Γιατί η Ρωσία μπορεί να κλείσει το Διαδίκτυο | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Γιατί η Ρωσία μπορεί να κλείσει το Διαδίκτυο

Η μακρά εμμονή του Κρεμλίνου με τον κεντρικό έλεγχο
Περίληψη: 

Η επίσημη ρωσική προπαγάνδα ισχυρίζεται ότι η νέα νομοθεσία που περνά το Κρεμλίνο για το Διαδίκτυο είναι απαραίτητη για να σταματήσει την Αμερική από το να αποκόψει την Ρωσία από το ίντερνετ. Αλλά οι διαδηλωτές έχουν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι είναι το Κρεμλίνο, κι όχι κάποια Δυτική συνωμοσία, που θέτει σε κίνδυνο την online πρόσβασή τους.

Ο ANDREI SOLDATOV είναι ανεξάρτητος δημοσιογράφος και συν-συγγραφέας, με την Irina Borogan, του βιβλίου με τίτλο The Red Web: The Struggle Between Russia’s Digital Dictators and the New Online Revolutionaries [1].

Το πρωί της Κυριακής 10 Μαρτίου, χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο κέντρο της Μόσχας για να διαμαρτυρηθούν για την πρόταση νέας νομοθεσίας που καταστέλλει την ελευθερία του Διαδικτύου. Ανέμιζαν πλακάτ που έγραφαν «Σώστε το ίντερνετ, Σώστε την Ρωσία», «Απομόνωση - Είναι θάνατος» και «ΟΧΙ στην ψηφιακή σκλαβιά». Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, ο οποίος παρακολουθούσε τις διαμαρτυρίες στην τηλεόραση του, ήταν δυσάρεστα έκπληκτος. «Ένας από τους ομιλητές στην συγκέντρωση ισχυρίστηκε ότι το Κρεμλίνο ήθελε να πατήσει ένα κουμπί και να κλείσει το Διαδίκτυο», δήλωσε στο ρωσικό πρακτορείο Interfax. «Είναι απολύτως λάθος! Γιατί δεν ανησυχούν ότι κάποιος στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού θα πατήσει αυτό το κουμπί;».

31032019-1.jpg

Κατά την διάρκεια μιας διαδήλωσης ενάντια στον αυστηρότερο κρατικό έλεγχο του Διαδικτύου, στη Μόσχα, τον Μάρτιο του 2019. SHAMIL ZHUMATOV / REUTERS
-------------------------------------------------------------------------

Ο Πεσκόφ επανέλαβε την επίσημη προπαγάνδα, η οποία ισχυρίζεται ότι η νέα νομοθεσία είναι απαραίτητη για να σταματήσει την Αμερική από το να αποκόψει την Ρωσία από το Διαδίκτυο. Αλλά οι διαδηλωτές έχουν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι είναι το Κρεμλίνο, κι όχι κάποια Δυτική συνωμοσία, που θέτει σε κίνδυνο την πρόσβασή τους στο Διαδίκτυο.

Τον Μάρτιο, ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, υπέγραψε νόμο που καθιστά έγκλημα την δημοσίευση «ψευδών ειδήσεων» ή την «ασέβεια [έναντι] των Αρχών» στα κοινωνικά μέσα ενημέρωσης. Ένα άλλο νομοσχέδιο για την «ψηφιακή κυριαρχία» αποσκοπεί στο να παράσχει στο Κρεμλίνο την δυνατότητα να αποκόψει την Ρωσία, ή μια συγκεκριμένη ρωσική περιοχή, από το παγκόσμιο Διαδίκτυο. Τα δύο νομοσχέδια ασχολούνται με διαφορετικά πράγματα -το περιεχόμενο και την υποδομή- αλλά και τα δύο έχουν τον ίδιο στόχο, τον οποίο ο Πούτιν ήθελε να επιτύχει επί δύο δεκαετίες: Να στερήσει τον λαό από τα μέσα για να ξεκινήσει μια επανάσταση.

Το 1991, ο Πούτιν και οι σύντροφοί του από την KGB επλήγησαν από την απρόβλεπτη κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Δεν ήθελαν άλλες εκπλήξεις. Ήδη από το 1999, ο Πούτιν διακήρυξε [2] ότι στόχος του ήταν η πολιτική σταθερότητα -η διατήρηση του καθεστώτος. Οι σύμβουλοι του Πούτιν πρότειναν μια απλή λύση για την απειλή της επανάστασης: Τον έλεγχο των μέσων με τα οποία νόμιζαν ότι οργανώνονται οι άνθρωποι. Κατά την διάρκεια της πρώτης θητείας του Πούτιν, η κυβέρνηση γονάτισε τα συνδικάτα, τα κόμματα της αντιπολίτευσης και τα ανεξάρτητα τηλεοπτικά κανάλια. Αλλά όταν στις αρχές της δεκαετίας του 2000 άρχισε μια σειρά λαϊκών διαμαρτυριών, γνωστών ως οι χρωματιστές επαναστάσεις, σε αρκετούς γείτονες της Ρωσίας –στην Γεωργία, την Σερβία και την Ουκρανία- κατέστη σαφές ότι η ρωσική κυβέρνηση είχε στοχεύσει τα λάθος πράγματα. Το Κρεμλίνο πίστευε ότι οι χρωματιστές επαναστάσεις ήταν το προϊόν κινημάτων της νεολαίας που ξεκίνησαν από το μηδέν, ακολουθώντας –έτσι σκεπτόταν η Μόσχα- ένα πολιτικό εργαλείο σχεδιασμένο από το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ για να αντιμετωπίσει ειδικά χώρες όπως η Ρωσία.

Από τότε, το Κρεμλίνο έχει κλειδωθεί σε μια φανταστική κούρσα εξοπλισμών με το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ. Κάθε απροσδόκητη πολιτική αλλαγή σε μια γειτονική χώρα -και στην ίδια την Ρωσία- θεωρήθηκε ως εκδήλωση της συνεχώς εξελισσόμενης τακτικής των Αμερικανών. Το 2011, όταν οι Μοσχοβίτες βγήκαν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν για την επιστροφή του Πούτιν στην προεδρία, το Κρεμλίνο είδε τον σημαντικό ρόλο του Facebook και του Twitter στο να οργανώνει τις συγκεντρώσεις ως μια ακόμα πονηρή κίνηση από την Ουάσινγκτον, η οποία προφανώς βρήκε έναν τρόπο να χρησιμοποιήσει το Διαδίκτυο ενάντια στις απολυταρχίες. Ο ρόλος των κοινωνικών μέσων στις διαδηλώσεις προσέφερε μια οξεία προειδοποίηση: Οι Υπηρεσίες ασφαλείας θα μπορούσαν εύκολα να αποτύχουν να προλάβουν μια επανάσταση, καθώς οι διαδηλώσεις που οργανώνονται μέσω του Facebook δεν έχουν ηγέτες και δεν υπάρχουν οργανώσεις έξω από το ίντερνετ στις οποίες οι κυβερνητικοί πράκτορες θα μπορούσαν να διεισδύσουν και να τις διακόψουν.

Τα τελευταία έξι χρόνια, το Κρεμλίνο προσπαθεί να βρει λύση στο πρόβλημα του Διαδικτύου. Η κυβέρνηση έχει περάσει ένα μπαράζ κατασταλτικής νομοθεσίας για το Διαδίκτυο, συμπεριλαμβανομένων του να βάζει σε μαύρη λίστα απαγορευμένους ιστότοπους και του να καταστήσει έγκλημα το να χλευάζεται η επίσημη γραμμή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά χωρίς καμιά εμφανή επίδραση [στην καθημερινή ζωή]. Ευαίσθητες πληροφορίες, όπως οι αναφορές στην ρωσική στρατιωτική παρουσία στην Ουκρανία και την Συρία και οι εκθέσεις για την διαφθορά των αξιωματούχων του Κρεμλίνου, παραμένουν διαθέσιμες στο διαδίκτυο.

Το Κρεμλίνο ελπίζει ότι τα τελευταία δύο νομοσχέδια θα κάνουν μια σημαντική πρόοδο. Ο λεγόμενος νόμος των ψευδών ειδήσεων θα πρέπει να βοηθήσει στην εξάλειψη περιεχομένου που θα μπορούσε να προκαλέσει αναταραχές, και το σχέδιο νόμου για την ψηφιακή κυριαρχία δίνει στην κυβέρνηση τον έλεγχο της κίνησης στο Διαδίκτυο μέσα στην Ρωσία και πέρα από τα σύνορά της. Ο νόμος θα απαιτεί από τα σημεία ανταλλαγής (Internet exchange points) του ρωσικού Διαδικτύου, μέσω των οποίων οι πάροχοι υπηρεσιών Διαδικτύου ανταλλάσσουν κίνηση (traffic) μεταξύ των δικτύων τους, και από τους παρόχους υπηρεσιών Διαδικτύου να αναφέρουν σε μια κυβερνητική Υπηρεσία το πώς κατευθύνουν την κίνηση, και να εγκαθιστούν ειδικό εξοπλισμό που θα παρέχεται από το Κρεμλίνο.