Τα φαντάσματα της στρατιωτικής δικτατορίας της Βραζιλίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Τα φαντάσματα της στρατιωτικής δικτατορίας της Βραζιλίας

Πώς η πολιτική της λήθης οδήγησε στην άνοδο του Bolsonaro

Η Βραζιλία, αντιθέτως, δεν καθιέρωσε μια επιτροπή αλήθειας παρά το 2012, σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά το τέλος της στρατιωτικής κυριαρχίας. Πριν από αυτό, μόνο μια από τις καταχρήσεις του στρατιωτικού καθεστώτος είχε οδηγηθεί σε δίκη και καταδίκη, και αυτό έγινε όταν η χρήση των βασανιστηρίων από τον στρατό έγινε εναντίον του: Το 1973, στο αποκορύφωμα της εξουσίας της δικτατορίας, οκτώ στρατιώτες και δύο αστυνομικοί βασάνισαν και σκότωσαν τέσσερις 19χρονους απλούς στρατιώτες που είχαν δει να διαπράττονται στρατιωτικές καταχρήσεις. Οι δολοφόνοι χτύπησαν τα θύματά τους φορώντας γάντια στα χέρια τους, τους μαστίγωσαν με ζώνες και σύρματα, τρύπησαν τα νύχια τους, τους χτύπησαν με έναν σιδερένιο σωλήνα, έκαναν ηλεκτροσόκ στο σώμα τους και συνέτριψαν τα κεφάλια και τα πόδια τους με μέγγενη. Οι δράστες κρίθηκαν ένοχοι τόσο για το έγκλημα όσο και για μια απόπειρα συγκάλυψης. Το γεγονός ότι το καθεστώς αναγκάστηκε να παραδεχτεί δημοσίως την αδικοπραγία σε αυτή την περίπτωση οφειλόταν στις παρασκηνιακές προσπάθειες ενός κορυφαίου προοδευτικού καθολικού επισκόπου που καταδίκαζε τα εγκλήματα. Η παρέμβαση του επισκόπου ήταν αντιπροσωπευτική ενός κινήματος μέσα σε τμήματα της Καθολικής Εκκλησίας στην Βραζιλία και σε ολόκληρη την Λατινική Αμερική υπέρ της ζωηρής υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της επιστροφής στην δημοκρατία.

02012019-2.jpg

Ο πρώην πολιτικός κρατούμενος και δημοτικός σύμβουλος, Gilberto Natalini, κρατά ένα βιβλίο που αναφέρει τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά την διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας στο Σάο Πάολο, στην Βραζιλία, τον Οκτώβριο του 2018. PAULO WHITAKER / REUTERS
----------------------------------------------------------------------

Αλλά οι δολοφονίες στην υπόθεση του 1973 είχαν συμβεί στο ίδιο στρατόπεδο όπου οι μπράβοι του καθεστώτος βασάνιζαν πολιτικούς κρατούμενους -και αυτά τα εγκλήματα παρέμειναν ατιμώρητα. Στους πιο γνωστούς θαλάμους βασανιστηρίων της Βραζιλίας, οι πολιτικοί κρατούμενοι υπέστησαν τρομερές κακοποιήσεις: Υφίσταντο ηλεκτροσόκ σε μια μεταλλική καρέκλα (την «καρέκλα του δράκου») και δένονταν χειροπόδαρα και αιωρούνταν από μια οριζόντια μεταλλική ράβδο. Μια επικίνδυνη αίσθηση ατιμωρησίας κυριάρχησε σε έναν στρατό που χρησιμοποίησε τόσο ελεύθερα τα βασανιστήρια και θεώρησε ότι είναι απαραίτητο κακό για να νικήσει την ένοπλη αντίσταση.

Αλλά όταν ο σχετικά μετριοπαθής στρατηγός Ernesto Geisel έγινε ο τέταρτος στρατιωτικός πρόεδρος το 1974, φοβήθηκε μια αμφισβήτηση από τους βασανιστές και τους σκληροπυρηνικούς διοικητές τους στον στρατό. Άρχισε να φιλελευθεροποιεί το καθεστώς χαλαρώνοντας την λογοκρισία και μειώνοντας την καταστολή. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, η κυβέρνηση κήρυξε έναν Νόμο περί Αμνηστίας το 1979. Επέτρεψε την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και την επιστροφή των πολιτικών αντιπάλων από την εξορία -αλλά, με έναν πολιτικό συμβιβασμό, προστάτεψε επίσης από την άσκηση δίωξης κατά των υπευθύνων για πράξεις βασανιστηρίων υπό δικτατορία. Αυτή η αμνηστία ισχύει μέχρι σήμερα και εμπόδισε την Βραζιλία να εντρυφήσει στο παρελθόν της με τον τρόπο που η Αργεντινή, η Χιλή και η Ουρουγουάη αντιμετώπισαν το δικό τους.

ΠΟΛΥ ΛΙΓΑ ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ

Η δικτατορία της Βραζιλίας έφτασε στο τέλος της τον Μάρτιο του 1985, έχοντας απαξιωθεί τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά. Και αυτό που δεν θα έκανε η νέα κυβέρνηση, το επιχείρησαν οι ακτιβιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων: Τέσσερις μήνες μετά την ορκωμοσία του πολίτη πολιτικού José Sarney ως προέδρου, ένα βιβλίο με τίτλο Brasil: Nunca mais (Βραζιλία: Ποτέ ξανά) άρχισε να εμφανίζεται στα ράφια των καταστημάτων στην χώρα. Είχε δημοσιευθεί και διανεμηθεί μέσω μιας μυστικής, μη κυβερνητικής εκστρατείας υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που συντονίστηκε από την Καθολική Εκκλησία. Χρησιμοποιώντας πληροφορίες από στρατιωτικά αρχεία, το βιβλίο αποκάλυψε για πρώτη φορά την σοβαρότητα και την έκταση της καταστολής της δικτατορίας. Η Αρχιεπισκοπή του Σάο Πάολο δημοσιοποίησε ανοιχτά έναν κατάλογο 444 βασανιστών που ταυτοποίησαν οι ερευνητές του βιβλίου. Πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους συνέχισαν να εργάζονται για την αστυνομία ή τον στρατό, αλλά περιστασιακά καταδεικνύονταν από ακτιβιστές για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Το «Βραζιλία: Ποτέ Ξανά» έγινε ένα από τα πιο δημοφιλή βιβλία μη-φαντασίας στην ιστορία της Βραζιλίας. Σύμφωνα με τα λόγια του ανώνυμου συγγραφέα της εισαγωγής, το βιβλίο είχε αποκαλύψει ότι «μια σκοτεινή πραγματικότητα κρατιόταν μυστική στα μπουντρούμια της παρατεταμένης πολιτικής καταπίεσης». Αλλά ένα βιβλίο δεν είναι μια επιτροπή αλήθειας: Ο πολιτικός του αντίκτυπος ήταν περιορισμένος και οι συγγραφείς του φάνηκαν να δέχονται τον συμβιβασμό που ενυπήρχε στον νόμο περί Αμνηστίας όταν έγραψαν: «Δεν είναι η πρόθεση αυτού του έργου να συλλέξει στοιχεία που θα χρησιμοποιηθούν σε μια βραζιλιάνικη Νυρεμβέργη. … Στην αναζήτηση της δικαιοσύνης, ο λαός της Βραζιλίας δεν είχε ποτέ ως κίνητρο τα αισθήματα εκδίκησης».

Στο βαθμό που η χώρα προχώρησε, η επιλογή των εκλεγμένων Προέδρων της εξέφρασε αυτό. Ο Fernando Henrique Cardoso, που εξελέγη το 1994, ήταν ένας αντίπαλος του στρατού του οποίου το think tank είχε βομβαρδιστεί από δεξιούς τρομοκράτες υπέρ της δικτατορίας το 1976. Ως πρόεδρος ίδρυσε μια επιτροπή που αναγνώρισε επίσημα την ευθύνη της δικτατορίας για τους θανάτους και τις εξαφανίσεις των αντιπάλων της και που αποζημίωσε τις οικογένειές τους. Ο Luiz Inácio Lula da Silva, πρόεδρος από το 2003 έως το 2011, είχε παρόμοιο υπόβαθρο, έχοντας φυλακιστεί για έναν μήνα υπό την δικτατορία λόγω της ανοιχτής αντιπολίτευσής του. Η διοίκησή του ενέκρινε την δημοσίευση της πρώτης επίσημης έκθεσης για τις βιαιοπραγίες κατά των αντιπάλων του καθεστώτος.