Η Ρωσία και η Κίνα συνάπτουν όντως συμμαχία; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η Ρωσία και η Κίνα συνάπτουν όντως συμμαχία;

Τα στοιχεία είναι λιγότερο από εντυπωσιακά
Περίληψη: 

Λόγω της μεγαλύτερης αλληλεξάρτησης με άλλες σημαντικές παγκόσμιες οικονομίες, το σύστημα της Κίνας είναι πολύ πιο ευάλωτο στις γεωπολιτικές διαταραχές από όσο της Ρωσίας. Και ως μια πιο ωφελημένη από την φιλελεύθερη διεθνή οικονομική τάξη από όσο η Ρωσία, η Κίνα είναι επιφυλακτική στο να ανταγωνιστεί τον τελικό εγγυητή της τάξης αυτής, τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο LEON ARON είναι διευθυντής Ρωσικών Σπουδών στο American Enterprise Institute. Είναι ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Roads to the Temple: Truth, Memory, Ideas, and Ideals in the Making of the Russian Revolution, 1987–1991.

Τον Μάρτιο του 1969, κινεζικά στρατεύματα έστησαν ενέδρα και σκότωσαν μια σοβιετική συνοριακή περίπολο σε ένα νησί κοντά στα κινεζικο-ρωσικά σύνορα. Η μάχη επάνω και κοντά στο νησί κράτησε επί μήνες και τελείωσε με εκατοντάδες θύματα. Πενήντα χρόνια αργότερα, η αγριότητα της αψιμαχίας μεταξύ της Κίνας του Μάο Τσε Τουνγκ και της Σοβιετικής Ένωσης του Λεονίντ Μπρέζνιεφ φαίνεται να ανήκει σε ένα πολύ μακρινό παρελθόν -τόσο απομακρυσμένο, πράγματι, που πολλοί ειδικοί της εξωτερικής πολιτικής [1] είναι πεπεισμένοι ότι αναδύεται μια αντι-αμερικανική συμμαχία μεταξύ των δύο χωρών [2]. Ωστόσο, ακόμη και μισόν αιώνα μετά, μια τέτοια αξιολόγηση ξεχειλώνει τα στοιχεία πέρα από όσο μπορούν να αντέξουν. Με μια προσεκτικότερη εξέταση, η κινεζο-ρωσική συνεργασία στην οικονομία, την εξωτερική πολιτική και τα στρατιωτικά θέματα είναι λιγότερο εντυπωσιακή. Η ιστορία των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών είναι βεβαρυμμένη, και διαδραματίζουν εντελώς διαφορετικούς ρόλους στην παγκόσμια οικονομία, καθιστώντας την απόκλιση των στόχων τους αναπόφευκτη. Εν ολίγοις, οι αναφορές περί μιας ρωσο-κινεζικής συμμαχίας ήταν ιδιαίτερα υπερβολικές.

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Οι οικονομικές σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Κίνας αναπτύσσονται ταχέως και ορισμένοι ειδικοί [3] ανέφεραν αυτούς τους δεσμούς ως απόδειξη μιας αυξανόμενης εγγύτητας μεταξύ των δύο χωρών. Πράγματι, μόλις πέρυσι, το διμερές εμπόριο αυξήθηκε τουλάχιστον κατά 15% σε σύγκριση με το 2017 και έφτασε το ρεκόρ των 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων [4]. Ωστόσο, οι ασυμμετρίες στην κλίμακα και την διάρθρωση του διμερούς εμπορίου προτείνουν επιφυλακτικότητα: Αν και η Κίνα είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ρωσίας (μετά την ΕΕ) και ο μεγαλύτερος ατομικός εταίρος της Ρωσίας τόσο στις εξαγωγές όσο και στις εισαγωγές, για την Κίνα η ρωσική αγορά είναι στην καλύτερη περίπτωση δευτέρας τάξεως. Η Ρωσία κατατάσσεται 10η [6] στις κινεζικές εξαγωγές και δεν κατατάσσεται στην πρώτη δεκάδα ούτε στις εισαγωγές ούτε στο συνολικό εμπόριο.

05042019-1.jpg

Ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, σε χειραψία με τον Κινέζο πρόεδρο, Xi Jinping, κατά την συνάντησή τους στο περιθώριο του Ανατολικού Οικονομικού Φόρουμ, στο Βλαδιβοστόκ της Ρωσίας, τον Σεπτέμβριο του 2018. MIKHAIL METZEL / TASS / POOL VIA REUTERS
------------------------------------------------------------------

Η διάρθρωση του εμπορίου είναι παρόμοια στρεβλωμένη. Περισσότερο από τα τρία τέταρτα των εξαγωγών της Ρωσίας προς την Κίνα είναι πρώτες ύλες, ειδικότερα αργό πετρέλαιο, ξυλεία και άνθρακας. Οι πωλήσεις της Κίνας [7] στην Ρωσία είναι 45% καταναλωτικά αγαθά και 38% ηλεκτρονικά και μηχανήματα. Η ολοκλήρωση φέτος του αγωγού φυσικού αερίου Power of Siberia θα διευρύνει περαιτέρω την ανομοιογένεια διευκολύνοντας την εξαγωγή ρωσικών πρώτων υλών αξίας 400 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην Κίνα τα επόμενα 30 χρόνια. Η φύση αυτής της συναλλαγής αντιστοιχεί πολύ στενά στην περιγραφή του Karl Marx και του Βλαντιμίρ Λένιν περί του αποικιακού εμπορίου, με το οποίο μια χώρα γίνεται προσάρτημα μιας άλλης δια των πρώτων υλών. Είναι σπάνιο οι μητροπόλεις να συμμαχούν με τις αποικίες τους.

Οι προσπάθειες της Ρωσίας και της Κίνας για κοινή οικονομική ανάπτυξη και επενδύσεις δεν μοιάζουν πολύ με μια συνεργασία μεταξύ δύο πρόθυμων συμμάχων. Ακόμη και μετά την λεγόμενη στροφή της Μόσχας στην ανατολή, παρακινημένη λόγω των κυρώσεων μετά την Κριμαία, από το 2014 έως το 2018 η Κίνα επένδυσε [8] απευθείας στην οικονομία του βόρειου γείτονά της όχι περισσότερα από 24 δισεκατομμύρια δολάρια. Κατά την ίδια περίοδο, η Κίνα επένδυσε 148 δισεκατομμύρια δολάρια στην υποσαχάρια Αφρική (συμπεριλαμβανομένων 31 δισεκατομμυρίων δολαρίων μόνο στη Νιγηρία) και 88 δισεκατομμύρια δολάρια στη Νότια Αμερική (συμπεριλαμβανομένων 34 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην Βραζιλία). Ή δείτε το Πρόγραμμα Συνεργασίας στις περιοχές της Άπω Ανατολής, της Ρωσικής Ανατολικής Σιβηρίας και της Βορειοανατολικής Κίνας την περίοδο 2009-2018, που υπογράφηκε το 2009 από τον πρόεδρο της Κίνας, Χου Τζιντάο, και τον Ρώσο πρόεδρο, Ντμίτρι Μεντβέντεφ. Η πρωτοβουλία περιελάμβανε 91 κοινά επενδυτικά σχέδια. Έξι χρόνια από την εκκίνηση του προγράμματος, η Κίνα χρηματοδότησε μόνο 11 από αυτά, ενώ τα υπόλοιπα καθυστέρησαν [9], σύμφωνα με τα λόγια του Ivan Zuenko του Carnegie Moscow Center, λόγω «γραφειοκρατικών παρενοχλήσεων».

Η φειδώ της Κίνας είναι εμφανής τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα. Ένα περιλάλητο σχέδιο της εταιρείας CEFC China Energy για να αγοράσει το μερίδιο 14% της μεγαλύτερης και πλειοψηφικά κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας Rosneft, απέτυχε [10]. Το ίδιο και μια δέσμευση της κινεζικής κυβέρνησης [11] να επενδύσει 25 δισεκατομμύρια δολάρια στον αγωγό Power of Siberia, ο οποίος κόστισε στην Ρωσία 55 δισεκατομμύρια δολάρια. Η Μόσχα έχει πανηγυρίσει την προβλεπόμενη ετήσια παράδοση 38 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων [12] φυσικού αερίου στην Κίνα μέσω του Power of Siberia ως ένα μεγάλο βήμα προς την οικονομική αλληλεξάρτηση. Αλλά για την Κίνα, ο αγωγός δεν είναι παρά μια διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών της χώρας. Το 2017, εισήγαγε πάνω από [13] 90 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου, κυρίως από την Αυστραλία, το Κατάρ και το Τουρκμενιστάν.

ΜΙΑ ΑΝΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ