομικό της ανάλογο, αυτή η γεωπολιτική μαύρη τρύπα εξάγει με τη μορφή πολιτικής αστάθειας τα δομικά υλικά του τέως λιβυκού κράτους το οποίο και καταστρέφει, αποσταθεροποιώντας τα γειτονικά κράτη, με σημαντικότερο την Αίγυπτο.

Το δομικό πρόβλημα αστάθειας της Μέσης Ανατολής προέκυψε από το γεγονός ότι το φαινόμενο της γεωπολιτικής «μαύρης τρύπας» δεν περιορίστηκε στην Λιβύη, αλλά ξέσπασε σχεδόν ταυτόχρονα στην Συρία, το Ιράκ και την Υεμένη για διαφορετικούς λόγους σε κάθε περίπτωση. Στην περίπτωση της Λιβύης, αντί τα Δυτικά κράτη να επέμβουν για να ελέγξουν το χάος που η επέμβασή τους δημιούργησε, και να αποτρέψουν την ανάδυση του Ισλαμικού Κράτους και των μαζικών προσφυγικών ροών που προωθούνταν άναρχα στην ΕΕ μέσω Ιταλίας, επέλεξαν να απόσχουν, αφήνοντας στον επίδοξο ρόλο του σταθεροποιητή μόνο την υποστηριζόμενη από τα ΗΑΕ, Αίγυπτο, και σε δευτερεύοντα ρόλο τα ίδια τα ΗΑΕ και την Σαουδική Αραβία.

Αν για την Σαουδική Αραβία η πολιτική της Ουάσινγκτον στην Λιβύη αποτελούσε μνημείο στρατηγικής αβελτηρίας, η άρνηση του προέδρου των ΗΠΑ να επέμβει στρατιωτικά κατά του καθεστώτος Assad στην Συρία τον Αύγουστο του 2013 έπληξε την αξιοπιστία της αμερικανικής διπλωματίας σε όλη την περιοχή, κατά την εκτίμηση μεταξύ άλλων και του Leon Panetta, του τελευταίου υπουργού Αμύνης της προεδρίας Obama, που διαδέχθηκε τον Robert Gates [34]. Η μη-στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ κατά του Assad παρά την γαλλική προθυμία συνδρομής σε αμερικανική εκστρατεία, πλήγωσε το γόητρο και την αξιοπιστία των ΗΠΑ στα μάτια των Αράβων συμμάχων τους με σημαντικότερη την Σαουδική Αραβία [35]. Η Σαουδική Αραβία είχε χρηματοδοτήσει όσο καμία άλλη μουσουλμανική χώρα την προσπάθεια ανατροπής του ασαντικού καθεστώτος, αντιλαμβανόμενη, όπως άλλωστε η Τουρκία και το Ισραήλ, την πτώση του Assad ως διάσπαση του σιιτικού άξονα που αποτελούσε την βασική αρτηρία τροφοδοσίας της Hezbollah από το Ιράν.

Η πτώση του Assad δεν θα απέκοπτε μόνο το Ιράν από τη Μεσόγειο, αλλά θα περιόριζε την επιρροή του στο Ιράκ ενώ θα απομόνωνε και σταδιακά θα περιθωριοποιούσε την Hezbollah τόσο ως ηγετικό παράγοντα της λιβανέζικης πολιτικής πραγματικότητας όσο και ως απειλή για το Ισραήλ. Το γεγονός ότι το 2013 ο Obama αρνήθηκε, την ώρα μάλιστα που δεν υπήρχαν στην Συρία ρωσικές ένοπλες δυνάμεις, να ανατρέψει τον Assad, ερμηνεύθηκε από το Ριάντ ως μια στρατηγικής σημασίας υπαναχώρηση έναντι της επιτακτικής ανάγκης να ανασχεθεί η διόγκωση της ιρανικής περιφερειακής επιρροής μετά το 2003, και εμφατικά μετά το 2011.

Όπως εύστοχα σημειώνει ο Kissinger το 2014, «σε επίπεδο περιφερειακής πρωτοκαθεδρίας, ισορροπίας δυνάμεων και δογματικής ασυμφωνίας, η Σαουδική Αραβία αισθάνεται ότι απειλείται από το σιιτικό Ιράν τόσο ως θρησκευτικό όσο και ως ηγεμονικό φαινόμενο. Βλέπει να διαμορφώνεται υπό την ηγεσία της Τεχεράνης ένα αρχιπέλαγος ενισχυόμενης σιιτικής παρουσίας και επίδρασης το οποίο εκτείνεται από τα αφγανικά σύνορα του Ιράν μέχρι τις ακτές της Μεσογείου, περιλαμβάνοντας Ιράκ, Συρία και Λίβανο, σε αντιπαράθεση με τη σουνιτική παράταξη της οποίας ηγείται η Σαουδική Αραβία και περιλαμβάνει την Αίγυπτο, την Ιορδανία, τα κράτη του Περσικού Κόλπου, της Αραβικής χερσονήσου, φτάνοντας μέχρι την επιφυλακτική συνεργασία με την Τουρκία» [36].

26122018-4.jpg

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάικ Πομπέο, συναντιέται με τον βασιλιά της Σαουδικής Αραβίας, Σαλμάν Μπιν Αμπντουλαζίζ Αλ Σαούντ, στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας, στις 29 Απριλίου 2018. Bandar Algaloud/Courtesy of Saudi Royal Court/Handout via REUTERS
-------------------------------------------------------------------------

Εάν το 2014 η Τεχεράνη έβλεπε αυτό σιιτικό «αρχιπέλαγος» να διογκώνεται, είναι εύκολο να καταλάβουμε τον τρόπο με τον οποίο αντέδρασε το Ριάντ όταν το θέρος του 2015 η Ουάσινγκτον αφενός συμβιβάστηκε με το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα, αίροντας τις διεθνείς κυρώσεις κατά της Τεχεράνης και αφετέρου αποδέχθηκε ως τετελεσμένο την ρωσική στρατιωτική επέμβαση που διέσωσε το καθεστώς Assad αντιστρέφοντας τη ροή του πολέμου υπέρ του σιιτικού άξονα στην Συρία. Η ενδυνάμωση της ιρανικής επιρροής στη Μέση Ανατολή ως αποτέλεσμα αυτών των δύο εξελίξεων επεξέτεινε σε πρωτοφανή βαθμό τον γεωστρατηγικό ανταγωνισμό ανάμεσα στην Σαουδική Αραβία και το Ιράν, διευρύνοντας παράλληλα το ψυχολογικό χάσμα ανάμεσα στο Ριάντ και την Ουάσινγκτον, κάτι που συμπαρέσυρε και άλλα μέλη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (ΣΣΚ) προεξαρχόντων των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ) [37].

Η αντίδραση του Ριάντ κωδικοποιήθηκε μέσα από τη μερική αυτονόμησή του από την στρατηγική συμμαχία που διατηρεί με τις ΗΠΑ μετά το 1945. Η αυτονόμηση αυτή δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά την εχθρότητα του βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας προς όλες τις αμερικανικές στρατηγικές επιλογές στην περιοχή, ιδίως σε ό,τι αφορά τις βασικές παραμέτρους του δόγματος Carter και την συνέχιση της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στην περιοχή του Κόλπου, την οποία ενίσχυσε και η προεδρία Obama σε μια αποτυχημένη προσπάθεια κατευνασμού των αραβικών αντιδράσεων έναντι της πυρηνικής συμφωνίας με το Ιράν [38]. Συνεπάγεται ωστόσο ένα βαθμό ελευθερίας στις κινήσεις της Σαουδικής Αραβίας έναντι της Ουάσιγκτον, που το Ριάντ ουδέποτε είχε ή επεδίωξε να έχει [39].

Αυτός ο βαθμός ελευθερίας υπό τον νέο αντιβασιλέα Mohammed bin Salman, εκφράζεται μέσα από μια ασυμβίβαστα αντι-ιρανική πολεμική σε όλα τα μέτωπα, που πλέον δεν διστάζει να κάνει ακόμη και εκτεταμένη χρήση βίας. Αυτό έχει διαφανεί με σαφήνεια, μεταξύ άλλων, από την στρατιωτική εμπλοκή της Σαουδικής Αραβίας στον εμφύλιο της Υεμένης μετά τον Μάρτιο του 2015 [40], και από την σφοδρότητα της διπλωματικής και οικονομικής της σύγκρουσης με το Κατάρ μετά τον Ιούνιο του 2017, η οποία έχει διαρρήξει κατά πρωτοφανή τρόπο την ενότητα του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου διευρύνοντας έτσι την ιρανική επιρροή [41]. Η σαουδαραβική ανασφάλεια έναντι της ιρανικής εξάπλωσης, που εν μέρει οφείλεται και στα λάθη της αμερικανικής διπλωματίας, αποτελεί ίσως τον βασικό γεωπολιτικό λόγο για την απομάκρυνση της Σαουδικής Αραβίας από τις στρατηγικές των ΗΠΑ.

ΟΙ ΤΙΜΕΣ ΤΟΥ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ

Υπάρχει ωστόσο και μια παράλληλη οικονομική αιτία για την σαουδαραβική καχυποψία έναντι των ΗΠΑ, και σχετίζεται με την δραματική αύξηση της αμερικανικής σχιστολιθικής παραγωγής πετρελαίου. Η αύξηση αυτή, που έφτασε τα 6 εκατ. β/η κατά την περίοδο 2010-2015 αποτέλεσε τη μεγαλύτερη αύξηση που καταγράφηκε παγκοσμίως από μια χώρα παραγωγό μετά την δεκαετία του 1960 [42], και μεταβάλλει τα δεδομένα της παγκόσμιας πετρελαϊκής ισορροπίας, χωρίς ωστόσο να απειλεί ακόμη την πρωτοκαθεδρία του ΟΠΕΚ και της Σαουδικής Αραβίας. Το ειρωνικό της υπόθεσης είναι ότι η Σαουδική Αραβία και οι ισχυρότεροι σύμμαχοί της στον ΟΠΕΚ, δηλαδή το Κουβέϊτ και τα ΗΑΕ, που ελέγχουν το 100% της παγκόσμιας πλεονασματικής παραγωγής πετρελαίου, συνέβαλλαν στην επιτυχία της αμερικανικής σχιστολιθικής «επανάστασης» λόγω της υψηλής τιμολογιακής πολιτικής που ακολούθησαν για μια σχεδόν δεκαετία (2003-2014), με έμφαση στην περίοδο μετά το 2008.

Επαναλαμβάνοντας το λάθος του ΟΠΕΚ κατά την περίοδο 1973-1983 όταν οι τιμές πετρελαίου εκτοξεύθηκαν σε πολύ υψηλά επίπεδα διευκολύνοντας την αύξηση της ακριβότερης παραγωγής πετρελαίου από την Βόρεια Θάλασσα, τον Κόλπο του Μεξικού και την Αλάσκα, η Σαουδική Αραβία μείωνε σταδιακά την παραγωγή της για να συντηρήσει ένα πλαφόν τιμών που κατά μέσο όρο κινήθηκαν στα 95,56 δολάρια/βαρέλι την επταετία 2008-2014 [43]. Η Σαουδική Αραβία θεωρούσε ότι η πολιτική της αυτή θα παρέμενε «ατιμώρητη» για όσο χρονικό διάστημα παρέμενε αμείωτη η ζήτηση πετρελαίου από την Κίνα και την Ινδία υποτιμώντας την σημασία της αύξησης του μη συμβατικού πετρελαίου στις ΗΠΑ, η παραγωγή του οποίου αυξανόταν κατά περίπου 1 εκατ. β/η κάθε χρόνο έως και το 2014.

Όταν, μετά το 2010, η ζήτηση τελικά μειώθηκε στις βασικές ασιατικές αγορές του ΟΠΕΚ, η Σαουδική Αραβία και οι εντός ΟΠΕΚ σύμμαχοί του, με πρώτα τα ΗΑΕ, ακολούθησαν μια τιμολογιακή πολιτική αντιστρόφως ανάλογη των όσων θα υπαγόρευαν οι δυναμικές ζήτησης-προσφοράς. Οι Σαουδάραβες δεν είχαν κανένα πρόβλημα να «κανιβαλίσουν» τα αγοραστικά μερίδια του Ιράν όταν η Τεχεράνη έχασε σχεδόν το μισό της παραγωγής και των εξαγωγών της, ως αποτέλεσμα του αμερικανο-ευρωπαϊκού μποϋκοτάζ στις πωλήσεις ιρανικού αργού την περίοδο 2011-2015.

Το ίδιο ακριβώς θα επιδιώξουν να πράξουν και κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2018 διευκολύνοντας με αυτόν τον τρόπο την επιβολή των αμερικανικών κυρώσεων κατά του Ιράν που αποφάσισε ο Trump τον Μάιο του 2018. Κάτι τέτοιο επιβαλλόταν και επιβάλλεται από την ευρύτερη γεωστρατηγική αντιπαράθεση της Σαουδικής Αραβίας με το Ιράν, ενώ μετά το 2011 εξυπηρετούσε την διατήρηση ιστορικά υψηλών τιμών που πολλαπλασίαζαν τα έσοδα της Σαουδικής Αραβίας σε μια περίοδο χαοτικών ανακατατάξεων στην ευρύτερη Μέση Ανατολή συνεπεία των αραβικών εξεγέρσεων.

Τα κράτη του ΣΣΚ επεδίωκαν την συντήρηση υψηλών τιμών, καθώς αυτές τους διασφάλιζαν δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια που θα μπορούσαν να επενδυθούν στην διασφάλιση και διατήρηση της καθεστωτικής σταθερότητας [44]. Ως αποτέλεσμα των πολύ υψηλών τιμών πετρελαίου την δεκαετία 2004-2014, τα κράτη του GCC αποθησαύρισαν πλεονάσματα ύψους άνω των 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, κάτι που επέτρεψε στην Σαουδική Αραβία και (δευτερευόντως) τα ΗΑΕ και το Κουβέϊτ να προχωρήσουν κατά το κρίσιμο 2011 σε αδιανόητες για τα Δυτικά δεδομένα αυξήσεις επιδομάτων, μισθών, συντάξεων, διαγραφών δανείων και γενικότερων παροχών στο εσωτερικό τους. Το κόστος αυτών των παροχών, σημαντικό μέρος των οποίων ήταν καταβλητέο άμεσα, έφτασαν μόνο στην Σαουδική Αραβία τα 129 δισ. δολάρια για το οικονομικό έτος 2011-2012 [45].

Τα πλεονάσματα που δημιουργούσαν οι πολύ υψηλές τιμές πετρελαίου τούς έδιναν παράλληλα την ευχέρεια να επενδύσουν 10 δισ. δολάρια το 2011-2012 για την σταθεροποίηση του Μπαχρέϊν και του Ομάν, ενώ το 2014 δέσμευσαν πάνω από 20 δισ. δολάρια για την οικονομική και ενεργειακή ενίσχυση του καθεστώτος al-Sissi στην Αίγυπτο, που αποτελούσε τον σημαντικότερο γεωπολιτικό τους εταίρο στη μάχη κατά της επιρροής των κομμάτων της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην περιοχή του Κόλπου [46]. Ενδεικτικό της δημοσιονομικής επέκτασης στην οποία προχώρησαν τα κράτη του GCC μετά το 2011 ήταν ότι η πετρελαϊκή τιμή που θα εξισορροπούσε τον σαουδαραβικό προϋπολογισμό το 2008 υπολογιζόταν μεταξύ 40 και 50 δολαρίων/βαρέλι. Το 2014 η Σαουδική Αραβία χρειαζόταν μια διεθνή τιμή πετρελαίου κοντά στα 100 δολάρια/βαρέλι και το 2015 κοντά στα 80 δολάρια/βαρέλι για να συντηρήσει το τεράστιο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων και παροχών που ξεκίνησε το 2011 [47].

Όταν στα τέλη του 2014 η αγορά πετρελαίου χαρακτηριζόταν από αυξημένη υπερπροσφορά και η αμερικανική παραγωγή συνέχιζε να διευρύνεται ακάθεκτη σε σημείο που είχε μειώσει κατά 31,65% τις αμερικανικές εισαγωγές αργού πετρελαίου την οκταετία 2006-2014 [48], η Σαουδική Αραβία αποφάσισε να αλλάξει πολιτική. Αποφάσισε να αφήσει την τιμή να μειωθεί. Σε περίπτωση που επιχειρούσε να συντηρήσει τις τιμές στο ίδιο υψηλό επίπεδο κόβοντας την παραγωγή της, θα έκανε το ίδιο σφάλμα που ο al-Yamani διέπραξε την περίοδο 1981-1986. Το αμερικανικό πετρέλαιο θα παρέμενε ανταγωνιστικό συρρικνώνοντας και αντικαθιστώντας, όπως και άλλοι ακριβότεροι του ΟΠΕΚ παραγωγοί, τα αγοραστικά μερίδια της Σαουδικής Αραβίας και των συμμάχων της [49].

Η επιλογή της Σαουδικής Αραβίας να «ενθαρρύνει» τη μείωση των τιμών χωρίς να αυξήσει ουσιαστικά την παραγωγή της έχει παρερμηνευθεί από ορισμένους αναλυτές ως εγκατάλειψη του παραδοσιακού μετά το 1973 ρόλου της ως «ηγεμονικού ρυθμιστή» της παγκόσμιας πετρελαϊκής αγοράς. Η πραγματικότητα ωστόσο είναι περισσότερο σύνθετη. Η Σαουδική Αραβία δεν είχε κανένα λόγο να αυξήσει την παραγωγή της για να επιφέρει τη μείωση των τιμών δια της οποίας ήλπιζε να βγάλει νοκ-άουτ τη μη-συμβατική παραγωγή των ΗΠΑ. Αυτό θα το έκανε η διαρκής αύξηση της ιρακινής παραγωγής και η πλήρης επιστροφή του Ιράν στις παγκόσμιες αγορές μετά την άρση των διεθνών οικονομικών κυρώσεων συνεπεία της συμφωνίας που επέτυχε η Τεχεράνη με τις ΗΠΑ και τα άλλα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ τον Ιούλιο του 2015.

Η ιρανική επιστροφή θα αύξανε την παραγωγή της χώρας κατά περίπου 1 εκατ. β/η, ενώ η ιρακινή παραγωγή τελικά αυξήθηκε μεταξύ 2014-2016 κατά 1,2 εκατ. β/η. Η Σαουδική Αραβία θα χρησιμοποιούσε την αύξηση της παραγωγής του σημαντικότερου εντός ΟΠΕΚ γεωπολιτικού της ανταγωνιστή -που ούτως ή άλλως δεν μπορούσε να εμποδίσει- για να επιτύχει και τη μείωση της παραγωγής του μεγαλύτερου εκτός ΟΠΕΚ παραγωγού, δηλαδή των ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ ήδη από το 2014 είχαν επιστρέψει για πρώτη φορά από την δεκαετία του 1980 στην κορφή της παγκόσμιας πετρελαϊκής παραγωγής, και παρά το γεγονός ότι οι εξαγωγές της Σαουδικής Αραβίας προς τις ΗΠΑ αν και μειώθηκαν κατά 400.000 β/η παρέμειναν σταθερές ως προς το μερίδιο του συνόλου των αμερικανικών εισαγωγών [50], το Ριάντ θεωρούσε και θεωρεί ότι η πλήρης απεξάρτηση των ΗΠΑ από τις εξαγωγές του ενέχει δυνητικά τον κίνδυνο αποδέσμευσης της Ουάσινγκτον από το δόγμα Carter, ιδίως όταν ο Αμερικανός πρόεδρος που υπέγραψε αυτή την συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν τον Ιούλιο του 2015 προέτρεψε δημοσίως την Σαουδική Αραβία να «μοιρασθεί» την επιρροή της στη Μέση Ανατολή με το Ιράν [51].

26122018-5.jpg

Ένας Ιρακινός εργαζόμενος ανοίγει έναν αγωγό στο διυλιστήριο πετρελαίου Sheaiba στην Βασόρα, 550 χλμ. νότια της Βαγδάτης, στις 29 Μαρτίου 2007. REUTERS/Atef Hassan
-------------------------------------------------------------------------------

Μολονότι ένας τέτοιος κίνδυνος είναι περιορισμένος λόγω της παγκόσμιας φύσης της τιμολόγησης πετρελαίου που θα εκτιναχθεί σε δυσθεώρητα ύψη σε περίπτωση κατάρρευσης του συστήματος ασφαλείας στον Περσικό Κόλπο, η Σαουδική Αραβία θεωρεί την διατήρηση της μερικής έστω εξάρτησης των ΗΠΑ από τις πετρελαϊκές της εξαγωγές ως έναν από τους θεμέλιους λίθους της συμμαχίας της με την Ουάσινγκτον. Η Σαουδική Αραβία στην ουσία προσπαθούσε να χτυπήσει με ένα σμπάρο τρία τρυγόνια.

Το πρόβλημα αυτής της στρατηγικής ήταν ότι είχε υποτιμήσει [52] το σημείο στο οποίο θα έπρεπε να μειωθεί η διεθνής τιμή του πετρελαίου για να ανακόψει και εν συνεχεία να αντιστρέψει τους ρυθμούς ανάπτυξης της μη-συμβατικής πετρελαϊκής παραγωγής των ΗΠΑ. Παρά το γεγονός ότι η τιμή έπεσε μέσα σε ένα έτος κατά περίπου 45% από τα 108 δολάρια/βαρέλι τον Ιούνιο του 2014 στα 61 δολάρια/βαρέλι τον Ιούνιο του 2015 [53], η αμερικανική σχιστολιθική βιομηχανία αν και κατέγραψε σημαντικές απώλειες έδειχνε εντυπωσιακά δείγματα αντοχής. Η αύξηση της παραγωγής επιβραδύνθηκε αλλά δεν κατέρρευσε. Έπρεπε η τιμή να μειωθεί πολύ περαιτέρω σε επίπεδα μεταξύ 30-40 δολάρια/βαρέλι όπως έγινε μεταξύ Οκτωβρίου 2015 και Ιουνίου 2016 προκειμένου να τεθούν εκτός λειτουργίας οι ακριβότεροι παραγωγοί σχιστολιθικού πετρελαίου στις ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων καταγράφονται μεγάλες αποκλίσεις ανά διαφορετική πετρελαϊκή λεκάνη, με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής η δυνατότητα ακριβούς πρόβλεψης του βαθμού ανταπόκρισης του σχιστολιθικού πετρελαίου στις διακυμάνσεις της διεθνούς τιμής [54].

Έως τον Ιούνιο του 2016 η σαουδαραβική πολιτική είχε επιτύχει προσωρινά να σταματήσει την άνοδο της αμερικανικής σχιστολιθικής παραγωγής αντιστρέφοντας την δυναμική των τελευταίων δέκα περίπου ετών. Η αμερικανική παραγωγή, αν και παράμεινε στην πρώτη θέση το 2016 μεταξύ των πετρελαιοπαραγωγών κρατών, συρρικνώθηκε κατά περίπου 12% χάνοντας 654.000 βαρέλια/ημέρα [55]. Το «επίτευγμα» αυτό ήταν τακτικής και όχι στρατηγικής φύσεως, δεδομένου ότι η αμερικανική παραγωγή επανήλθε το 2017 υποβοηθούμενη από τις υψηλότερες τιμές του προηγούμενου έτους που ο ίδιος ο ΟΠΕΚ προκάλεσε μέσω της μείωσης της παραγωγής του. Πέραν αυτού, η τακτική περιστολή της αμερικανικής παραγωγής προκλήθηκε έναντι ενός μεγάλου κόστους, καθώς η κατάρρευση των τιμών οδήγησε στην απώλεια εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων για τα κράτη-μέλη του ΟΠΕΚ την διετία 2015 και 2016, συγκριτικά με το τελευταίο έτος υψηλών διακυμάνσεων, δηλαδή το 2014.

Για την ακρίβεια, η ΕΙΑ του αμερικανικού Υπουργείου Ενέργειας υπολόγιζε ότι από τα 946,5 δισ. δολάρια που εισέπραξε ο ΟΠΕΚ από τις πετρελαϊκές του εξαγωγές το 2014, τα έσοδα του οργανισμού μειώθηκαν στα 515,4 δισ. δολάρια το 2015 και στα 433,4 δισ. το 2016, δηλαδή σε επίπεδα ανάλογα με αυτά του 2004, όταν ο ΟΠΕΚ είχε εισπράξει 438,3 δισ. δολάρια. Το κόστος αυτό προφανώς δεν μοιράστηκε ισομερώς μεταξύ των κρατών-μελών του ΟΠΕΚ αλλά σε κάθε περίπτωση η Σαουδική Αραβία χτυπήθηκε περισσότερο αφού απώλεσε έσοδα ύψους 178 δισ. δολαρίων μέσα σε δύο χρόνια [56]. Η στρατηγική αυτή δεν μπορούσε να συνεχιστεί εις το διηνεκές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η Σαουδική Αραβία θα επεδίωκε να αυξήσει εκ νέου τις τιμές σε επίπεδα προ του 2014, γιατί κάτι τέτοιο πολύ απλά θα αναγεννούσε εκ νέου την αμερικανική «απειλή».

Σε κάθε περίπτωση η Σαουδική Αραβία συνειδητοποίησε ότι μια τιμή κάτω ή πέριξ τα 30 δολάρια/βαρέλι, όπως διαμορφώθηκε το πρώτο τρίμηνο του 2016, ισοδυναμούσε με οικονομική αυτοκτονία. Η Σαουδική Αραβία είχε τα μεγαλύτερα αποθέματα αξίας 750 δισ. δολαρίων στο Πετρελαϊκό Ταμείο της αλλά μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια είδε τα αποθεματικά της να μειώνονται κατά περίπου 200 δισ. δολάρια. Εάν σε αυτό συνυπολογισθεί και η μείωση των εσόδων, η τακτική μείωση της αμερικανικής σχιστολιθικής παραγωγής «κόστισε» στο Ριάντ σχεδόν 400 δις. δολάρια [57].

Η ΡΩΣΙΚΗ ΕΜΠΛΟΚΗ

Είναι προφανές ότι η επιτυχία του αμερικανικού πετρελαϊκού σχιστολιθικού πειράματος, έστω και εάν αυτό περιορίστηκε κατά βάση τις ΗΠΑ, είχε μια καταλυτική επιρροή στις παγκόσμιες πετρελαϊκές τιμές καθώς κατόρθωσε τουλάχιστον για τα επόμενα 5-10 χρόνια να επιβάλλει ένα «ταβάνι» [58], μια απαγορευτική οροφή -μεταξύ 50 και 65 δολαρίων ανά βαρέλι Brent- πάνω από την οποία ο ΟΠΕΚ δεν θα επιχειρούσε να σπρώξει τις τιμές χωρίς να χάσει σημαντικό μέρος της αγοραστικής του ισχύος. Είναι ασαφές σε ποιο επίπεδο τιμών βρίσκεται αυτή η οροφή, αλλά προς το παρόν ο ΟΠΕΚ και η Ρωσία δεν δείχνουν να αισθάνονται απειλούμενοι από τον σχεδόν τριπλασιασμό των τιμών από τον Ιανουάριο του 2016 έως σήμερα.

Σε περίπτωση κατά την οποία η εσωτερική συνοχή του ΟΠΕΚ ήταν ισχυρότερη και υπήρχαν ουσιαστικές πιθανότητες συνεννόησης μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν, τότε η στάση του οργανισμού ίσως να ήταν διαφορετική. Ενδεικτικό του βαθμού στον οποίο η γεωπολιτική αντιπαλότητα Σαουδικής Αραβίας-Ιράν έχει διαβρώσει την εσωτερική συνοχή και πειθαρχία του καρτέλ, είναι το γεγονός ότι ο σημαντικότερος αρωγός του Ριάντ στην προσπάθειά του να επιβάλλει μια πολιτική παγώματος της παραγωγής στα υπόλοιπα μέρη του ΟΠΕΚ μέσα στο 2016 προήλθε εκτός του καρτέλ.

Ιδίως μετά την αποτυχημένη σύνοδο ΟΠΕΚ-Ρωσίας στη Ντόχα τον Απρίλιο του 2016, η Σαουδική Αραβία δεν θα μπορούσε να είχε επιβάλλει μια πολιτική παγώματος ή πολύ περισσότερο μείωσης της παραγωγής χωρίς την ουσιαστική συνδρομή της Μόσχας, κάτι που επετεύχθη τελικά τον Οκτώβριο του 2016. Ωστόσο, το επίπεδο της ρωσο-σαουδαραβικής συνεργασίας που -υπό την απειλή της αμερικανικής σχιστολιθικής παραγωγής- φαίνεται ότι έχει πλέον συστηματοποιηθεί, είχε ευρύτερες επιπτώσεις τόσο εντός του ΟΠΕΚ όσο και παγκοσμίως. Η σημαντικότερη από αυτές είναι ότι κατέστησε τη Μόσχα προνομιακό συνομιλητή του Ριάντ, κάτι σαν ένα de facto μέλος του ΟΠΕΚ, το βάρος του οποίου έδωσε την δυνατότητα στην Σαουδική Αραβία να προχωρήσει πέραν του παγώματος της παραγωγής στην συνδυαστική μείωση της παραγωγής του καρτέλ κατά 1,2 εκατ. β/η τον Νοέμβριο του 2016. Η τήρηση αυτής της μείωσης δεν περιόρισε μόνο τους κραδασμούς από την πλήρη επιστροφή των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου στα επίπεδα που βρίσκονταν πριν από τις αμερικανο-ευρωπαϊκές κυρώσεις του Δεκεμβρίου 2011, αλλά επέβαλλε για πρώτη φορά ποσοστώσεις στην ιρακινή παραγωγή μετά το 2003.

Η συμμαχία Ρωσίας- Σαουδικής Αραβίας επέβαλλε την συλλογική πειθαρχία στο εσωτερικό του καρτέλ και πέτυχε να αυξήσει τις τιμές χωρίς να χάσει αγοραστικά μερίδια, επειδή υποστηρίχθηκε από τον μεγαλύτερο μετά την Σαουδική Αραβία εξαγωγέα πετρελαίου παγκοσμίως, την Ρωσία του προέδρου Putin. Το 1985-1986, μια σοβιετο-σαουδαραβική συνεννόηση ήταν γεωπολιτικά αδιανόητη. Όταν το 1998 κατέρρευσαν οι τιμές πετρελαίου στα χαμηλότερα επίπεδα μετά το 1973, η συνεννόηση Ριάντ-Μόσχας επιτεύχθηκε με μεγάλη δυσκολία ύστερα από καθυστέρηση τριών ετών και αρκετές παλινωδίες. Στην παρούσα συγκυρία η συνεννόηση έγινε σχεδόν αυτόματα, είχε στρατηγικό χαρακτήρα, και ήταν πολύ πιο αποτελεσματική για την σταθεροποίηση των τιμών που παραμένει ζωτικής σημασίας για τις οικονομίες των δύο μεγαλύτερων πετρελαιο-εξαγωγικών κρατών.

26122018-6.jpg

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν παρευρίσκεται σε συνάντηση με επικεφαλής ρωσικών πετρελαϊκών εταιρειών, στο Κρεμλίνο, την 1η Μαρτίου 2016. REUTERS/Alexei Nikolsky/Sputnik/Kremlin
-------------------------------------------------------------------------------------

Η Σαουδική Αραβία επανασταθεροποίησε την οικονομία της και η Ρωσία μπόρεσε να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις των αμερικανο-ευρωπαϊκών οικονομικών κυρώσεων που ακολούθησαν την επανενσωμάτωση της Κριμαϊκής στο ρωσικό κράτος, το 2014. Αυτή η στρατηγική συνεννόηση, και όχι η μείωση των αμερικανικών εισαγωγών αργού πετρελαίου στα επίπεδα του 1996 [59], ήταν η σημαντικότερη επίπτωση της αμερικανικής σχιστολιθικής «επανάστασης». Οι νέες αμερικανικές πετρελαϊκές κυρώσεις κατά του Ιράν που η Σαουδική Αραβία επικρότησε και επεδίωξε αποτελούν μια νέα πρόκληση για τον ΟΠΕΚ και την στρατηγική σχέση Ρωσίας- Σαουδικής Αραβίας, καθώς το Ριάντ θέλει να επιφέρει οικονομικό πόνο στην Τεχεράνη χωρίς να δει τις τιμές του πετρελαίου να επιστρέφουν σε πολύ μεγάλα ύψη πάνω από το όριο των 70 δολαρίων ανά βαρέλι.

Το σενάριο των υψηλότερων τιμών δεν φαίνεται να είναι προς το παρόν το επικρατέστερο. Το ίδιο το αμερικανικό Υπουργείο Ενέργειας στη μεσοπρόθεσμη (Μάιος 2018) έκθεσή του για τις αγορές ενέργειας προβλέπει μια μέση τιμή Brent στα 70 δολάρια/βαρέλι για το 2018, με προοπτική μείωσής της στα 65 δολάρια/βαρέλι το 2019. Η επιστροφή της Ρωσίας, του Μεξικού, της Νορβηγίας και του Καζακστάν σε καθεστώς πλήρους παραγωγής στην περίπτωση που καταρρεύσει η συμφωνία με τον ΟΠΕΚ, θα προσθέσει στην παγκόσμια παραγωγή πάνω από 500.000 βαρέλια/ημέρα συμπιέζοντας τις τιμές. Παράλληλα τόσο η Σαουδική Αραβία όσο και οι άλλες δύο χώρες του ΟΠΕΚ, τα ΗΑΕ και το Κουβέιτ που διαθέτουν πλεονασματική παραγωγή πετρελαίου, δεν θέλουν να δουν τις τιμές να αυξάνονται υπερβολικά ενώ θα προσπαθούν μονομερώς να τιμωρήσουν το Ιράν.

Το υφιστάμενο παραγωγικό τους πλεόνασμα των 1,76 εκατ. β/η μόλις και μετά βίας επαρκεί για να καλύψει τις δυνητικές απώλειες των ιρανικών εξαγωγών που τα κράτη αυτά θέλουν να επιφέρουν. Πετρελαϊκές τιμές άνω των 65 με 70 δολαρίων/βαρέλι θα δώσουν περαιτέρω ισχυρή ώθηση στη μη-συμβατική αμερικανική παραγωγή πετρελαίου που με την σειρά της θα μειώσει τα εξαγωγικά/παραγωγικά μερίδια του ΟΠΕΚ, αποδυναμώνοντας την οικονομική πτυχή της ήδη προβληματικής «ειδικής σχέσης» ΗΠΑ-Σαουδικής Αραβίας. Οι περισσότεροι τύποι της αμερικανικής μη-συμβατικής παραγωγής πετρελαίου θεωρούνται οικονομικώς βιώσιμοι με τιμές άνω των 50-55 δολαρίων/βαρέλι. Οι Σαουδάραβες δεν θα ήθελαν να δουν την περαιτέρω απεξάρτηση των ΗΠΑ από τις πετρελαϊκές τους εξαγωγές, ιδίως όταν ο πρόεδρος Trump αρνείται να πάρει το μέρος τους στον πολιτικο-οικονομικό τους «πόλεμο» κατά του Κατάρ.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

[1] Bob Woodward, State of Denial: Bush at War III, (Simon & Schuster: 2007)
[2] Daniel Byman, Iraq and the Global War on Terrorism, (Brookings Institute: 2007), https://www.brookings.edu/articles/iraq-and-the-global-war-on-terrorism/
[3] Gaith Abdul-Ahad, “From here to eternity: On the road from Syria on the trail of Iraq’s insurgents”, The Guardian, 08/06/2005, https://www.theguardian.com/world/2005/jun/08/iraq-al-qaida & Bill Roggio, “The Syrian end of the ratline”, Long War Journal, 09/06/2005, https://www.longwarjournal.org/archives/2005/06/the_syrian_end.php
[4] William McCants, The ISIS Apocalypse: The History, Strategy, and Doomsday Vision of the Islamic State, New York, (Palgrave: 2015), σελ.5-39.
[5] Ibid, σελ.42-45.
[6] James Baker & Lee Hamilton, The Iraq Study Group: The Way forward, A New Approach, (Vintage Books: 2006), σελ.22-23, https://online.wsj.com/public/resources/documents/WSJ-iraq_study_group.pdf
[7] Chris McGreal, “Barack Obama declares Iraq War a Success”, The Guardian, 14/11/2011, https://www.theguardian.com/world/2011/dec/14/barack-obama-iraq-war-success
[8] Michael Eisenstadt, Michael Knights, and Ahmed Ali, Iran’s Influence in Iraq Countering Tehran’s Whole-of-Government Approach, (Washington Institute for Near Eastern Policy: 2011).
[9] Ewen MacAskill, “Iraq Rejects Us request to maintain bases after troop withdrawal”, The Guardian, 21/10/2011, https://www.theguardian.com/world/2011/oct/21/iraq-rejects-us-plea-bases & Dan Murphy, “The Iraq War ends with a sovereign Iraq kicking US out”, Christian Science Monitor, 15/12/2011, https://www.csmonitor.com/World/Backchannels/2011/1215/The-Iraq-war-ends...
[10] https://www.chevron.com/worldwide/iraq, http://www.iraq-businessnews.com/list-of-international-oil-companies-in-..., και http://www.iraq-businessnews.com/list-of-international-oil-companies-in-... (πρόσβαση σε όλα 23/07/2018).
[11] Nayna Jhaveri, “Petroimperialism: US oil interests and the Iraq War”, Antipode, 36 (1), 2004, σελ.2-11.
[12] BP Statistical Review of World Energy 2018, 67th edition, London, (BP: June 2018), σελ.14.
[13] https://tradingeconomics.com/iraq/crude-oil-production
[14] Catherine Lutz, Reconstructing Iraq: The Last Year and the Last Decade, Watson Institute for International Studies, (Brown University: 08/03/2013), https://watson.brown.edu/costsofwar/files/cow/ imce/papers/2013/ Reconstructing%20Iraq.pdf
[15] Rebecca Kaplan, “Leon Panetta Criticizes Obama for Iraq Withdrawal”, CBS News, 02/10/2014, https://www.cbsnews.com/news/leon-panetta-criticizes-obama-for-iraq-with...
[16] Perry Cammack, Michelle Dunne, Amr Hamzawy, Marc Lynch, Marwan Muasher, Yezid Sayigh, Maha Yahya, Arab Factures: Citizens, States and Social Contracts, (Carnegie Endowment for International Peace: 2017) και Andreas Krieg, Socio-Political Order and Security in the Arab World: From Regime Security to Public Security, (Springer International: 2017).
[17] Paul Pillar, “Nixon's Principles and a Multipolar Middle East”, The National Interest, (October 2013), https://nationalinterest.org/paul-pillar/nixons-principles-multipolar-mi...
[18] Martin Indyk, “The end of the U.S.-dominated order in the Middle East”, Brookings Institute, 15/03/2016, https://www.brookings.edu/blog/order-from-chaos/2016/03/15/the-end-of-th...
[19] Anna Borchevskaya, Russia in the Middle East: Motives, Consequences, Prospects, (Washington Institute for Near Eastern Policy: 2016), σελ.4-19
[20] Yury Barmin, “Russia Enters Libya’s conflict”, Middle East Institute, 02/05/2017, http://www.mei.edu/content/article/russia-inserting-itself-libya-s-conflict, Samuel Ramani, “Russia’s next power play may occur in Yemen”, The National Interest, 14/11/2017, https://nationalinterest.org/feature/russias-next-power-play-may-occur-y..., & Borchevskaya, Russia in the Middle East, ibid, σελ.20-23.
[21] Eric Trager, “Obama Wrecked U.S.-Egypt Ties”, The National Interest, 08/04/2015, https://nationalinterest.org/feature/obama-wrecked-us-egypt-ties-12573?p...
[22] Όπως προκύπτει από τα απομνημονεύματα του υπουργού Αμύνης του προέδρου Obama, και τέως επικεφαλής της CIA επί της προεδρίας Bush, Robert Gates, ο Obama υποστήριξε τις αντικαθεστωτικές εξεγέρσεις σε Αίγυπτο και Λιβύη παρασυρόμενος από το επιχείρημα του δημοκρατικού μετασχηματισμού της Μέσης Ανατολής, Robert Gates, Duty: Memoirs of a Secretary of State, New York, (Knopf: 2014), σελ.504-511.
[23] Ακόμη και η κυβέρνηση Trump «κατάφερε» μόλις στα τέλη Ιουλίου του 2018 να ξεπαγώσει πλήρως την στρατιωτική βοήθεια ύψους 195 εκατομμυρίων δολαρίων που το αμερικανικό Κογκρέσο είχε μπλοκάρει τον Ιούλιο του 2017 για ζητήματα παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, “Despite Egypt’s Dismal Human Rights Record, U.S. Restores Military Aid”, New York Times, 26/07/2018, https://www.nytimes.com/2018/07/26/world/middleeast/egypt-human-rights-u...
[24] Hisham Melhem, Obama’s Tarnished Legacy in the Middle East”, The Cairo Review of Global Affairs, (Winter 2016), https://www.thecairoreview.com/essays/obamas-tarnished-legacy-in-the-mid...
[25] Θεόδωρος Τσακίρης, Ενεργειακή Ασφάλεια & Διεθνής Πολιτική: Η Γεωπολιτική του «Μαύρου Χρυσού» από την ανακάλυψη πετρελαίου στη Μέση Ανατολή έως τη Σχιστολιθική Επανάσταση (1908-2018), (Εκδόσεις Παπαζήση: 2018), σελ.751-756.
[26] Steven Cook, «Ο Γύρος του θριάμβου του Erdogan στη Μέση Ανατολή», Foreign Affairs, http://www.foreignaffairs.gr/articles/68419/steven-a-cook/o-gyros-thriam...
[27] Henry Kissinger, Παγκόσμια Τάξη: Σκέψεις γύρω από τον χαρακτήρα των εθνών και την πορεία της ιστορίας, (Λιβάνης: 2014), σ.206.
[28] Mohamed Soliman, “Why Europe is Floating Egypt’s Navy”, Foreign Affairs, 24/03/2017, https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2017-03-24/why-europe-flo...
[29] “Obama’s Royal Pain: The US-Saudi relationship may be bending towards a breaking point”, Politico, 01/06/2016, https://www.politico.com/story/2016/01/obama-saudi-arabia-iran-royal-fam...
[30] Steven Schneider, The Oil Price Revolution, (Johns Hopkins University Press: 1981), σελ.502.
[31] Jason Benham, “Hundreds of Saudi Shi'ites protest in east”, Reuters, 25/03/2011, http://ca.reuters.com/article/topNews/idCATRE72O3RL20110325?sp=true
[32] Για την αντι-επαναστατική πολιτική του ΒΣΑ, Arab Uprisings: The Saudi Counter-Revolution, Popems Briefing 5, Institute for Middle East Studies, George Washington University, (Washington D.C.: 09/08/2011), http://www.pomeps.org/wp-content/uploads/2011/08/POMEPS_BriefBooklet5_Sa....
[33] Paul Stevens, The Shale Technology Revolution and the Implications for the GCC, Arab Center for Research & Policy Studies, (Doha: January 2015), σελ.10-11.
[34] Leon Panetta & Jim Newton, Worthy Flights, New York, (Penguin Press: 2014), σελ.450-455.
[35] “Angry Over Syrian War, Saudis Fault U.S. Policy”, New York Times, 25/10/2013, https://www.nytimes.com/2013/10/26/world/middleeast/saudis-faulting-amer...
[36] Kissinger, Παγκόσμια Τάξη, ό.π., σελ.202.
[37] Bruce Riedel, “What the Iran deal has meant for Saudi Arabia and regional tensions”, Brookings Institute, 13/06/2016,https://www.brookings.edu/blog/markaz/2016/07/13/what-the-iran-deal-has-meant-for-saudi-arabia-and-regional-tensions/
[38] Kenneth Katzman, Iran: Politics, Gulf Security, and U.S. Policy, (Congressional Research Service: February 2016), σελ.31-42.
[39] Kissinger, ibid, σελ.197-198.
[40] Jeffrey Martini et.al., The Outlook for Arab Gulf Cooperation, ibid, σελ.33-35.
[41] Mohamed Soliman, “To Counter Iran, Trump must first rebuild a united Gulf”. Washington Institute for Near Eastern Policy, 28/06/2018, https://www.washingtoninstitute.org/fikraforum/view/to-counter-iran-trum...
[42] Pierre Noel, “The New Oil Regime”, Survival, Vol.58/Iss.5, (October-November 2016), σελ.72.
[43] Bassam Fatouh, The Phases of Saudi Oil Policy: What Next?, Oxford Institute for Energy Studies, (Oxford: March 2017), σελ.3.
[44] Stevens, The Shale Technology Revolution, ibid, σελ.8.
[45] “GCC fiscal policy is beginning to show signs of diverging”, Arab News, 15/4/2011, http:// http://www.arabnews.com/node/374374#.
[46] Omar Hassan, “Gulf urged to fund ‘Arab Marshall Plan’ to foil unrest”, Times of Israel, 09/09/2014, http://www.timesofisrael.com/gulf-urged-to-fund-arab-marshall-plan-to-fo...
[47] Stevens, Shale Technology, ibid, σελ.8-9.
[48] U.S., E.I.A., US Net Imports of Crude Oil 1913-2016, https://www.eia.gov/dnav/pet/hist/ LeafHandler.ashx?n=PET&s=MCRNTUS2&f=A, (πρόσβαση, 06/09/2017).
[49] Noel, “The New Oil Regime”, ibid, σελ.75.
[50] U.S., E.I.A., US Net Imports from Saudi Arabia of Crude Oil 1993-2016, https://www.eia.gov/ dnav/pet/hist/LeafHandler.ashx?n=PET&s=MCRNTUSSA2&f=A
[51] Jeffrey Goldberg, “"The Obama Doctrine": The Atlantic's Exclusive Report on the U.S. President's Hardest Foreign Policy Decisions”, The Atlantic, (April 2016), https://www.theatlantic.com/magazine/archive/2016/04/the-obama-doctrine/...
[52] Fattouh, Phases of Saudi Oil Policy, ibid, σελ.29.
[53] “Crude oil prices -70 years historical chart”, Macroternds, 06/09/2017, http://www.macrotrends.net/1369/crude-oil-price-history-chart
[54] Fattouh, Phases of Saudi Oil Policy, ibid, σελ.16.
[55] Noel, “New Oil Regime”, ibid, σελ.76.
[56] U.S. E.I.A., Opec Revenues Fact Sheet, 15/05/2017, https://www.eia.gov/beta/international/regions-topics.cfm?RegionTopicID=...
[57] Fattouh, Phases, ibid, σελ.25.
[58] Noel, “New Oil Regime”, ibid, σελ.77-78 και σελ.81.
[59] Το 2016 οι αμερικανικές εισαγωγές αργού πετρελαίου κυμάνθηκαν στα 7,259 εκατ. β/η φτάνοντας σχεδόν στα ίδια επίπεδα με το 1996 όταν είχαν περιορισθεί στα 7,398 εκατ. β/η. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι το ναδίρ των αμερικανικών πετρελαϊκών εισαγωγών μετά το 1973 σημειώθηκε το 1985 όταν οι εισαγωγές των ΗΠΑ έπεσαν στα 2,997 εκατ. β/η. U.S. E.I.A., US Net Imports of Crude Oil 1913-2016, https://www.eia.gov/dnav/pet/hist/LeafHandler.ashx?n=PET&s=MCRNTUS2&f=A, (πρόσβαση, 06/09/2017).

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition