Αντιμετωπίζοντας την πραγματικότητα σχετικά με το Ιράν | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Αντιμετωπίζοντας την πραγματικότητα σχετικά με το Ιράν

Δεν αποτελεί μια υπαρξιακή απειλή ούτε έναν δυνητικό σύμμαχο

Μαζί με την πολωνική κυβέρνηση, η διοίκηση Trump διοργάνωσε μια διάσκεψη για τη Μέση Ανατολή στην Βαρσοβία τον Φεβρουάριο με σαφή πρόθεση να κινητοποιήσει έναν διεθνή συνασπισμό για να αποκρούσει και να διακόψει την περιφερειακή επιρροή του Ιράν. Όταν οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι δείλιασαν [να μπουν] στο πρόγραμμα [12], οι διοργανωτές επέκτειναν το πεδίο της διάσκεψης. Ωστόσο, ο βασικός στόχος της συνάντησης ήταν, όπως το έθεσε ο Pompeo [13], «το Ιράν να συμπεριφέρεται σαν ένα κανονικό κράτος». Την επόμενη εβδομάδα, οι Ηνωμένες Πολιτείες φιλοξένησαν ανώτερους αξιωματούχους από έξι κράτη του Κόλπου συν την Αίγυπτο και την Ιορδανία, για να συζητήσουν μια νέα διευθέτηση ασφαλείας, την Στρατηγική Συμμαχία της Μέσης Ανατολής (Middle East Strategic Alliance, MESA), που ονομάστηκε επίσης «το Αραβικό ΝΑΤΟ» -μια πρωτοβουλία που ο Trump ανακοίνωσε για πρώτη φορά κατά την διάρκεια της επίσκεψής του στην Σαουδική Αραβία τον Μάιο του 2017.

Η Βαρσοβία και η MESA είναι κρίσιμα βήματα για την δημιουργία μιας αρχιτεκτονικής ασφαλείας που έχει σκοπό να αντισταθμίζει την περιορισμένη παρουσία στρατευμάτων των ΗΠΑ στην περιοχή. Η προσέγγιση είναι σύμφωνη με την ευρύτερη στρατηγική της διοίκησης για εξισορρόπηση των υπεράκτιων πόρων και την επιμονή της ότι οι τοπικοί φορείς να αναλαμβάνουν μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλειά τους, και δείχνει ότι η διοίκηση έχει επικεντρωθεί πάνω απ’ όλα στον έλεγχο της ισχύος του Ιράν στην περιοχή. Τελικά, η Ουάσινγκτον επιδιώκει να επιτύχει μια νέα συμφωνία που να αντιμετωπίζει αυτή την ανησυχία.

Ο Pompeo έχει απαριθμήσει πάνω από δώδεκα κριτήρια που πρέπει να πληροί το Ιράν προκειμένου να γίνει ένα «κανονικό» μέλος της διεθνούς κοινότητας και για να καταργηθούν όλες οι κυρώσεις των ΗΠΑ. Από αυτόν τον κατάλογο, ποικιλοτρόπως διαρθρωμένα, είναι δυνατόν να διακρίνουμε το σχετικό βάρος που δίνεται μεταξύ των τεσσάρων προτεραιοτήτων. Η εγχώρια μεταρρύθμιση δεν είναι ψηλά. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, υπό τον Τραμπ, θα επιθυμούσαν ο λαός του Ιράν να έχει μεγαλύτερη πολιτική ελευθερία και περισσότερες οικονομικές ευκαιρίες εγχωρίως, αλλά ούτε η προώθηση της δημοκρατίας ούτε η οικοδόμηση έθνους θα αποτελέσουν αμερικανική προτεραιότητα [14] (ένα κεντρικό σημείο της ομιλίας του Τραμπ στην Ολομέλεια του ΟΗΕ το 2017 [15]). Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι η οπερέτα γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν που απασχολούσε προηγούμενες διοικήσεις έχει καταστεί αξιοσημείωτα σιωπηλή -πιθανότατα επειδή το ζήτημα δεν ήταν ποτέ τόσο πιεστικό όσο θεωρείτο, δεδομένου ότι το Ιράν παραμένει για πολλά χρόνια μακριά από ένα αποτελεσματικό πυρηνικό οπλοστάσιο, ακόμα κι αν [όντως] ήλπιζε να εξοπλιστεί.

Αντίθετα, ο Πομπέο έχει ανακηρύξει ως πρωταρχικό στόχο των ΗΠΑ το να «διώξει κάθε ιρανική μπότα από την Συρία» -ένας ιδιαίτερα απίθανος στόχος δεδομένης της νικηφόρας εκστρατείας του Ιράν εκεί. Ωστόσο, η πολιτική του Trump σχετικά με το Ιράν, επικεντρωμένη στον ευρύτερο στόχο της περιφερειακής σταθερότητας, λαμβάνει υπόψη της τις πραγματικότητες που τείνουν να αγνοούνται από εκείνους που έχουν επενδύσει είτε στην διατήρηση της πυρηνικής συμφωνίας με κάθε κόστος είτε στην εκμηδένιση των συγκρούσεων με το Ιράν.

ΚΑΝΕΝΑΣ ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΠΟΛΕΜΟ

Το 2011, ο πρόεδρος Ομπάμα, μαζί με Ευρωπαίους συμμάχους, δήλωσε ότι ο Σύρος πρόεδρος Μπασάρ αλ-Άσαντ πρέπει να φύγει [16]. Ο Ιρανός ανώτατος ηγέτης Khamenei είπε ότι ο Assad πρέπει να μείνει. Οκτώ χρόνια αργότερα, η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν και ο Άσαντ κέρδισαν. (Η Ρωσία εισήλθε στην κρίση αργότερα). Επιπλέον, με την εδραίωση ενός εξοπλισμένου πληρεξούσιου κράτους στα σύνορα του Ισραήλ που να έχει πρόθεση την καταστροφή του Ισραήλ, το καθεστώς του Ιράν κατάφερε έναν άθλο στο ανηλεές παιχνίδι της γεωπολιτικής, τόσο τολμηρό, που ακόμη και το Ισραήλ αναγκάστηκε να δεχτεί την ύπαρξη της Χεζμπολάχ ως το status quo [17]. Συνεπώς, η πολιτική των ΗΠΑ πρέπει να βασίζεται σε μια ρεαλιστική εκτίμηση των ασύμμετρων δυνατοτήτων του Ιράν, οι οποίες δεν μπορούν να μετρηθούν [18] μόνο με συμβατικούς στρατιωτικούς όρους.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι όλο και πιο απρόθυμες να δεσμευτούν σε χωρίς χρονικό περιορισμό στρατιωτικές δεσμεύσεις μεγάλης κλίμακας στη Μέση Ανατολή (το ιστορικό τους με τέτοιες δεσμεύσεις δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, ενθαρρυντικό). Επομένως, η απομόνωση και η ανάσχεση του Ιράν ίσως πράγματι να είναι η πιο εφικτή επιλογή που εξακολουθεί να είναι διαθέσιμη. Δεδομένου ότι το Ιράν δεν αποτελεί υπαρξιακή απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ουάσιγκτον έχει ελάχιστα κίνητρα να κάνει περισσότερα από αυτά. Μόνο ένας τεραστίως λανθασμένος υπολογισμός του Ιράν θα μπορούσε να προκαλέσει την [αμερικανική] διοίκηση να υπολογίσει εκ νέου το πολιτικό κόστος, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, για να επιδιώξει σοβαρά την αλλαγή καθεστώτος.

Πράγματι, αν δεν υπάρχει νέα άδεια του Κογκρέσου για την χρήση στρατιωτικής δύναμης, που να υπερισχύει του ισχύοντος νόμου [19] ο οποίος απαγορεύει ρητά την επίθεση εναντίον του Ιράν, είναι δύσκολο να προβλεφθεί στρατιωτική στρατηγική κατά του Ιράν πέρα από την εξωτερική ανάθεση σε περιφερειακούς εταίρους. Ο Πέμπτος Στόλος των ΗΠΑ και η CENTCOM, μαζί με λίγες στρατηγικά τοποθετημένες βάσεις, πρέπει να παρέχουν αρκετή αστυνομική ισχύ για την προστασία των περιφερειακών συμφερόντων των ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων η προστασία των συμμάχων και των εταίρων τους, η διασφάλιση της ροής πετρελαίου και φυσικού αερίου στις παγκόσμιες αγορές, και η καταπολέμηση της ισλαμικής τρομοκρατίας . Οποιαδήποτε μεγαλύτερη δέσμευση θα έθετε σε κίνδυνο την εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών σε περιφερειακές διαμάχες που τελικά εξαρτώνται από τους τοπικούς παράγοντες να τις επιλύσουν.