Ω, η Humanité | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ω, η Humanité

Η γαλλική αριστερά πτώχευσε με τους ανθρώπους να διαδηλώνουν

Εξακολουθώντας να συνδέεται στενά με τον σοβιετικό κομμουνισμό, απρόθυμο να υποστηρίξει νέα κοινωνικά κινήματα, και με μια πολιτική στρατηγική υπέρ των σταδιακών αλλαγών που πλέον ήταν απελπιστικά ξεπερασμένη, το PCF εξαφανίστηκε ως πολιτική και κοινωνική δύναμη. Το όραμα της εργατικής τάξης, που κάποτε κινητοποιούσε, ήταν ακατάλληλα προσαρμοσμένο σε μια οικονομία όπου όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι είχαν προσληφθεί με συμβάσεις περιορισμένης διάρκειας, εργοστάσια και ορυχεία είχαν κλείσει και η μετανάστευση έγινε κεντρικό ζήτημα. Η αποτελεσματικότητα της κινητοποίησης των εργαζομένων έχει επίσης μειωθεί. Την άνοιξη του 2018, ο πρόεδρος Emmanuel Macron [3] έκανε τις μεταρρυθμίσεις στο εθνικό σιδηροδρομικό σύστημα, το SNCF, μέρος του σχεδίου του για τον εκσυγχρονισμό της Γαλλίας. Οι μεταρρυθμίσεις κατήργησαν το δικαίωμα των εργαζομένων για μονιμότητα εργασίας στις σιδηροδρομικές μεταφορές και ειδικές συνταξιοδοτικές παροχές, γεγονός που οδήγησε τους σιδηροδρομικούς εργαζόμενους της άλλοτε κομμουνιστικής Γενικής Συνομοσπονδίας Εργαζομένων (Confédération Générale du Travail) να προκηρύξουν μια σειρά κυλιόμενων απεργιών που εξαπλώθηκαν σε διάστημα τριών μηνών. Ο Macron αρνήθηκε να παραδοθεί στις απαιτήσεις των εργαζομένων και η απεργία ήταν μια πλήρης αποτυχία. Αυτή η ήττα μιας κλασικής τακτικής εργατικής τάξης αναμφίβολα τροφοδότησε την απογοήτευση που θα παρήγαγε το κίνημα των κίτρινων γιλέκων.

Το Σοσιαλιστικό Κόμμα, από την πλευρά του, δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στις ελπίδες που τοποθετήθηκαν είτε στην κυβέρνηση του Μιτεράν, είτε σε αυτήν του προέδρου François Hollande και έγινε ολοένα και περισσότερο το κόμμα ενός τμήματος της αστικής μεσαίας τάξης (bourgeoisie) που περιλαμβάνει τους bobos ή αλλιώς τους αστούς μποέμ. Αυτοί οι νέοι, μορφωμένοι αστοί δείχνουν μικρή ανησυχία για τις ανάγκες εκείνων που υποφέρουν στην «βαθιά Γαλλία», ή αλλιώς στην Γαλλία των αγροτικών χωριών και των μικρών πόλεων στην περιφέρεια της χώρας, όπου η ανεργία και η υποαπασχόληση είναι συνήθεις, οι μισθοί είναι χαμηλοί και οι φόροι υψηλοί και οι απλοί άνθρωποι προσπαθούν να τεντώσουν τους μισθούς τους μέχρι το τέλος κάθε μήνα.

Απομένει το κόμμα του Jean-Luc Mélenchon, το La France Insoumise, το οποίο έχει προσελκύσει μερικούς από τους ψηφοφόρους που κάποτε θα ήταν κομμουνιστές ή σοσιαλιστές. Αλλά αυτή η δύναμη είναι ετερόκλητη, χαλαρά οργανωμένη και νέα. Με την εστίασή του στο να κερδίσει έδρες σε εθνικό επίπεδο και όχι στην αντιμετώπιση τοπικών διαμαρτυριών, το La France Insoumise είναι απίθανο να αντικαταστήσει τα παλαιά κόμματα της αριστεράς, παρά το γεγονός ότι συγκέντρωσε περισσότερο από το 19% των ψήφων στις προεδρικές εκλογές του 2017.

Πολλοί από εκείνους στην περιφέρεια της Γαλλίας που προηγουμένως ψήφισαν προς τα αριστερά έχουν μετακινηθεί προς τα δεξιά, αλλά ακόμη και η αλλαγή που μπορεί να προσφέρει το Rassemblement National (διάδοχος του Εθνικού Μετώπου) βρίσκει εμπόδια, διότι το εκλογικό σύστημα των δύο [εκλογικών] γύρων εμποδίζει τα μικρά κόμματα από το να αποκτήσουν δύναμη ποτέ. Χωρίς πίστη σε ένα σύστημα που τους απογοήτευσε και τους αγνόησε, τα κίτρινα γιλέκα έκαναν το βήμα να μιλήσουν μόνοι τους.

Ο θυμός εκείνων που ζουν στην γαλλική περιφέρεια είναι τόσο βαθύς, απορρέει από τόσα πολλά διαφορετικά στρώματα της κοινωνίας και πηγάζει από μια τόσο μεγάλη ποικιλία παραπόνων, που τα παραδοσιακά σχήματα της αριστεράς πλέον απλώς δεν έχουν εφαρμογή. Οι ιδιοκτήτες καταστημάτων και οι αυτοαπασχολούμενοι διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο ανάμεσα στα κίτρινα γιλέκα. Η αριστερά είχε απαντήσεις -ή νόμιζε ότι είχε- για μια εξέγερση των εργαζομένων, αλλά όχι για μια [εξέγερση] των εργαζομένων και των καταστηματαρχών. Ένας θυμός που έβραζε τελικά εξερράγη και η αριστερά δεν είναι πια το όχημά του ή ο ερμηνευτής του. Ο θυμός τώρα πλέει ελεύθερα, χτυπώντας όπου και όποτε θέλει.

Η Γαλλία πέραν των προαστίων, [η Γαλλία] της υπαίθρου και των μικρών πόλεων από καιρό αισθάνεται ότι κανείς δεν την ακούει, πόσω μάλλον να αντιμετωπίζει τους χαμηλούς και στάσιμους μισθούς και την έλλειψη εργασίας από τα οποία πάσχει. Ο προτεινόμενος φόρος στα καύσιμα που προκάλεσε την εξέγερση θα έβλαπτε δυσανάλογα τους Γάλλους έξω από τις μεγάλες πόλεις αφήνοντας τους κατοίκους των πόλεων, με τα εκτεταμένα συστήματα μαζικής μεταφοράς και τις σύντομες μετακινήσεις τους, σχετικά άθικτους. Όσοι ζουν μακριά από τις πόλεις και μετακινούνται από και προς την εργασία τους αισθάνθηκαν συντετριμμένοι από τις τιμές των καυσίμων και τα διόδια, τίποτε από τα οποία ένας Παριζιάνος δεν θα τοποθετούσε στην κορυφή μιας λίστας των ανισοτήτων της κοινωνίας. Αλλά για εκείνους που έφθασαν να αποτελέσουν την βάση των κίτρινων γιλέκων, ο φόρος επί των καυσίμων ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Όταν τα κίτρινα γιλέκα πρωτοεμφανίστηκαν, κλείνοντας δρόμους και διαμαρτυρόμενοι για την αύξηση του φόρου στα καύσιμα, απέκλεισαν τους πολιτικούς από τις διαδηλώσεις και τους καταυλισμούς τους. Οι εκπρόσωποι προέκυψαν μέσα από το ίδιο το κίνημα: Η Jacline Mouraud, μια υπνοθεραπεύτρια και κυνηγός εκτοπλασμάτων της οποίας το βίντεο στο YouTube [4] βοήθησε να επιταχυνθούν οι διαμαρτυρίες˙ ο Eric Drouet, οδηγός φορτηγού που δεν αντιτίθεται πλήρως στις συνωμοτικές αντιλήψεις [5]˙ ο Maxime Nicolle, γνωστός ως Fly Rider, του οποίοι οι συμπάθειες βρίσκονται στην δεξιά, αν όχι στην άκρα δεξιά˙ και ο Christophe Chalençon, ένας που κατηγορείται για ισλαμοφοβία [6], η συνάντηση του οποίου με τον Ιταλό αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Luigi Di Maio οδήγησε την Γαλλία να ανακαλέσει τον πρέσβυ της από την Ιταλία. Οι θεωρίες συνωμοσίας και οι άγριες φήμες είναι κοινές μεταξύ των κίτρινων γιλέκων, συμπεριλαμβανομένων ότι ο Macron έχει προσλάβει μισθοφόρους για την καταπολέμηση των κίτρινων γιλέκων, ότι το γαλλικό σύνταγμα έχει παύσει να ισχύει από το 2017 και ότι η Γαλλία έχασε την κυριαρχία της στο θέμα της μετανάστευσης λόγω του συμφώνου του Μαρακές το 2018.