Εθνική στρατηγική | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Εθνική στρατηγική

Πρόταση για ένα νέο θεσμικό πλαίσιο

Το βιβλίο του στρατηγού, οικονομολόγου και καθηγητή Γιώργου Χατζηθεοφάνους «Εθνική Στρατηγική: Πρόταση για ένα νέο θεσμικό πλαίσιο» αποτελεί μια μελέτη που απαντά ή διευκρινίζει θέματα του πλαισίου πολιτικής που καθορίζει τις εφαρμοζόμενες επιμέρους πολιτικές, και δεν είναι άλλο από την εθνική στρατηγική.

Ο ΚΛΕΑΝΘΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ είναι διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών από το Χάρβαρντ και ιδρυτικό μέλος της Ακαδημίας Στρατηγικών Αναλύσεων.

Το βιβλίο του στρατηγού, οικονομολόγου και καθηγητή Γιώργου Χατζηθεοφάνους «Εθνική Στρατηγική: Πρόταση για ένα νέο θεσμικό πλαίσιο» αποτελεί μια ευχάριστη έκπληξη και, μάλιστα, η δεύτερη ιδιαίτερα επαυξημένη και βελτιωμένη έκδοση αποτελεί μια μελέτη που δεν πρέπει αν λείπει από καμία βιβλιοθήκη. Για όποιον έχει διαβάσει την πρώτη έκδοση, πρέπει να επισημάνουμε ότι το βιβλίο τροφοδότησε έναν γόνιμο διάλογο, τον οποίο αξιοποίησε ο συγγραφέας για να προσθέσει παρεμβάσεις και προσθήκες (40 ολόκληρες σελίδες) στις οποίες απαντά ή διευκρινίζει θέματα που ανέκυψαν από τον προαναφερθέντα διάλογο.

Ξεκινώντας από τον τίτλο του, ο στρατηγός πραγματεύεται με την πεμπτουσία της πολιτικής η οποία καθορίζει τις εφαρμοζόμενες επιμέρους πολιτικές και δεν είναι άλλη από την εθνική στρατηγική. Ο συγγραφέας επισημαίνει την απίστευτη αλλά δυστυχώς αληθινή απουσία θεσμικού πλαισίου, την έλλειψη μιας καταγεγραμμένης εθνικής στρατηγικής και τις συνέπειές της. Αντί να δρούμε με συγκεκριμένο στρατηγικό σχεδιασμό και προσανατολισμό, αντιδρούμε συνήθως σε προκλήσεις και ουκ ολίγες φορές οι αντιδράσεις μας είναι σπασμωδικές. Ο συγγραφέας επισημαίνει εξαιρετικά ότι βρισκόμαστε σε μια «συνεχή κατάσταση χειρισμού κρίσεων». Σε αυτό το σημείο επιτρέψτε μου να τονίσω ότι, πέρα από την ολοφάνερη αδυναμία του ότι αν βρεθεί κάποιος λιγότερο ικανός να διαχειριστεί μια κρίση μπορεί να φθάσουμε σε καταστροφή, η συνεχής κρίση μπορεί να μας οδηγήσει στο να μην ξεχωρίζουμε την κρίση από την ρουτίνα ή να αποδεχόμαστε ως σύνηθες κάτι που θα έπρεπε να αποτελεί κρίση, όπως π.χ. οι υπερπτήσεις τουρκικών αεροσκαφών σε ελληνικά νησιά.

Παρά την σκληρή κριτική, ο στρατηγός Χατζηθεοφάνους δεν μηδενίζει την εξωτερική μας πολιτική. Τουναντίον. Παρουσιάζει τις επιτυχίες της, εξηγώντας τις τεράστιες προσπάθειες που καταβάλλουν οι κρατικοί μας λειτουργοί, οι πανάξιοι διπλωμάτες, σε ένα περιβάλλον εσωτερικής αστάθειας και προσωποπαγών αλλαγών πορείας και μεταβολών στάσης σε διάφορα ζητήματα.

Ένας από αυτούς που διαχειρίστηκαν εξαιρετικά την κρίση του 1993 στα Ηνωμένα Έθνη όταν η (πλέον) Βόρεια Μακεδονία είχε επιχειρήσει να ενταχθεί στον οργανισμό με την συνταγματική της ονομασία, ο πρέσβυς (ε.τ.) Αλέξανδρος Μαλλιάς υπογράφει τον πρόλογο του συγκεκριμένου βιβλίου, κάτι που προσφέρει στο πόνημα προστιθέμενη αξία.

Ο συγγραφέας, συνεπώς, δεν κρίνει ούτε κατακρίνει. Απλά τονίζει ότι οι επιτυχίες διασφαλίζονται -και θα πρέπει να οφείλονται- σε μια συστηματική και συστημική προσέγγιση, αμφότερα αυτονόητα σε μια σοβαρή και ευνομούμενη πολιτεία, αλλά δυστυχώς ζητούμενα στην ελληνική πολιτική σκέψη και σκηνή. Για όποιον νομίζει ότι υφίστανται, ας θυμηθεί το πώς εν μια νυκτί άλλαξε ο προσανατολισμός μας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις όταν με τον εαυτό του πρωθυπουργό, ανέλαβε υπουργός Εξωτερικών ο Γεώργιος Παπανδρέου αντί του Θεόδωρου Πάγκαλου.

Για να επιτευχθεί ο στόχος της απόκτησης εθνικής στρατηγικής, σύμφωνα με τον συγγραφέα αλλά και την κοινή λογική, πρέπει να καθορισθούν τα εθνικά συμφέροντα. Ο στρατηγός αναφέρει ότι «το εθνικό συμφέρον αφορά στην προώθηση της ασφαλείας και της ευημερίας ενός έθνους-κρατους μέσα στο διεθνές περιβάλλον», το οποίο προφανώς αλλάζει δυναμικά και έχει δρώντες με διαφορετικά συμφέροντα. Όμως, ο δυναμικός χαρακτήρας της στρατηγικής δεν αποτελεί δικαιολογία για την ανυπαρξία θεσμών που να υποστηρίζουν μια μεσο-μακροπρόθεσμη προοπτική. Τα συμφέροντα επιβίωσης (όπως η απειλή κατά της ύπαρξης της χώρας με ιστορικό παράδειγμα το «ΟΧΙ» του Ιωάννη Μεταξά), τα ζωτικά συμφέροντα (προσωπικά θεωρώ ότι η Συμφωνία των Πρεσπών αγγίζει ή μάλλον θίγει εθνικά συμφέροντα), τα μείζονα και τα δευτερεύοντα, αναλύονται με παραδείγματα και επισημαίνεται ο ρόλος της εκλεγμένης κυβέρνησης που επιλέγει με ποιο τρόπο θα τα εξυπηρετήσει καλύτερα. Κάποιος μπορεί να υποστηρίξει ότι τα εθνικά συμφέροντα παραμένουν σταθερά. Πράγματι, αυτό ισχύει τουλάχιστον για τα συμφέροντα επιβίωσης και τα ζωτικά, όμως ιδιαίτερα για τα μείζονα και τα δευτερεύοντα υπάρχουν αλλαγές και υπάρχει και προτεραιοποίηση. Όπως πολύ ορθά επισημαίνει ο συγγραφέας, αυτό αποτελεί ευθύνη της εκλεγμένης κυβέρνησης και «η εθνική συναίνεση δεν μπορεί να αποτελεί προαπαιτούμενο σε θεσμικό πλαίσιο για τη διαμόρφωση εθνικής στρατηγικής».

Είναι λογικό να γεννιέται η απορία το τι διαφορετικό έχει αυτή η εξαιρετική μελέτη. Η απάντηση είναι ότι υπάρχει μια απλή, εμπεριστατωμένη και πλήρης πρόταση για την εθνική στρατηγική της χώρας, με αξιοποίηση της εθνικής ισχύος αφού αναγνωσθούν οι δυνατότητες και οι αδυναμίες της. Ο συγγραφέας εξηγεί το πώς από το όραμα του ηγέτη και του λαού καθορίζονται τα εθνικά συμφέροντα, οι εθνικοί στόχοι και τα επιμέρους έργα, τα οποία καλούνται να υλοποιήσουν οι κρατικοί φορείς, τα Υπουργεία και οι Οργανισμοί. Όπως διευκρινίζει «ο ηγέτης πρέπει να έχει όραμα και την ικανότητα να εμπνέει τον λαό του… σε καμία περίπτωση δεν μπορεί, όμως, στο πλαίσιο της δημοκρατίας ο ηγέτης και ο λαός να κινούνται σε διαφορετικές κατευθύνσεις». Η λύση που προτείνεται από τον στρατηγό είναι ασφαλής, κατάλληλη, εφικτή και ανθεκτική στο χρόνο. Άραγε θα την διαβάσουν αυτοί που πρέπει;