Πώς να πληγεί η Ρωσία εκεί που πονάει | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς να πληγεί η Ρωσία εκεί που πονάει

Μια μακροπρόθεσμη στρατηγική για την ενίσχυση της οικονομικής πίεσης
Περίληψη: 

Υπάρχει πάντα η πιθανότητα ότι η αύξηση της οικονομικής πίεσης στην Ρωσία θα πείσει τελικά τον Πούτιν να περιορίσει τις επιθέσεις του στις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους, ειδικά εάν πράττοντας έτσι αναγκάζει την Ρωσία να αρχίσει να μειώνει τις εγχώριες δαπάνες για βασικά προγράμματα και κρατικές επιδοτήσεις σε στενούς συμμάχους που υποστηρίζουν την δημοτικότητα της κυβέρνησής του.

Ο PETER HARRELL είναι επίκουρος ανώτερος συνεργάτης στο Center for a New American Security και δικηγόρος που συμβουλεύει για την συμμόρφωση σε κυρώσεις. Διετέλεσε Αναπληρωτής Βοηθός Υπουργός Εξωτερικών αρμόδιος για Οικονομικές Απειλές και Κυρώσεις από το 2012 έως το 2014.

Η προσάρτηση της Κριμαίας από την Ρωσία το 2014, ο πόλεμος στην ανατολική Ουκρανία, η παρέμβασή της στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ το 2016 και άλλες επιθετικές πράξεις κατά των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους, απαιτούν ισχυρή Δυτική απάντηση. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, στην απάντηση αυτή κυριαρχούν κυρώσεις και άλλα καταναγκαστικά οικονομικά μέτρα. Αμερικανοί και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι ελπίζουν ότι τα οικονομικά μέτρα δεν θα επιβάλλουν μόνο ένα κόστος για τέτοιες ενέργειες, αλλά θα αποτρέψουν επίσης το Κρεμλίνο από την κλιμάκωση της επίθεσης κατά των αμερικανικών και ευρωπαϊκών συμφερόντων.

04012019-1.jpg

Ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, ο υπουργός Άμυνας, Σεργκέι Σόιγκου, και ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, Βαλέρι Γκερασίμοφ, σε συνεδρίαση του Συμβουλίου του Υπουργείου Άμυνας, στη Μόσχα, τον Δεκέμβριο του 2018. MIKHAIL KLIMENTYEV / KREMLIN VIA REUTERS
------------------------------------------------------------------

Η οικονομική πίεση φέρνει ασφαλώς αποτέλεσμα. Το ΔΝΤ εκτιμά [1] ότι οι κυρώσεις που συνδέονται με την εισβολή στην Ουκρανία το 2014 κόστισαν στην Ρωσία από 1 έως 1,5% του ΑΕΠ της έως τα μέσα του 2015. Οι κυρώσεις βλάπτουν επίσης το σύνολο του ρωσικού πλούτου, καθώς η Ρωσία έπρεπε να αντισταθμίσει τα χαμένα Δυτικά κεφάλαια με το να δαπανήσει δισεκατομμύρια δολάρια για να στηρίξει μεγάλες εταιρείες που εξαρτώνται από Δυτική χρηματοδότηση. Οι πιο πρόσφατες κυρώσεις που ανακοινώθηκαν τον Απρίλιο του 2018 σε απάντηση της παρέμβασης της Ρωσίας στις εκλογές των ΗΠΑ κλόνισαν τις ρωσικές χρηματοπιστωτικές αγορές και άσκησαν πίεση στην αξία του ρουβλίου. Συγκεκριμένοι άνθρωποι και εταιρείες [2] έχουν επίσης αισθανθεί την πίεση: Για παράδειγμα, η καθαρή αξία του Oleg Deripaska, του φιλο-Πούτιν ολιγάρχη, έχει πέσει [3] λόγω των κυρώσεων των ΗΠΑ.

Και όμως οι κυρώσεις δεν έχουν κάνει πολλά για να αλλάξουν τους τρόπους της Μόσχας. Όχι μόνο η Ρωσία αρνήθηκε να κάνει παραχωρήσεις σχετικά με την στρατιωτική παρέμβασή της στην Ουκρανία, αλλά τον Νοέμβριο του 2018 κατέλαβε [4] τρία ουκρανικά ναυτικά πλοία που διέρχονται από το στενό του Κερτς. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Αμερικανού διευθυντή της National Intelligence, Dan Coats, οι κυρώσεις δεν εμπόδισαν την Ρωσία από το να παρέμβει [5] στις μεσοπρόθεσμες εκλογές των ΗΠΑ το 2018 και, πράγματι, ο Coats είπε ότι η Κίνα και το Ιράν προσπάθησαν επίσης να παρέμβουν. Ούτε αποθάρρυναν τη Μόσχα από το να υποκινήσει τις προσπάθειες της Βόρειας Κορέας να παρακάμψει τις διεθνείς κυρώσεις, να υποστηρίξει τον Σύρο πρόεδρο Μπασάρ αλ Άσαντ ή να χρησιμοποιήσει έναν στρατιωτικού επιπέδου νευρικό παράγοντα στην επίθεση του Salisbury κατά του Σεργκέι Σκριπάλ, ενός Ρώσου εξόριστου που ζει στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη χρειάζονται μια σκληρή και συνεκτική στρατηγική για να περιορίσουν την οικονομία της Ρωσίας και για να έχουν μια ουσιαστική ευκαιρία να επηρεάσουν την ρωσική διαδικασία λήψης αποφάσεων. Οι στοχευμένες κυρώσεις παραμένουν χρήσιμες στην τιμωρία μεμονωμένων αξιωματούχων, ολιγαρχών και εταιρειών όταν αυτοί επιτίθενται σε Δυτικά συμφέροντα. Αλλά η απλή επιβολή τέτοιων μέτρων από καιρό σε καιρό ως απάντηση στις ρωσικές προκλήσεις δεν θα αλλάξει ποτέ την συμπεριφορά της Ρωσίας. Αντίθετα, χρειάζεται μια πιο φιλόδοξη μακροπρόθεσμη προσέγγιση, η οποία να επικεντρώνεται όχι μόνο σε συγκεκριμένους αξιωματούχους και ολιγάρχες, αλλά στα ρωσικά δημόσια έσοδα και στην ρωσική οικονομία στο σύνολό της. Σε ένα βέλτιστο σενάριο, μια πιο φιλόδοξη οικονομική στρατηγική θα μπορούσε να προκαλέσει πολιτικές εντάσεις στην Ρωσία και να πείσει τον Πούτιν να περιορίσει την επιθετικότητά του. Αλλά ακόμη και στο πιο πιθανό σενάριο όπου η οικονομική πίεση αποτύχει να αλλάξει τους στρατηγικούς υπολογισμούς του Πούτιν, μια φιλόδοξη στρατηγική είναι βασική για να περικοπεί η ικανότητα της Ρωσίας να επιτυγχάνει τους στόχους του Πούτιν.

Για ένα παράδειγμα αποτελεσματικού προγράμματος οικονομικής πίεσης, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν πρέπει να κοιτάξουν πέρα από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Το 1983, ο Αμερικανός πρόεδρος Ρόναλντ Ρήγκαν υπέγραψε την Οδηγία για την Εθνική Ασφάλεια 75 [6] (National Security Decision Directive 75, NSDD 75), δηλώνοντας ότι η αμερικανική πολιτική ήταν να «ανασχέσει και με την πάροδο του χρόνου να αναστρέψει τον σοβιετικό επεκτατισμό». Η οδηγία προσδιόρισε τέσσερις ενδιάμεσους οικονομικούς στόχους: Να εξασφαλιστεί ότι οι Δυτικές σχέσεις με την Σοβιετική Ένωση δεν διευκολύνουν την σοβιετική στρατιωτική ισχύ˙ να αποφευχθεί η επιδότηση της Σοβιετικής Ένωσης, ώστε να αυξηθούν οι εσωτερικές οικονομικές πιέσεις με την πάροδο του χρόνου˙ να ελαχιστοποιηθεί η σοβιετική οικονομική μόχλευση έναντι των συμμάχων των ΗΠΑ στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο˙ και να επιτραπεί κάποιο εμπόριο, όπως το εμπόριο σιτηρών, το οποίο ήταν αμοιβαία επωφελές και δεν προσέφερε κανένα στρατηγικό πλεονέκτημα.

Παρόλα όσα άλλαξαν τα τελευταία 35 χρόνια, η οικονομική εκστρατεία του Ρήγκαν ενάντια στην Σοβιετική Ένωση εξακολουθεί να αποτελεί ένα χρήσιμο πρότυπο για μια σύγχρονη προσέγγιση για την συγκράτηση της Ρωσίας.

ΜΙΑ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ