Πώς ο Τραμπ σκότωσε την Ατλαντική Συμμαχία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς ο Τραμπ σκότωσε την Ατλαντική Συμμαχία

Και πώς ο επόμενος πρόεδρος μπορεί να την επαναφέρει
Περίληψη: 

Υπάρχει κάτι θεμελιωδώς διαφορετικό όσον αφορά την τρέχουσα κρίση μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στην απουσία κοινής απειλής από την Σοβιετική Ένωση. Ανεξάρτητα από τις διαφορές τους με την Ευρώπη, όλοι οι προηγούμενοι πρόεδροι των ΗΠΑ, Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί, πίστευαν ότι η συμμαχία με την Ευρώπη έχει σημασία. Οι Αμερικανοί έδιναν αξία στην ευρωπαϊκή υποστήριξη. Αυτός ο πρόεδρος είναι διαφορετικός.

Ο PHILIP H. GORDON είναι ανώτερος υπότροφος Mary και David Boies για την Εξωτερική Πολιτική των ΗΠΑ στο Council on Foreign Relations. Διετέλεσε βοηθός υφυπουργός Ευρωπαϊκών και Ευρασιατικών Υποθέσεων από το 2009 έως το 2013.
Ο JEREMY SHAPIRO είναι ο διευθυντής ερευνών στο European Council on Foreign Relations. Διετέλεσε ανώτερος σύμβουλος στο Γραφείο Ευρωπαϊκών και Ευρασιατικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών από το 2009 έως το 2011.

Η Ατλαντική συμμαχία, όπως την γνωρίζουμε, είναι νεκρή. Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η αυξανόμενη κόπωση των Ηνωμένων Πολιτειών από τα παγκόσμια βάρη, και η ενασχόληση με τις εσωτερικές υποθέσεις και στις δύο πλευρές του [Ατλαντικού] ωκεανού είχαν ήδη εξασθενήσει τους διατλαντικούς δεσμούς όταν η προεδρία του Donald Trump προκάλεσε το χτύπημα του θανάτου [1].

Μια μελλοντική κυβέρνηση των ΗΠΑ, ακόμα και μια που θα είναι πιο συμπαθητική προς την ιδέα των συμμαχιών, δεν θα μπορέσει να επαναφέρει την παλιά συμμαχία. Εάν μια νέα συμμαχία πρόκειται να αναδυθεί από τις στάχτες του παρελθόντος, πρέπει να βασιστεί σε μια πιο ρεαλιστική συμφωνία μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών, και μια [συμφωνία] που να ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες και των δύο εταίρων. Η συμμαχία είναι νεκρή˙ ζήτω η συμμαχία.

ΑΥΤΟΨΙΑ

Η συμμαχία πέθαινε αργά [2], και μετά ξαφνικά. Στα δύο πρώτα χρόνια της προεδρίας του Τραμπ, οι Ευρωπαίοι ηγέτες συμπεριφέρθηκαν σαν απατημένοι σύζυγοι, κακομεταχειρισμένοι, αλλά φοβούμενοι να φύγουν, ελπίζοντας ενάντια στις πιθανότητες ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν. Αντιμετωπίζοντας τις συντριπτικές αποδείξεις ότι ο Trump δεν πίστευε στην έννοια των συμμαχιών και θεωρούσε την Ευρώπη περισσότερο ως αντίπαλο παρά εταίρο, προσχώρησαν στην απλή ελπίδα ότι οι «ενήλικες στο δωμάτιο» -οι έμπειροι σύμβουλοι εξωτερικής πολιτικής γύρω από τον Trump- θα περιόριζαν τα χειρότερα ένστικτα του προέδρου. Κάποιοι Αμερικανοί υποστήριξαν αυτή την φαντασία, παρακινώντας τους Ευρωπαίους να δώσουν μεγαλύτερη προσοχή στις πολιτικές του Trump από ό, τι στα tweets του και να βρουν παρηγοριά στις καθησυχαστικές προσωπικές επιλογές του προέδρου, ιδιαίτερα εκείνη του υπουργού Άμυνας, James Mattis.

27022019-1.jpg

Ο Trump, η Merkel και ο Macron σε τελετή μνήμης για την Ημέρα της Ανακωχής, 100 χρόνια μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στο Παρίσι, τον Νοέμβριο του 2018. BENOIT TESSIER / REUTERS
------------------------------------------------------------------

Για να κρατήσουν τον Trump στο πλευρό τους, οι Ευρωπαίοι ηγέτες τον κολάκεψαν. Η Βρετανίδα πρωθυπουργός, Theresa May, κράτησε το χέρι του και του προσέφερε μια επίσημη επίσκεψη. Ο Γάλλος πρόεδρος, Εμμανουέλ Μακρόν, προσποιήθηκε ότι ήταν ο καλύτερος φίλος του και τον προσκάλεσε σε μεγάλη στρατιωτική παρέλαση στο Παρίσι. Η καγκελάριος της Γερμανίας, Άνγκελα Μέρκελ, επέμεινε στις αξίες, αλλά απέφυγε επιμελώς τις πολιτικές διαφωνίες. Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Jean-Claude Juncker, ήρθε στην Ουάσινγκτον και βοήθησε να δημιουργηθεί η εικόνα μιας εμπορικής νίκης για τον Trump χωρίς να αναληφθούν ουσιαστικές δεσμεύσεις. Καμία από αυτές τις προσεγγίσεις δεν λειτούργησε. Η κολακεία στον Trump αγόρασε μόνο μια στιγμιαία ανάπαυλα˙ η αποφασιστικότητά του να σταματήσει η Ευρώπη να «εκμεταλλεύεται τις Ηνωμένες Πολιτείες» ήταν αμείλικτη.

Η ευρωπαϊκή φαντασίωση κράτησε –περίπου- τα πρώτα δυο χρόνια του Trump, αλλά τώρα αρχίζει να επικρατεί η πραγματικότητα. Δεν θα υπάρξει καμία διατλαντική συμμαχία υπό το Trump. Έχοντας παρακολουθήσει τον Trump εν δράσει, μόνο το 27% των ανθρώπων στο Ηνωμένο Βασίλειο, το 10% στην Γερμανία, το 9% στην Γαλλία και το 7% στην Ισπανία έχουν εμπιστοσύνη στον πρόεδρο των ΗΠΑ ότι θα κάνει το σωστό όταν πρόκειται για τις παγκόσμιες υποθέσεις. Οι πλειοψηφίες στην Γαλλία και στην Γερμανία εμπιστεύονται την Κίνα και την Ρωσία περισσότερο από όσο τις Ηνωμένες Πολιτείες και οι ευνοϊκές απόψεις για τις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μειωθεί κατά διψήφιο αριθμό σε ολόκληρη την ήπειρο. Ακόμη και οι ατλαντιστές ηγέτες της ηπείρου όπως η Μέρκελ κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η Ευρώπη «πρέπει να πάρει τη μοίρα της στα χέρια της», παρόλο που ούτε η ίδια ούτε οποιοσδήποτε άλλος δεν έχει ακόμα καταλάβει τι θα συνεπαγόταν κάτι τέτοιο.

Οι πολιτικές του Trump δύσκολα θα μπορούσαν να είχαν σχεδιαστεί καλύτερα για να υπονομεύσουν την συμμαχία εάν αυτός ήταν ο στόχος τους. Ο Trump ξεκίνησε την προεδρία του εγκαταλείποντας την συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα, σηματοδοτώντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αρνούνταν να συνεργαστούν σε ένα ζήτημα που οι περισσότεροι Ευρωπαίοι θεωρούν ως υπαρξιακή απειλή. Στην συνέχεια, κατέστησε σύνηθες το να αμφισβητεί την εγγύηση του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ για αμοιβαία άμυνα, τον κεντρικό πυλώνα της ευρωπαϊκής ασφάλειας τα τελευταία 70 χρόνια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, δήλωσε, ενδέχεται να μην υπερασπιστούν τους Ευρωπαίους συμμάχους που αρνούνται να «πληρώσουν τους λογαριασμούς τους».

Τον Μάιο του 2018, ο Τραμπ απέσυρε τις Ηνωμένες Πολιτείες από την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν. Όλες οι χώρες στην Ευρώπη ήθελαν να την διατηρήσουν. Εκείνοι που συνδιαπραγματεύτηκαν την συμφωνία -η Γαλλία, η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η ΕΕ- κάμφθηκαν οπισθοδρομώντας για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του Trump για να «διορθωθεί» η διευθέτηση. Όμως, μετά από μήνες διαπραγματεύσεων, ο Trump τράβηξε την πρίζα ούτως ή άλλως, απειλώντας τους κοντινότερους εμπορικούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών με κυρώσεις. Αργότερα τον Μάιο, ο Trump ανακοίνωσε δασμούς στον ευρωπαϊκό χάλυβα και το αλουμίνιο. Απειλεί να επιβάλει παρόμοιους φόρους στις εισαγωγές αυτοκινήτων, με το παράλογο πρόσχημα της ανάγκης να υπερασπιστεί την «εθνική ασφάλεια», μια απειλή που ανάγκασε τη Μέρκελ να του υπενθυμίσει την περασμένη εβδομάδα ότι πολλά από τα γερμανικά αυτοκίνητα που αγοράζουν οι Αμερικανοί είναι κατασκευασμένα στη Νότια Καρολίνα.