Οι αινιγματικές εκλογές του Ισραήλ | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οι αινιγματικές εκλογές του Ισραήλ

Τα μεγάλα θέματα της χώρας πνίγηκαν στην σκανδαλολογία

Παραμονές των Χριστουγέννων του 2018 προκηρύχθηκαν πρόωρες βουλευτικές εκλογές στο Ισραήλ. Λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση του πρωθυπουργού Νετανιάχου ότι είχαν καταστεί ανυπέρβλητες οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις στον δεξιό κυβερνητικό συνασπισμό σχετικά με ζητήματα που αφορούσαν την στράτευση των Υπερορθόδοξων Εβραίων και την αντιμετώπιση της έντασης στη μεθόριο με την Γάζα, ο Λευκός Οίκος έσπευσε να διασφαλίσει για τον εαυτό του για πολλοστή φορά περαιτέρω πίστωση χρόνου προτού ανακοινωθεί το ειρηνευτικό σχέδιο Τραμπ για το Παλαιστινιακό και την ειρήνευση στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, με την αινιγματική ανακοίνωση ότι «οι ΗΠΑ, προτού ανακοινώσουν το ειρηνευτικό τους σχέδιο, θα λάβουν σοβαρά υπ’ όψιν τον χρόνο διενέργειας των πρόωρων ισραηλινών εκλογών». Εν πρώτοις, ουδείς κατάλαβε εάν αυτό σημαίνει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα περίμενε τον σχηματισμό της νέας ισραηλινής κυβέρνησης για να το ανακοινώσει, ή εάν ήθελε ενισχύσει την δημοτικότητα του Νετανιάχου, γνωστοποιώντας κάποιους από τους όρους της προτεινόμενης λύσης, πριν την ώρα της κάλπης.

07042019-1.jpg

Ισραηλινοί διαδηλωτές φορούν κίτρινα γιλέκα διαμαρτυρόμενοι κατά του πρωθυπουργού Βενιαμίν Νετανιάχου, λόγω του αυξημένου κόστους ζωής, στο Τελ Αβίβ, στις 22 Δεκεμβρίου 2018. Corinna Kern/REUTERS
------------------------------------------------------------------------------

Στο ίδιο το Ισραήλ ακούστηκαν πολλά σχετικά με την σκοπιμότητα της απόφασης της προσφυγής στις κάλπες, αποδίδοντάς την στην ανησυχία του Ισραηλινού πρωθυπουργού ότι οι δικαστικές διαδικασίες που θα τον ενέπλεκαν σε υποθέσεις διαφθοράς, θα τον ανάγκαζαν τελικά σε παραίτηση –και ως εκ τούτου, οι πρόωρες εκλογές θα του «δώριζαν» μια σημαντική πίστωση χρόνου για να διατηρηθεί στην εξουσία. Αν και αυτή η εκτίμηση δεν στερείτο λογικής βάσης, ωστόσο, η άμεση αντίδραση του Λευκού Οίκου έδωσε από πολύ νωρίς το πραγματικό διακύβευμα των εκλογών της 9ης Απριλίου 2019: Η νέα ισραηλινή κυβέρνηση, ανεξαρτήτως της σύνθεσής της και του χρόνου σχηματισμού της, θα καλείτο να αποφασίσει ποια στάση θα λάβει η χώρα στους όρους που θα έθετε η Ουάσινγκτον για τον σχηματισμό των νέων ισορροπιών στη Μέση Ανατολή, ως προς τα χρόνια ζητήματα κυριαρχίας που εκκρεμούν με τους Παλαιστινίους και τον αραβικό κόσμο –αλλά και τα γενικότερα ζητήματα ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή, τα οποία σαφώς και θα επηρεάσουν τις ισορροπίες και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Κατά τις πρώτες εβδομάδες της άτυπης προεκλογικής περιόδου, όλες ανεξαιρέτως οι πολιτικές παρατάξεις της χώρας επικεντρώθηκαν πρωτίστως στα του οίκου τους. Ενδοκομματικές ζυμώσεις σε συμπολίτευση και αντιπολίτευση, σύσταση νέων κομμάτων, σχηματισμοί νέων κομματικών συμμαχιών ενόψει των εκλογών μονοπώλησαν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Και όλα αυτά συνέβαιναν εν αναμονή του πορίσματος του Νομικού Επιτρόπου παρά τη κυβερνήσει, Αβιχάι Μάντελμπλιτ, με τα ΜΜΕ της χώρας να διανθίζουν την επικαιρότητα με πλείστες διαρροές που ενοχοποιούσαν τόσο τον Νετανιάχου όσο και το άμεσο πολιτικό και οικογενειακό του περιβάλλον για διαφθορά. Η περίοδος εκείνη, για την Δεξιά περιγραφόταν ως ένα άδικο «κυνήγι μαγισσών», ενώ η αντιπολίτευση της Αριστεράς προσδοκούσε να έρθει επιτέλους η στιγμή της καταδίκης του ιθύνοντα νου της πολιτικής διαφθοράς –δηλαδή του πρωθυπουργού Νετανιάχου.

Το Ισραήλ είναι μια χώρα μικρή και η ανακύκλωση προσώπων στην κομματική σκηνή δεν εξέπληξε κανέναν. Έτσι, τα αποτελέσματα των κομματικών ανακατατάξεων δεν άργησαν να φανούν, με πάλαι ποτέ κυβερνητικούς και κομματικούς εταίρους να αλλάζουν ταμπέλες. Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν η κομματική μετατόπιση του Ναφτάλι Μπένετ και της Αϊέλετ Σακέντ (στην απερχόμενη κυβέρνηση διετέλεσαν Υπουργοί Παιδείας και Δικαιοσύνης αντίστοιχα), οι οποίοι αποχώρησαν από το κόμμα «Εβραϊκή Εστία» που οι ίδιοι είχαν ιδρύσει και συνίδρυσαν το κόμμα «Νέα Δεξιά», θέλοντας να προσελκύσουν κεντροδεξιές συντηρητικές ψήφους που δεν θα ανήκαν μόνο στον χώρο της εθνοθρηκευτικής δεξιάς. Το ίδιο συνέβη και στον χώρο της κεντροαριστεράς, με την ξαφνική αποπομπή της Τσίπι Λίβνι (πρώην Υπουργού Εξωτερικών και Δικαιοσύνης στις κυβερνήσεις του Αριέλ Σαρόν) από το Κόμμα των Εργατικών. Ο αρχηγός του κόμματος, Άβι Γκάμπαϊ, ο οποίος κατά την διάρκεια συνέντευξης Τύπου, μιλώντας μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, ξάφνιασε την κομματική του εταίρο, δίνοντάς της την ευχή του για «καλή συνέχεια στην νέα της πολιτική πορεία». Η ευχή δεν έπιασε, μιας και λίγες εβδομάδες αργότερα, η Λίβνι ανακοίνωσε την οριστική της αποχώρηση από την πολιτική, μιας και καμία παράταξη δεν την δέχθηκε στις τάξεις της. Και πράγματι, το Κόμμα των Εργατικών, μπορεί να ανέκτησε την ιδεολογική του ομοιομορφία, αποπέμποντας την Λίβνι λόγω της κεντροδεξιάς πολιτικής της διαδρομής, ωστόσο οι δημοσκοπήσεις έδειχναν σαφέστατα ότι ο μέσος κεντροαριστερός Ισραηλινός ψηφοφόρος δεν ανέκτησε την εμπιστοσύνη του στο «φυσικό του σπίτι»: Τα ποσοστά των Εργατικών όχι μόνο δεν αυξήθηκαν μετά από την «ιδεολογική κάθαρσή» του, αλλά συνέχιζαν να καταρρέουν. Στις δημοσκοπήσεις, οι Εργατικοί δεν κέρδιζαν απολύτως τίποτα από την ολοένα και μεγαλύτερη δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης κατά του Νετανιάχου, για τον οποίον νυχθημερόν οι εφημερίδες και οι τηλεοπτικοί σταθμοί διέρρεαν λεπτομέρειες για το πρόκειται ακριβώς να ανακοινώσει ο Νομικός Επίτροπος στο πόρισμά του σχετικά με την εμπλοκή του σε σοβαρές υποθέσεις διαφθοράς. Η απουσία ενός αξιόπιστου «αντίπαλου δέους» έναντι του δεξιού Λικούντ και του αρχηγού του, ήταν πλέον ολοφάνερη.

Και όμως, το «αντίπαλο δέος» δεν άργησε να φανεί: Ήταν ο Μπένι Γκαντς, πρώην αρχηγός του ισραηλινού στρατού, ο οποίος συσπείρωσε γύρω του άλλους δύο προκατόχους του, τον Μοσέ Γιααλόν και τον Γκάμπι Ασκενάζι. Στην συνέχεια, οι τρεις στρατηγοί αποφάσισαν να κατέλθουν στις εκλογές υπό τον πολιτικό σχηματισμό ονόματι «Γαλανόλευκο», ενώνοντας τις δυνάμεις τους με το κεντροαριστερό κόμμα «Υπάρχει Μέλλον», υπό τον Γιαΐρ Λαπίντ. Ο Λαπίντ, άνθρωπος των ΜΜΕ επί σειρά ετών, είναι γνωστός για τις απόψεις του κατά του ραββινικού κατεστημένου, ένθερμος υποστηρικτής του χωρισμού Θρησκείας-Κράτους και αντλεί ψήφους από τα μέσα και ανώτερα εισοδηματικά στρώματα της (ευπορότερης) ευρύτερης περιοχής του Τελ Αβίβ. Ο Μπένι Γκαντς ετέθη επικεφαλής του «Γαλανόλευκου» υπό την προϋπόθεση ότι σε περίπτωση που το κόμμα του θα αποτελέσει τον κύριο κορμό της επόμενης κυβέρνησης συνασπισμού, όταν θα έχει συμπληρωθεί η διετία της πρωθυπουργικής του θητείας, θα παραδώσει τα καθήκοντά του στον κομματικό του εταίρο, Γιαΐρ Λαπίντ. Μια τέτοια προεκλογική συμφωνία δεν απαγορεύεται στο ισραηλινό πολιτικό σύστημα. Άλλωστε, ταυτόσημη συμφωνία είχε επιτευχθεί μεταξύ του Λικούντ και των Εργατικών στις εκλογές του 1984, όταν ο Ιτσχάκ Σαμίρ και ο Σιμόν Πέρες σχημάτισαν κυβέρνηση εθνικής ενότητας με αυτόν τον όρο, προκειμένου να αντιμετωπίσουν από κοινού της μεγάλη κρίση πληθωρισμού που είχε αποδομήσει την ισραηλινή οικονομία –και η κυβέρνησή τους εκείνη αποδείχθηκε ως μια από τις μακροβιότερες στην κοινοβουλευτική ιστορία της χώρας.

Καθ’ όλη την διάρκεια της μακράς ανεπίσημης προεκλογικής περιόδου των τελευταίων τεσσάρων μηνών, το «Γαλανόλευκο» πλασάρεται τις περισσότερες φορές ως το δεύτερο κόμμα σε κοινοβουλευτικές έδρες –ενώ κάποιες φορές καταφέρνει να ξεπερνά το Λικούντ έως και κατά τέσσερις έδρες στην νέα Κνέσετ. Μάλιστα, παραμονές της ανακοίνωσης του πορίσματος του Νομικού Επιτρόπου σχετικά με τις αποχρώσες ενδείξεις για εμπλοκή του πρωθυπουργού Νετανιάχου σε υποθέσεις διαφθοράς, η άνοδος των ποσοστών του «Γαλανόλευκου» στις δημοσκοπήσεις ήταν σημαντική.

07042019-2.jpg

Αφίσες των ηγετών του πολιτικού σχηματισμού «Γαλανόλευκο», Benny Gantz, Yair Lapid, Moshe Yaalon και Gaby Ashkenazi, δίπλα σε αφίσες του Βενιαμίν Νετανιάχου με μέλη του ακροδεξιού κόμματος «Εβραϊκή Ισχύς», σε κεντρικό οδικό άξονα της Ιερουσαλήμ, στις 27 Μαρτίου 2019. Ammar Awad/REUTERS
--------------------------------------------------------------------------

Στις 28/2 ο Νομικός Επίτροπος ανακοίνωσε το πόρισμά του, στο οποίο εισηγείτο την παραπομπή του Νετανιάχου στην δικαιοσύνη, αφού όμως κληθεί να καταθέσει διευκρινήσεις επ’ αυτού μετά τις εκλογές –κάτι που αναμένεται να συμβεί στα τέλη του ερχόμενου καλοκαιριού. Παραδόξως, όμως, η άνοδος της δημοτικότητας του Γκαντς και του κόμματός του όχι μόνο σταμάτησε, αλλά παρουσίασε κάμψη. Αιτία γι’ αυτό ήταν οι ασυνήθιστα ήπιοι τόνοι που διατήρησε ο ίδιος ο Γκαντς έναντι του Νετανιάχου (κάτι που προφανώς οφείλετο στην έλλειψης πολιτικής πείρας. Υπήρχε όμως και ένας άλλος λόγος, πολύ σημαντικότερος: Η επιτυχής προεκλογική εκστρατεία του Βενιαμίν Νετανιάχου, που επικεντρωνόταν στα επιτεύγματα της θητείας του στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής). Μόνο κατά τις τελευταίες εβδομάδες – οπότε και το «Γαλανόλευκο» υιοθέτησε περισσότερο επιθετική επικοινωνιακή πρακτική κατόπιν έντονων υποδείξεων του Γιαΐρ Λαπίντ –άρχισε και πάλι να ανακτά την ανοδική του τάση στις δημοσκοπήσεις, αλλά χωρίς να ενισχύονται και τα υπόλοιπα κόμματα της κεντροαριστεράς (Εργατικοί και «Μέρετς») με τα οποία το «Γαλανόλευκο» θα ήταν σε θέση να σχηματίσει μια κεντροαριστερή κυβέρνηση. Τέσσερις μέρες πριν την διενέργεια των εκλογών της 9ης Απριλίου, το Γαλανόλευκο φέρεται να ξεπερνά κατά 3 με 4 έδρες το Λικούντ. Από την άλλη, όμως, η συνολική κοινοβουλευτική δύναμη των κομμάτων της Δεξιάς φέρεται να ξεπερνά τις 60 από τις συνολικά 120 έδρες του κοινοβουλίου. Έτσι, ακόμα και στην περίπτωση που το «Γαλανόλευκο» έρθει πρώτο κόμμα σε έδρες, δύσκολα θα μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση που θα κερδίζει την απόλυτη πλειοψηφία της Κνέσετ.

Το ισχυρό χαρτί του Νετανιάχου είναι οι σημαντικές επιδόσεις της απερχόμενης κυβέρνησης στον τομέα της διαχείρισης των διεθνών σχέσεων της χώρας. Αν και η στήριξη των ΗΠΑ στο Ισραήλ είναι δεδομένη, ανεξάρτητα από το ποιο πρόσωπο θα αναλάβει την πρωθυπουργία, είναι η πρώτη φορά που Αμερικανός πρόεδρος εμπλέκεται τόσο έντονα σε επικοινωνιακό επίπεδο κατά την προεκλογική εκστρατεία. Χαρακτηριστική ήταν η γιγαντοαφίσα που αναρτήθηκε σε όλη την χώρα, απεικονίζοντας την θερμή χειραψία μεταξύ του προέδρου Τραμπ και του Βενιαμίν Νετανιάχου, με τον πρώτο να δηλώνει στα διεθνή ΜΜΕ ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός «κάνει εξαιρετική δουλειά για την πατρίδα του». Δεν είναι τυχαίο μάλιστα, ότι ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάικ Πομπέο, όταν μετέβη στην Ιερουσαλήμ για να συμμετάσχει στην Τριμερή Διάσκεψη Κύπρου-Ελλάδας-Ισραήλ, δεν επεδίωξε ούτε καν να συναντηθεί με τον Μπένι Γκαντς.

ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τα επιτεύγματα της ισραηλινής εξωτερικής πολιτικής που πέτυχε ο πρωθυπουργός Νετανιάχου, ιδιαίτερα μάλιστα μετά την άνοδο του Τραμπ στην εξουσία, δεν αμφισβητήθηκαν από κανέναν πολιτικό του αντίπαλο. Ενδεικτικά, αναφέρονται τα εξής: Μεταφορά της έδρας της πρεσβείας των ΗΠΑ από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ με ταυτόχρονη αναγνώριση της πόλης ως «πρωτεύουσας του Κράτους του Ισραήλ». Αποχώρηση των ΗΠΑ από την συμφωνία με το Ιράν σχετικά με την διεθνή εποπτεία του πυρηνικού του προγράμματος. Δημιουργία διαύλου επικοινωνίας μεταξύ του Ισραήλ και των αραβικών κρατών του Περσικού Κόλπου (και κυρίως με την Σαουδική Αραβία), που συνοδεύθηκε από την επίσημη επίσκεψη του Ισραηλινού πρωθυπουργού στο Σουλτανάτο του Ομάν, το οποίο δηλώνει έτοιμο να αποκτήσει πιο ενεργό ρόλο στην επανέναρξη των αραβοϊσραηλινών συνομιλιών. Δημιουργία διαύλου επικοινωνίας μεταξύ Ισραήλ και Κατάρ, το οποίο, εδώ και ένα χρόνο, έχει καταστεί ο ανεπίσημος διαπραγματευτής ανάμεσα στο Ισραήλ και την Χαμάς, καταβάλλοντας προς την ηγεσία της σημαντικά χρηματικά ποσά για την αποπληρωμή των δημοσίων υπαλλήλων της οργάνωσης στην Γάζα με αντάλλαγμα την ηρεμία στην μεθόριο με το Ισραήλ. Αγαστή συνεργασία με την Αίγυπτο στην αντιμετώπιση ακραίων ισλαμιστικών στοιχείων στην Χερσόνησο του Σινά (πολλοί μιλούν και για ενεργό στρατιωτική δράση των δύο χωρών, γεγονός που επιμελώς κρατείται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας). Ενδυνάμωση του διαπραγματευτικού ρόλου της Αιγύπτου μεταξύ Ισραήλ-Χαμάς, με ταυτόχρονη σταδιακή απομόνωση της εξαιρετικά αμήχανης Παλαιστινιακής Αρχής, ο ηγέτης της οποίας, Μαχμούντ Αμπάς, αντιμετωπίζει χρόνια προβλήματα υγείας. Συνέχιση της άτυπης συνεργασίας του Ισραήλ με την Ιορδανία, τόσο στο εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα της διαχείρισης των Ιερών Προσκυνημάτων στην Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ όσο και στην εν γένει αντιμετώπιση της συριακής κρίσης σε περιφερειακό επίπεδο, ως επίσης και στον τομέα της ενέργειας. Ενδυνάμωση του ρόλου του Ισραήλ στον ενεργειακό χάρτη, με εταίρους της Αίγυπτο, και τρεις χώρες-μέλη της ΕΕ (Κύπρο, Ελλάδα, Ιταλία) –γεγονός που ενισχύει την ανεκτικότητα της Ευρωπαϊκή Ένωσης ως προς την απροθυμία του Ισραήλ να επανεκκινηθεί η διαπραγματευτική διαδικασία με την Παλαιστινιακή Αρχή. Αποκατάσταση της διπλωματικής παρουσίας του Ισραήλ στις χώρες της Υποσαχάριας Αφρικής και περαιτέρω ενίσχυση των δεσμών με το νεοσύστατο Νότιο Σουδάν. Στρατηγική συνεργασία στον στρατιωτικό και αναπτυξιακό τομέα με την Ινδία (με αποκορύφωμα την επίσημη επίσκεψη του Ναρέντρα Μόντι στο Ισραήλ) και με τις Φιλιππίνες. Πλήρης αποκατάσταση των άλλοτε ταραγμένων σχέσεων του Ισραήλ με την Βραζιλία (ο νεοεκλεγείς Πρόεδρος της χώρας επισκέφθηκε το Ισραήλ μόλις δέκα μέρες πριν τις εκλογές της 9/4, υπονοώντας ότι δεν θα αργήσει η μέρα που και η πρεσβεία της χώρας του θα μεταφερθεί από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ). Ενίσχυση των δεσμών του Ισραήλ με τις χώρες του Βίζεγκραντ (Πολωνία, Τσεχία, Σλοβακία, Ουγγαρία) –με το διπλωματικό επεισόδιο που δημιουργήθηκε πρόσφατα με την πολωνική κυβέρνηση σχετικά με τη σύμπραξη Πολωνών πολιτών στο ναζιστικό Ολοκαύτωμα να έχει ήδη ξεχαστεί.

Πέραν των ανωτέρω, σημαντικές είναι και οι επιτυχίες που παρουσίασε η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Νετανιάχου στο ανοιχτό «βόρειο μέτωπο» με την Συρία και τον Λίβανο. Συγκεκριμένα, το Ισραήλ έχει κάθε λόγο να είναι ικανοποιημένο από την αναγνώριση εκ μέρους των ΗΠΑ της κυριαρχίας του επί των Υψωμάτων του Γκολάν, που είχαν καταληφθεί το 1967 από την Συρία και στην συνέχεια προσαρτήθηκαν το 1981 –μια κίνηση που τόσο ο ΟΗΕ, όσο και η διεθνής κοινότητα ουδέποτε αναγνώρισαν. Παράλληλα, όμως, το Ισραήλ κατάφερε να μην διαταραχθούν ουσιαστικά οι σχέσεις του με την Ρωσία, η οποία δείχνει αξιοσημείωτη ανοχή στις συχνές αεροπορικές επιχειρήσεις του Ισραήλ κατά στρατιωτικών εγκαταστάσεων τόσο του καθεστώτος Άσαντ, όσο και στρατιωτικών βάσεων του Ιράν και της Χεζμπολάχ εντός του συριακού εδάφους. Παρά τις επίσημες επικρίσεις της Μόσχας κατά του Ισραήλ, στην πράξη οι ρωσο-ισραηλινές σχέσεις δεν διαταράχθηκαν ουσιαστικά. Απόδειξη γι’ αυτό αποτέλεσε η επίσημη επίσκεψη Νετανιάχου στην ρωσική πρωτεύουσα, μια μόλις εβδομάδα πριν τις εκλογές της 9ης Απριλίου, που πλαισιώθηκε από μια σημαντική κίνηση αβρότητας: Την επιστροφή της σορού ενός Ισραηλινού αγνοουμένου στρατιώτη, που ήταν θαμμένος σε περιοχή πλησίον της Δαμασκού –και που οι ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις παρέδωσαν στο Ισραήλ, λίγα μόνο εικοσιτετράωρα πριν ο Ισραηλινός πρωθυπουργός συναντήσει τον πρόεδρο Πούτιν. Τέλος, το Ισραήλ δεν αμελεί να υπενθυμίζει προς την διεθνή κοινότητα ότι η οργάνωση Χεζμπολάχ, που υποστηρίζεται από το Ιράν, συγκαταλέγεται στους βασικούς παράγοντες αποσταθεροποίησης της περιοχής –και ως προς το επιχείρημα αυτό, καμία χώρα (πλην του Ιράν και του καθεστώτος Άσαντ) δεν αντιτάσσεται φανερά– συμπεριλαμβανομένης ακόμα και της Ρωσίας.

Κανένα εβραϊκό πολιτικό κόμμα της αντιπολίτευσης –ακόμα και το Γαλανόλευκο «κόμμα των στρατηγών»– δεν άρθρωσε κριτική κατά των χειρισμών του Νετανιάχου στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στην απουσία αντίθετων επιχειρημάτων, αλλά και στο γεγονός ότι καμία πολιτική προσωπικότητα στο Ισραήλ σήμερα δεν έχει σημαντικό «διεθνές προφίλ». Η μοναδική που θα μπορούσε να εκφράσει ουσιαστική κριτική (ακόμα και ως προς τον τρόπο που το Ισραήλ διαχειρίζεται την διπλωματική ένταση με την Τουρκία) ήταν η Τσίπι Λίβνι, η οποία είχε παίξει κατά το παρελθόν σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση της στάσης του Ισραήλ ως προς την ειρηνευτική διαδικασία με την Παλαιστινιακή Αρχή. Λίγες ημέρες πριν δηλώσει ότι αποχωρεί από την πολιτική σκηνή, η Λίβνι είχε εκφράσει την άποψη (και δικαίως) ότι το μόνο ουσιαστικό θέμα που θα έπρεπε να αναδείξει η προεκλογική εκστρατεία και επί του οποίου το εκλογικό σώμα θα πρέπει να εκφράσει ξεκάθαρη θέση, είναι η επίλυση των διαφορών με την παλαιστινιακή πλευρά. Κάλεσε μάλιστα την κυβέρνηση των ΗΠΑ να ανακοινώσει το ειρηνευτικό της σχέδιο πριν τις εκλογές της 9ης Απριλίου, προκειμένου οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας να καθορίσουν ποια στάση θα τηρήσουν επ’ αυτού. Η απόσυρση της Τσίπι Λίβνι από τον προεκλογικό αγώνα καταδεικνύει ότι δεν βρήκε κάποια πολιτική δύναμη στο Ισραήλ που να δηλώνει διατεθειμένη να διαχειριστεί αυτό το ευαίσθητο θέμα. Η απόφασή της να μην συμπράξει στην προεκλογική σκανδαλολογία αποτιμάται ως μια κίνηση έντιμη, μιας και το Παλαιστινιακό ουσιαστικά δεν συζητήθηκε ποτέ τους τελευταίους τέσσερις μήνες. Αντιθέτως, η προεκλογική αντιπαράθεση διατηρήθηκε σε στείρο επίπεδο, αγόμενη και φερόμενη στο τι θα περιέχεται στην έκθεση του Νομικού Επιτρόπου περί πιθανών ποινικών ευθυνών του Νετανιάχου –γεγονός που ούτως ή άλλως, θα κριθεί σε βάθος χρόνου δύο ετών από σήμερα, εάν και εφόσον τελικά ο Νετανιάχου παραπεμφθεί σε δίκη– κάτι που, ακόμα τουλάχιστον, δεν είναι σίγουρο. Υπενθυμίζεται δε, ότι η απολογία του Νετανιάχου επί των αιτιάσεων της έκθεσης του Νομικού Επιτρόπου προσδιορίζεται να συμβεί χρονικά περί τα τέλη του ερχομένου καλοκαιριού, και τότε μόνο θα μπορεί κανείς με σχετική βεβαιότητα να εκτιμήσει εάν πράγματι η πολιτική πορεία του Βενιαμίν Νετανιάχου θα πλησιάζει είτε στο οριστικό της τέλος, είτε στην απαρχή ενός ακόμα νέου κεφαλαίου της.

07042019-3.jpg

Η Tzipi Livni, πρώην υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ, σε συνέντευξη Τύπου στο Τελ Αβίβ, στις 18 Φεβρουαρίου 2019. Ammar Awad/REUTERS
-----------------------------------------------------------------------------

Έτσι, λοιπόν, αποτιμώντας το δίπολο Νετανιάχου - Γκαντς , εύκολα καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι, κατά την διάρκεια μιας μακράς και θορυβώδους προεκλογικής εκστρατείας, αμφότεροι επέλεξαν να αγνοήσουν τον «ελέφαντα στο δωμάτιο», που δεν είναι άλλος παρά η διένεξη Ισραήλ-Παλαιστινίων, η λύση δύο εθνών-δύο κρατών και, βέβαια, ποιες είναι οι δυσάρεστες εκπλήξεις που πιθανότατα επιφυλάσσει για το Ισραήλ το ειρηνευτικό σχέδιο Τραμπ, το ακριβές περιεχόμενο του οποίου ουδείς γνωρίζει σήμερα. Η Ουάσινγκτον φρόντισε να φανερώσει τα σημεία του ειρηνευτικού της σχεδίου που αναμφίβολα ικανοποιούν την ισραηλινή πλευρά (αμερικανική πρεσβεία στην Ιερουσαλήμ και αναγνώρισή της ως πρωτεύουσα του κράτους, αποχώρηση από την συμφωνία με το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα, αναγνώριση της ισραηλινής κυριαρχίας στα Υψώματα του Γκολάν). Ωστόσο, ένα σχέδιο ειρήνευσης δεν είναι δυνατόν να ικανοποιεί μόνο την μια από τις αντιμαχόμενες πλευρές. Όλα δείχνουν ότι το σχέδιο Τραμπ θα ενθαρρύνει την αναθεώρηση του παρόντος modus vivendi στην Ιερουσαλήμ και στην Δυτική Όχθη. Και τότε, η κυβέρνηση, ανεξαρτήτως σύνθεσης και ιδεολογικής τοποθέτησης, θα είναι αναγκασμένη να διαχειριστεί ανάλογα τον μέσο Ισραηλινό πολίτη, ο οποίος, όμως, θα έχει ήδη ψηφίσει ποιοι θα τον κυβερνούν, χωρίς προηγουμένως να γνωρίζει ξεκάθαρα τι ακριβώς είχε διακυβευθεί δια της δικής του ψήφου.

ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ

Αποτιμώντας την προεκλογική περίοδο στο Ισραήλ ενόψει των εκλογών της 9ης Απριλίου, αξίζει να σημειωθεί ότι τα βασικά ερωτήματα που ετέθησαν επίμονα και πολλαπλώς στον μέσο ψηφοφόρο ήταν τα εξής: Μπορεί η ηθική να συμβαδίσει με την πολιτική; Μήπως ένας ηθικά άμεμπτος -πλην όμως άπειρος πολιτικά- στρατιωτικός είναι προτιμότερος από έναν λιγότερο ηθικό –αλλά έμπειρο– πολιτικό;

Πρόκειται για ένα δίλημμα-παγίδα, ενώ τελικά δεν αποκλείεται να αποτελέσει και την απαρχή μιας μακράς περιόδου απαξίωσης του πολιτικού συστήματος της χώρας, σε περίπτωση μάλιστα που ο Βενιαμίν Νετανιάχου παραπεμφθεί στην δικαιοσύνη μετά τις διευκρινίσεις που θα κληθεί να καταθέσει στα τέλη του ερχόμενου καλοκαιριού.

Για πρώτη φορά στο Ισραήλ, μια χώρα στην οποία ο στρατός αποτελεί τον θεσμό που ο μέσος πολίτης εμπιστεύεται όσο κανέναν άλλον, σημαίνοντα στελέχη των ενόπλων του δυνάμεων χρησιμοποιούν την στρατιωτική τους ιδιότητα για να επικρίνουν σε επίπεδο ηθικής το (διεφθαρμένο) πολιτικό κατεστημένο. Τα επιχειρήματα που προέβαλε το Γαλανόλευκο «κόμμα των στρατηγών» έναντι του Βενιαμίν Νετανιάχου απευθύνθηκαν λιγότερο στην λογική και πρωτίστως στο θυμικό του μέσου ψηφοφόρου -ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, περνάει ένα σημαντικό μέρος της ζωής του φορώντας τα χακί. Το «Γαλανόλευκο» δεν πρότεινε συγκεκριμένο πρόγραμμα, συγκεκριμένη πολιτική και λύσεις. Εν τέλει, δεν απέκλεισε ούτε το ενδεχόμενο να συγκατοικήσει με το Λικούντ στην κυβέρνηση. Έτι περαιτέρω, απέφυγε επί μακρόν και επίμονα να αυτοκαθορισθεί ιδεολογικά –βάλλοντας τον πρωθυπουργό Νετανιάχου σε καθαρά προσωπικό επίπεδο. Είτε άθελά τους, είτε και σκόπιμα, οι τρεις απόστρατοι στρατηγοί του Γαλανόλευκου «έσπρωξαν» τις ένοπλες δυνάμεις στα βαθιά θολά νερά της πολιτικής. Και όλα αυτά συμβαίνουν σε μια χώρα, που βρίσκεται σε μόνιμη στρατιωτική ετοιμότητα και έχει ανάγκη να εμπιστεύεται την στρατιωτική ηγεσία, χωρίς κομματικές παρωπίδες.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες ποιος μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο ο θεσμός του στρατού, αντί να ενώνει την κοινή γνώμη –κάτι που πάντα έκανε– τελικά, χάριν, κομματικών σκοπιμοτήτων, να φθάσει στο σημείο κάποτε να την διχάσει; Κάθε πιθανή απάντηση σε αυτό το ερώτημα, αφήνει σίγουρα μια πικρή γεύση –είτε ο Νετανιάχου αποδειχθεί τελικά ένοχος, είτε αθώος.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition