Το παιχνίδι του Πούτιν στην Ουκρανία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το παιχνίδι του Πούτιν στην Ουκρανία

Πώς η Μόσχα επιδιώκει να εκβιάσει παραχωρήσεις από το Κίεβο
Περίληψη: 

Δεδομένου ότι η αβεβαιότητα και το χάος είναι τα κύρια μέσα της πολιτικής του Πούτιν, το Κρεμλίνο πιθανότατα θα επιλέξει να διατηρήσει το status quo στην ανατολική Ουκρανία, καθώς αυτό του επιτρέπει να κάνει απρόσμενα βήματα στην ουκρανική σκακιέρα.

Ο KONSTANTIN SKORKIN είναι ανεξάρτητος δημοσιογράφος με βάση του την Ρωσία.

Στα τέλη του 2013, ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βίκτορ Γιανουκόβιτς, ανέβαλε την υπογραφή συμφωνίας σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση, και αντ’ αυτού επέλεξε να επιδιώξει στενότερους δεσμούς με την Ρωσία. Διαδηλωτές άρχισαν να μαζεύονται στην κεντρική πλατεία του Κιέβου, γνωστή ως Maidan. Εβδομάδες εντάσεων που διολίσθησαν στην βία κορυφώθηκαν με την ανατροπή του Γιανουκόβιτς στις 22 Φεβρουαρίου.

Ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν [1], παρακολουθούσε με θυμό και μεγάλη ανησυχία. Αν υποθέσουμε ότι αυτό που είχε συμβεί στο Μαϊντάν προκαλούσε παρόμοιες διαμαρτυρίες στην Ρωσία;

11022019-1.jpg

Ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, σε ομιλία κατά την διάρκεια μιας συγκέντρωσης και συναυλίας που σηματοδοτούν την τέταρτη επέτειο της προσάρτησης της Κριμαίας από την Ρωσία στην κεντρική Μόσχα, τον Μάρτιο του 2018. ALEXANDER ZEMLIANICHENKO / POOL VIA REUTERS
----------------------------------------------------------------------

Ο Πούτιν άρχισε να αναφέρεται στην ουκρανική κυβέρνηση ως «χούντα» σε ομιλίες του. Ο όρος ανήκε στο λεξικό της σοβιετικής προπαγάνδας: Το Κρεμλίνο τον χρησιμοποιούσε για να περιγράψει τις δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής τις οποίες υποστήριξαν οι Ηνωμένες Πολιτείες κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Η αναβίωση αυτής της γλώσσας από τον Putin σηματοδότησε μια απότομη πτώση στις σχέσεις μεταξύ Μόσχας και Κιέβου. Τα ρωσικά κρατικά ελεγχόμενα μέσα μαζικής ενημέρωσης ανέλαβαν ένα προπαγανδιστικό αφήγημα, στο οποίο οι νέες Αρχές της Ουκρανίας ήταν παράνομες και η Ρωσία δεν θα δίσταζε να «προστατεύει» τους ρωσόφωνους πολίτες της Ουκρανίας από αυτούς τους «φασιστές σφετεριστές».

Οι δράσεις στις οποίες προχώρησε η Ρωσία μετά την ανατροπή του Γιανουκόβιτς -η προσάρτηση της Κριμαίας [2] και η επιθετική στρατιωτική υποστήριξη των φιλορώσων αυτονομιστών στην ανατολική Ουκρανία- είναι γνωστές. Για τον Πούτιν, τέτοιες κινήσεις σηματοδότησαν την αναγέννηση της Ρωσίας ως μεγάλη δύναμη, έτοιμη να αγνοήσει την παγκόσμια γνώμη κατά την επιδίωξη των εθνικών συμφερόντων της. Και η πολιτική της Ουκρανίας του Πούτιν ήταν στην αρχή εξαιρετικά ικανοποιητική [3] εγχωρίως, επωφελούμενη από μια εξελιγμένη εκστρατεία τηλεοπτικής προπαγάνδας καθώς και από την αύξηση του λαϊκού ρεβανσιστικού αισθήματος.

Ο Πούτιν πέτυχε ένα ρεκόρ περίπου 86% στα ποσοστά της δημοφιλίας του τους μήνες μετά την προσάρτηση της Κριμαίας. Ως εκ τούτου, θεωρεί κάθε παραχώρηση στην Κριμαία μια «κόκκινη γραμμή» που δεν μπορεί να περάσει χωρίς να θέσει σε κίνδυνο την λαβή του στην εξουσία. Η θέση αυτή αποκλείει την δυνατότητα συμφιλίωσης με το Κίεβο για το άμεσο μέλλον, δεδομένου ότι η πλειοψηφία των Ουκρανών δεν θα δεχτεί την απώλεια της χερσονήσου. Επιπλέον, με τις προεδρικές και κοινοβουλευτικές εκλογές να πλησιάζουν γρήγορα στην Ουκρανία, η Ρωσία βλέπει την ευκαιρία να ξαναφέρει την χώρα στην σφαίρα επιρροής της. Το Κρεμλίνο θέλει να επωφεληθεί από τον οξύ πολιτικό διχασμό στην Ουκρανία και, σε περίπτωση πιθανής αλλαγής στην εξουσία, να αναγκάσει το Κίεβο να προβεί σε παραχωρήσεις. Η Donbas, η αυτονομιστική περιοχή στην ανατολική Ουκρανία, η οποία ελέγχεται πλήρως από τη Μόσχα, θα παραμείνει το κύριο διαπραγματευτικό χαρτί της Ρωσίας σε αυτό το παιχνίδι.

ΕΝΑ ΜΕΤΑΒΑΛΛΟΜΕΝΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ

Η Μόσχα βλέπει τις επερχόμενες προεδρικές εκλογές της Ουκρανίας στα τέλη Μαρτίου ως ευκαιρία για αλλαγή της πολιτικής πορείας στο Κίεβο. Η ρωσική αισιοδοξία χρονολογείται από το 2004, όταν οι Ουκρανοί είχαν εκτοπίσει μια διαφορετική κυβέρνηση φιλική προς τη Μόσχα μέσω διαδηλώσεων γνωστών ως Πορτοκαλί Επανάσταση. Ο φιλοδυτικός ωφελημένος αυτού του κινήματος, ο πρόεδρος Βίκτορ Γιούσενκο, κυβέρνησε μόλις πέντε χρόνια πριν οι Ουκρανοί απογοητευθούν από τον ρυθμό των μεταρρυθμίσεων και προχωρήσουν για να εκλέξουν τον Γιανουκόβιτς το 2010.

Η κατάσταση σήμερα είναι εντυπωσιακά παρόμοια. Ο σημερινός πρόεδρος της Ουκρανίας, Πέτρο Ποροσένκο, δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στις ελπίδες των ψηφοφόρων. Πολλοί Ουκρανοί πιστεύουν ότι έχει κάνει λίγα για να καταπολεμήσει την διαφθορά ή να αυξήσει το βιοτικό επίπεδο, τα ποσοστά δημοφιλίας του είναι καταστροφικά χαμηλά [4] τουλάχιστον από το 2016, αν όχι πριν, και στις δημοσκοπήσεις [5] βρίσκεται πολύ πίσω από τους άλλους δύο πρωταγωνιστές υποψηφίους. Ο Ποροσένκο προσπάθησε απελπισμένα να ξανακερδίσει το χαμένο έδαφος, για παράδειγμα πιέζοντας για μια αυτόνομη Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας [6], ανεξάρτητη από το Πατριαρχείο της Μόσχας, αλλά η δημοτικότητά του παραμένει χαμηλή. Ανοιχτά φιλορώσοι υποψήφιοι, ωστόσο, είναι επίσης μη δημοφιλείς στην Ουκρανία από την εποχή των γεγονότων του 2014.

Προς το παρόν, ένας από τους πρωταγωνιστές της κούρσας προς την προεδρία είναι η Γιούλια Τιμοσένκο, μια έμπειρη και χαρισματική βετεράνος της ουκρανικής πολιτικής σκηνής, η οποία επί του παρόντος καθοδηγεί τόσο τις λαϊκιστικές όσο και τις φιλοευρωπαϊκές τάσεις και είναι ιδιαίτερα επικριτική κατά του Ποροσένκο. Το Κρεμλίνο την αντιμετωπίζει πιο ευνοϊκά απ΄ όσο τον νυν πρόεδρο, παρά το γεγονός ότι εκείνη επικρίνει δημοσίως την πολιτική του Ποροσένκο προς την Ρωσία ως ανεπαρκώς αυστηρή. Ο Πούτιν την γνωρίζει πολύ καλά από τον ρόλο της στην διαπραγμάτευση μιας συμφωνίας Ρωσίας-Ουκρανίας για το φυσικό αέριο το 2009, που αποδείχθηκε ωφέλιμη για τη Μόσχα. Στα μάτια του Πούτιν, ο κυνισμός και η προθυμία της Τιμοσένκο να διαπραγματευτεί στο παρασκήνιο, την καθιστούν έναν καλό δυνητικό εταίρο, παρά την ρητορική της κατά της Ρωσίας. Πράγματι, έχει εκφράσει την προθυμία της να διεξάγει συνομιλίες με την Ρωσία με τη μεσολάβηση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ηνωμένου Βασιλείου.