Οι αναδυόμενες αγορές δεν έχουν γλιτώσει ακόμα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οι αναδυόμενες αγορές δεν έχουν γλιτώσει ακόμα

Πώς μπορούν να διαχειριστούν τους κινδύνους
Περίληψη: 

Οι αναπτυσσόμενες χώρες πρέπει να οικοδομήσουν ισχυρά οικονομικά θεμελιώδη στοιχεία, αν θέλουν να επωφεληθούν με βιώσιμο τρόπο από τις ανοιχτές παγκόσμιες κεφαλαιαγορές.

Ο AGUSTIN CARSTENS είναι Γενικός Διευθυντής της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (Bank for International Settlements).
Ο HYUN SONG SHIN είναι οικονομικός σύμβουλος και επικεφαλής Ερευνών στην Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών.

Οι αναδυόμενες αγορές είχαν [1] ένα ταραχώδες 2018. Κατά την διάρκεια του καλοκαιριού, η Αργεντινή και η Τουρκία είδαν τα νομίσματά τους να βουτούν απότομα καθώς οι οικονομίες τους μπήκαν σε προβλήματα. Η Αργεντινή έπρεπε να στραφεί στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για ένα δάνειο ύψους 57 δισ. δολαρίων. Οι σχολιαστές έξυσαν τα μολύβια τους, έτοιμοι να γράψουν για παραλληλισμούς με το κύμα των χρηματοπιστωτικών κρίσεων που σάρωσαν τις αναδυόμενες αγορές στα τέλη της δεκαετίας του 1990.

Ωστόσο, οι περισσότερες οικονομίες των αναδυόμενων αγορών βγήκαν από την αναταραχή του καλοκαιριού περισσότερο ή λιγότερο αλώβητες. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις μεγάλες βελτιώσεις στην οικονομική και χρηματοοικονομική διαχείριση μετά το τελευταίο μεγάλο κύμα κρίσεων στην δεκαετία του 1990. Οι περισσότερες χώρες που υπέκυψαν σε κρίσεις μετακινήθηκαν από τις σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες σε κυμαινόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες και υιοθέτησαν πιο υγιείς νομισματικές πολιτικές. Οι περισσότερες έχουν πλέον πιο ανθεκτικά τραπεζικά συστήματα, ως αποτέλεσμα μιας γενικής απομάκρυνσης από την επικίνδυνη βραχυπρόθεσμη τραπεζική χρηματοδότηση υπέρ της μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης από τις αγορές ομολόγων.

18032019-1.jpg

Ο πίνακας του Χρηματιστηρίου του Μπουένος Άιρες, στην Αργεντινή, τον Σεπτέμβριο του 2018. MARCOS BRINDICCI / REUTERS
-----------------------------------------------------------

Ίσως η πιο αξιοσημείωτη αλλαγή μετά τις κρίσεις της δεκαετίας του '90 ήρθε στον τρόπο που οι χώρες των αναδυόμενων αγορών χρηματοδοτούν το χρέος τους. Οι κυβερνήσεις δανείζονται πλέον πολύ περισσότερο στα δικά τους νομίσματα από ό, τι σε ξένα, κάτι που τις κάνει λιγότερο ευάλωτες σε [τραπεζικούς] πανικούς και νομισματικές κρίσεις. Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν κίνδυνοι. Οι αναπτυσσόμενες χώρες εξακολουθούν να έχουν δουλειά να κάνουν αν θέλουν να προστατευθούν από τις αντιξοότητες των παγκόσμιων οικονομικών συνθηκών.

ΤΟ ΑΡΧΙΚΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ

Οι οικονομολόγοι πίστευαν κάποτε ότι οι χώρες με αναδυόμενες αγορές που δανείζονταν από το εξωτερικό περιορίζονταν να το κάνουν μόνο σε ξένα νομίσματα. Ο Barry Eichengreen και ο Ricardo Hausmann ονόμασαν [2] το φαινόμενο «αρχική αμαρτία» (original sin) επειδή φαινόταν να καταδικάζει τις αναπτυσσόμενες χώρες σε αέναη εξάρτηση από τις ξένες οικονομικές συνθήκες. Όταν το νόμισμα μιας χώρας έπεφτε, η κυβέρνησή της έβρισκε τα χρέη της πιο δύσκολο να αποπληρωθούν. Οι κρίσεις χρέους μετατρέπονταν σε νομισματικές κρίσεις.

Όμως, από την δεκαετία του 1990, το μερίδιο του δημόσιου χρέους της αναδυόμενης αγοράς που εκδίδεται σε ξένα νομίσματα έχει μειωθεί σημαντικά. Οι ξένοι επενδυτές έχουν γίνει πιο άνετοι με το να κατέχουν κρατικό χρέος σε τοπικό νόμισμα. Σε ορισμένες χώρες, όπως το Περού, τη Νότια Αφρική και την Ινδονησία, οι ξένοι επενδυτές κατέχουν πλέον το 40% του δημόσιου χρέους σε τοπικό νόμισμα. Πολλές άλλες μεγάλες οικονομίες με αναδυόμενες αγορές έχουν ποσοστά κοντά σε αυτό το επίπεδο. Εταιρείες σε αυτές τις χώρες εξακολουθούν να βασίζονται σε δανεισμό σε ξένο νόμισμα, αλλά για τις κυβερνήσεις τους, η αρχική αμαρτία αποδείχθηκε ότι ήταν λιγότερο μια θεμελιώδης αδυναμία από όσο μια περαστική φάση.

Οι κυβερνήσεις έχουν αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο των οικονομικών τους με το να αναπτύσσουν τοπικές αγορές ομολόγων, μετακινώντας τις οικονομίες τους μακριά από την εξάρτηση από τα είδη των βραχυπρόθεσμων δανείων σε ξένο νόμισμα που τις άφησε ευάλωτες στην δεκαετία του 1990. Αλλά παρ’ όλα τα καλά που έχουν κάνει αυτές οι αλλαγές, οι χώρες με αναδυόμενες αγορές έχουν ανακαλύψει ότι ο δανεισμός στα δικά τους νομίσματα δεν επιλύει όλες τις οικονομικές δυσκολίες. Εξακολουθούν να είναι ευάλωτες στην άμπωτη και την πλημμυρίδα των παγκόσμιων οικονομικών συνθηκών.

Για να δείτε γιατί, εξετάστε τις επιδράσεις των μεταβολών των συναλλαγματικών ισοτιμιών στον εγχώριο πληθωρισμό. Εάν οι παγκόσμιες οικονομικές συνθήκες επιδεινωθούν και το κεφάλαιο αρχίσει να εξέρχεται από μια οικονομία, το εγχώριο νόμισμα πέφτει. Όταν συμβεί αυτό, ο πληθωρισμός τείνει να αυξάνεται, καθώς οι εισαγωγές γίνονται ακριβότερες. Εάν οι επενδυτές εμπιστεύονται ότι η Κεντρική Τράπεζα θα κρατήσει τον πληθωρισμό υπό έλεγχο, η τράπεζα μπορεί να αυξήσει τα επιτόκια για να φέρει την οικονομία πίσω στην σταθερότητα. Αλλά οι προσδοκίες γίνονται αυτοεκπληρούμενες: Εάν οι επενδυτές δεν εμπιστεύονται την Κεντρική Τράπεζα, η αύξηση των επιτοκίων από μόνη της δεν θα κάνει την δουλειά της, και η δραστική αυστηροποίηση της άσκησης της νομισματικής πολιτικής θα βλάψει περαιτέρω μια ήδη αδύναμη εγχώρια οικονομία. Εάν οι πολιτικές επιπτώσεις είναι αρκετά σοβαρές, οι υπεύθυνοι για την χάραξη πολιτικής ενδέχεται να χάσουν την ψυχραιμία τους και να αντιστρέψουν την πορεία τους.

Αξίζει όμως να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να διερωτηθούμε γιατί μια μεγάλη πτώση του εγχώριου νομίσματος προκαλεί καν προβλήματα. Εξάλλου, τα βιβλία της οικονομικής θεωρίας διδάσκουν ότι όταν πέφτει ένα νόμισμα, δίνει ώθηση στην οικονομία καθιστώντας τις εξαγωγές πιο ανταγωνιστικές. Μια ισχυρότερη οικονομία, λέει το επιχείρημα, στην συνέχεια ξεκινά έναν ενάρετο κύκλο και αποκαθιστά την εμπιστοσύνη των παγκόσμιων επενδυτών.