Η στρατηγική του Τραμπ για το Ιράκ είναι άφρων | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η στρατηγική του Τραμπ για το Ιράκ είναι άφρων

Η χώρα δεν είναι αμερικανική εμπροσθοφυλακή κατά του Ιράν
Περίληψη: 

Το μέλλον του Ιράκ έχει στρατηγικό ενδιαφέρον για όλους τους σημαντικούς παράγοντες της Μέσης Ανατολής, καθώς η χώρα βρίσκεται στο επίκεντρο πολλών σημαντικών σχέσεων: Μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν, μεταξύ του Ιράν και του αραβικού κόσμου, και μεταξύ των αραβικών χωρών.

Ο MICHAEL WAHID HANNA είναι ανώτερος συνεργάτης στο Ίδρυμα Century και εξωτερικός ανώτερος συνεργάτης στο Κέντρο Νόμου και Ασφάλειας Reiss στη Νομική Σχολή του NYU.
Ο THANASSIS CAMBANIS είναι δημοσιογράφος, ανώτερος συνεργάτης στο Ίδρυμα Century, και ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Once Upon a Revolution: An Egyptian Story.

Τα αμερικανικά στρατεύματα έχουν πάρει τον δρόμο της αποχώρησης από την Συρία. Στο Αφγανιστάν, μια παρόμοια απόσυρση, ίσως μάλιστα μια μόνιμη έξοδος, βρίσκεται στον ορίζοντα καθώς συνεχίζονται οι ειρηνευτικές συνομιλίες με τους Ταλιμπάν. Στις 2 Φεβρουαρίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έστρεψε την προσοχή του σε ένα τρίτο στρατόπεδο συγκρούσεων στην περιοχή: Το Ιράκ.

Ωστόσο, αυτή την φορά, αντί να μιλήσει για απόσυρση, ο Trump υποστήριξε [1] σε συνέντευξή του στο «Face the Nation» του CBS ότι τα αμερικανικά στρατεύματα θα πρέπει να παραμείνουν στο Ιράκ -όχι μόνο για να συνεχίσουν να μάχονται το Ισλαμικό Κράτος ή ISIS, αλλά για να «προσέχουν το Ιράν». Οι αμερικανικές βάσεις στο Ιράκ, σύμφωνα με τον Trump, θα χρησιμεύσουν ως εμπροσθοφυλακές για την παρακολούθηση των δραστηριοτήτων της Τεχεράνης σχετικά με τα «πυρηνικά όπλα ή άλλα πράγματα».

18022019-1.jpg

Ένας Αμερικανός στρατιώτης σε στρατιωτική βάση βόρεια της Μοσούλης, τον Φεβρουάριο του 2017. KHALID AL MOUSILY/REUTERS
---------------------------------------------------------------------------

Τα σχόλια του Trump είναι απερίσκεπτα. Αντικατοπτρίζουν μια λανθασμένη εμμονή με το Ιράν και απεικονίζουν το Ιράκ ως κάτι λίγο περισσότερο από ένα πιόνι στην πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών για το Ιράν. Αυτή η ρητορική αποτελεί δηλητήριο για την σχέση της Ουάσινγκτον με την Βαγδάτη -μια από τις τελευταίες άγκυρες που απομένουν για την επιρροή των ΗΠΑ σε μια περιοχή γεμάτη από δυσλειτουργικές και αντιπαραγωγικές συνεργασίες.

Η ΑΠΟΨΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΑΓΔΑΤΗ

Η εισβολή των Ηνωμένων Πολιτειών στο Ιράκ το 2003 και η καταστροφική κατοχή που ακολούθησε, άνοιξε την πόρτα της ισλαμικής μαχητικότητας και του σεκταρισμού στην καρδιά του αραβικού κόσμου, ενώ βοήθησε το Ιράν να επεκτείνει την ισχύ του. Η περιοχή -και ο κόσμος- εξακολουθούν να υποφέρουν από τις συνέπειες. Ωστόσο, παρά αυτήν την βασανισμένη ιστορία, η ηγεσία του Ιράκ παραμένει εξαιρετικά ανοιχτή στην διπλωματική βοήθεια και την βοήθεια ασφαλείας από τις ΗΠΑ.

Ένας από εμάς επισκέφθηκε πρόσφατα την Βαγδάτη και μίλησε σε πολιτικούς ηγέτες από όλο το πολιτικό φάσμα, συμπεριλαμβανομένων των επικριτών της πολιτικής των ΗΠΑ στο Ιράκ. Πολλοί από αυτούς τους ηγέτες εξέφρασαν την ελπίδα ότι η Ουάσιγκτον θα συνεχίσει να υποστηρίζει την ιρακινή κυβέρνηση στις προσπάθειές της να βελτιώσει την ασφάλεια και να οικοδομήσει κρατικούς θεσμούς. Τα αμερικανικά σήματα των μυστικών πληροφοριών, πάνω απ’ όλα, είναι ανεκτίμητα για τους Ιρακινούς˙ καμία άλλη πηγή δεν μπορεί να παράσχει τις δορυφορικές εικόνες και την εποπτεία για την παρακολούθηση πιθανών νέων προγεφυρωμάτων του ISIS. Με την αμερικανική βοήθεια για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και την συλλογή πληροφοριών, οι Ιρακινοί ηγέτες υποθέτουν ότι η κυβέρνηση του Ιράκ μπορεί να νικήσει τους αντάρτες και να γίνει αρκετά δυνατή τελικά για να αποκρούσει τις παρεμβάσεις -τόσο από τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και από τον ανατολικό γείτονα του Ιράκ, το Ιράν.

Μετά την απόσυρση των Ηνωμένων Πολιτειών το 2011, η Βαγδάτη έπρεπε να πραγματοποιεί μια προσεκτική εξισορρόπηση, διατηρώντας φιλικούς δεσμούς με την Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη και να χρησιμοποιεί την καθεμιά για να αποτρέπει την εξάρτηση από την άλλη. «Δεν μας αρέσει η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο Ιράκ», μας είπε ένας ανώτερος πολιτικός τον Ιανουάριο. «Αν όμως φύγουν ξαφνικά, το Ιράν θα γεμίσει το κενό». Πίσω από τις κλειστές πόρτες, μεγάλο μέρος της πολιτικής τάξης του Ιράκ συμφωνεί: Μέχρι πρόσφατα, ακόμη και μέλη του Σαντριστικού κινήματος, μια ομάδα γνωστή για την φλογερή εθνικιστική ρητορική και την ένοπλη αντίσταση στην αμερικανική κατοχή , συνέδεσε τις εκκλήσεις για αποχώρηση των ΗΠΑ σε μια επιμονή στην αποχώρηση όλων των ξένων (διάβαζε: ιρανικών) δυνάμεων από την χώρα.

Αλλά οι Σαντριστές και άλλοι μπορούν να υποστηρίξουν αυτήν την πραγματιστική θέση δημοσίως, μόνο αν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφύγουν να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι το Ιράκ αποτελεί μέρος ενός υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, αντι-ιρανικού, φιλο-ισραηλινού άξονα. Ακόμα και οι συμπαθούντες Ιρακινοί αντιλαμβάνονται μόνο περιορισμένα κοινά συμφέροντα με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Και το Ιράκ χρειάζεται την βοήθεια που παίρνει από το Ιράν, το οποίο έχει πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις στην βιομηχανική και τουριστική υποδομή της χώρας και είναι ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της Βαγδάτης για τρόφιμα και φυσικό αέριο. Η Τεχεράνη διαδραμάτισε επίσης σημαντικό ρόλο στον πόλεμο ενάντια στο ISIS και παρέχει τεχνική βοήθεια στο ιρακινό Υπουργείο Εσωτερικών και σε τμήματα του μηχανισμού [των υπηρεσιών] πληροφοριών. Οι ιρακινές ελίτ, ως αποτέλεσμα, απεχθάνονται να αποξενώσουν το Ιράν.

Αλλά αν η ιρακινή αντιστάθμιση απαιτεί απαλές κινήσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Trump έδωσε το ακριβώς αντίθετο. Ο Ιρακινός πρόεδρος Barham Salih απέρριψε [2] την συνέντευξη του Trump ως «παράξενη» και προειδοποίησε τις Ηνωμένες Πολιτείες να μην «παρα-επιβαρύνετε το Ιράκ με τα δικά σας ζητήματα». Η ανώτατη σιϊτική κληρική Αρχή του Ιράκ, ο Μεγάλος Αγιατολάχ Αλί αλ Σιστανί, επίσης επέπληξε [3] τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Οι Σαντριστές, από την πλευρά τους, υποστήριξαν ένα κοινοβουλευτικό ψήφισμα που ζητούσε την αποβολή των δυνάμεων των ΗΠΑ. Εν τω μεταξύ, το κίνημα Asaib Ahl al-Haq, μια σιιτική παραστρατιωτική ομάδα, υπονόησε ότι ήταν έτοιμο για άλλη μια φορά να πάρει τα όπλα εναντίον των Αμερικανών. Ακόμα κι αν ένας τέτοιος αντι-αμερικανισμός αποτελεί ως επί το πλείστον κομπασμό, η αλλαγή στον τόνο είναι ανησυχητική.