Γιατί η Ευρώπη γίνεται σκληρή έναντι της Κίνας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Γιατί η Ευρώπη γίνεται σκληρή έναντι της Κίνας

Και τι σημαίνει αυτό για την Ουάσινγκτον
Περίληψη: 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη μοιράζονται σε μεγάλο βαθμό τις ίδιες ανησυχίες για την Κίνα, και κάθε πλευρά χρειάζεται όλο και περισσότερο την άλλη για να επιδιώξει μια αποτελεσματική πολιτική. Επιπλέον, οι Ευρωπαίοι ηγέτες κατανοούν ότι η μετατόπιση της πολιτικής των ΗΠΑ για την Κίνα είναι διακομματικής φύσης, και αναμένουν ότι θα συνεχιστεί, και έτσι θέτουν τις βάσεις για βαθύτερη συνεργασία στην συνέχεια.

Ο ANDREW SMALL είναι ανώτερος διατλαντικός συνεργάτης στο Πρόγραμμα Ασίας στο German Marshall Fund of the United States.

Τα τελευταία δύο χρόνια, η Ουάσινγκτον κατέληξε στο να υιοθετήσει μια πολιτική στρατηγικού ανταγωνισμού με την Κίνα. Η στρατηγική εθνικής άμυνας (National Defense Strategy) [1] και η στρατηγική εθνικής ασφάλειας (National Security Strategy) [2] της διοίκησης Trump καθιστούν σαφές ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βλέπουν την Κίνα ως μια αντίπαλη μεγάλη δύναμη όχι μόνο στρατιωτικά αλλά και σε ανταγωνισμό για οικονομική και τεχνολογική υπεροχή.

Ως αποτέλεσμα, ένας αποτελεσματικός συνασπισμός για την αντιμετώπιση της ανόδου της Κίνας δεν μπορεί πλέον να επικεντρώνεται αποκλειστικά στις ασιατικές συνεργασίες ασφαλείας, αλλά πρέπει τώρα να περιλαμβάνει τις κυριότερες συγκεντρώσεις της οικονομικής ισχύος, της τεχνολογικής προόδου και των φιλελεύθερων δημοκρατικών αξιών. Μεταξύ αυτών είναι πολλοί από τους εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού, όπως η Αυστραλία, η Ινδία και η Ιαπωνία. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κυριότερα κράτη-μέλη της γίνονται ολοένα και πιο κρίσιμοι αντίστοιχοι των Ηνωμένων Πολιτειών στην αντιμετώπιση της Κίνας.

09042019-1.jpg

Ο πρόεδρος της Γαλλίας Emmanuel Macron, ο πρόεδρος της Κίνας Xi Jinping, η Γερμανίδα καγκελάριος Angela Merkel και ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jean-Claude Juncker σε συνεδρίαση στο Παλάτι των Ηλυσίων, στο Παρίσι, τον Μάρτιο του 2019. PHILIPPE WOJAZER / POOL VIA REUTERS
------------------------------------------------------------------------------

Καθώς πλησιάζει η διάσκεψη κορυφής ΕΕ-Κίνας, η Ευρώπη έχει αρχίσει να επανεξετάζει ριζικά τις πολιτικές της για την Κίνα. Η μετατόπιση είναι τόσο σημαντική που ακόμη και έμπειροι αναλυτές για την Ασία την χαρακτήρισαν ως «επανάσταση» [3]. Παρά τις διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, η συνολική ώθηση της αλλαγής συγκλίνει με τη νέα προσέγγιση των ΗΠΑ. Πριν από τρία χρόνια, τα κράτη-μέλη αντιστέκονταν ακόμη και σε μετριοπαθείς αλλαγές για να ενισχύσουν τα εργαλεία εμπορικής άμυνας της ΕΕ, παρά την πλημμύρα των κινεζικών εισαγωγών χάλυβα. Η ιδέα ενός μηχανισμού σε επίπεδο ΕΕ για τον έλεγχο των κινεζικών επενδύσεων εξακολουθούσε να αποτελεί ανάθεμα για τους περισσότερους Ευρωπαίους ηγέτες. Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες στις αρχές του 2016 πρότειναν έναν στενότερο συντονισμό στον περιορισμό της πρόσβασης της Κίνας στις Δυτικές τεχνολογίες, ένα κοινό δημόσιο μέτωπο σχετικά με τις μη εμπορικές [στμ: non-market, δηλαδή τις πολιτικές] πρακτικές της Κίνας, ή μια συνεργασία για την χρηματοδότηση υποδομών ως αντιστάθμισμα της κινεζικής Belt and Road Initiative (BRI), οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι θα είχαν απαντήσει με μια μπερδεμένη απόρριψη.

Ωστόσο, η ίδια λογική που οδήγησε στην αλλαγή πολιτικής των ΗΠΑ έχει οδηγήσει και την Ευρώπη να αλλάξει την στάση της. Τον Μάρτιο, οι Ευρωπαίοι αρχηγοί κρατών συζήτησαν ένα νέο έγγραφο στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που περιγράφει την Κίνα ως «οικονομικό ανταγωνιστή στην επιδίωξη της τεχνολογικής ηγεσίας, και έναν συστημικό αντίπαλο που προωθεί εναλλακτικά πρότυπα διακυβέρνησης». Οι προτάσεις του εγγράφου θα αλλάξουν τις πολιτικές σε τομείς που κυμαίνονται από τις προμήθειες μέχρι τα δεδομένα, από τους αντιμονοπωλιακούς κανόνες μέχρι τις τηλεπικοινωνίες, από την βιομηχανική στρατηγική ως την τεχνητή νοημοσύνη.

Βεβαίως, κανένας Ευρωπαίος πολιτικός δεν είναι πιθανό να υιοθετήσει δημόσια μια τόσο πολεμοχαρή στάση για την Κίνα όπως ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Mike Pence, στην ομιλία του το 2018 στο Ινστιτούτο Hudson, όπου η κριτική του για την συμπεριφορά της Κίνας έθεσε την προοπτική ενός νέου Ψυχρού Πολέμου [4]. Ωστόσο, οι ηγέτες της ηπείρου συμφωνούν ολοένα και περισσότερο με ορισμένες βασικές αρχές: Ότι ο ανταγωνισμός με την Κίνα απαιτεί τώρα μια συνολική αναθεώρηση των μέσων πολιτικής και ότι η περίοδος ασύμμετρης ανοικτότητας ως προς την Κίνα έχει τελειώσει. Ο Γάλλος πρόεδρος, Εμμανουέλ Μακρόν, πριν από την πρόσφατη ευρωπαϊκή διάσκεψη κορυφής, χαρακτήρισε την συγκυρία ως μια «ευρωπαϊκή αφύπνιση».

ΓΙΑΤΙ ΤΩΡΑ;

Τι καθόρισε την αλλαγή του ευρωπαϊκού σκεπτικού; Αναμφίβολα οι πολιτικές εξελίξεις και οι εξελίξεις στον τομέα της ασφάλειας έπαιξαν έναν ρόλο -από την εμβάθυνση του αυταρχισμού της Κίνας υπό τον πρόεδρο Xi Jinping μέχρι τις προσπάθειές της να επεκτείνει την πολιτική επιρροή της στην Ευρώπη. Ωστόσο, οι ισχυρότεροι παράγοντες της αλλαγής είναι οικονομικοί. Η Ευρώπη έχει χάσει την ελπίδα ότι η Κίνα θα μεταρρυθμίσει την οικονομία της ή θα επιτρέψει μεγαλύτερη πρόσβαση στις αγορές της, ενώ παράλληλα οι κρατικοί και κρατικά επιδοτούμενοι φορείς της Κίνας έχουν προχωρήσει σε τομείς που η Ευρώπη θεωρεί κρίσιμους για το οικονομικό της μέλλον. Η υλοποίηση του Made in China 2025 (ένα δεκαετές σχέδιο για την επιτάχυνση της ανάπτυξης βιομηχανιών υψηλής τεχνολογίας), μια πλημμύρα από κινεζικές εξαγορές σε ευαίσθητους τομείς στην Ευρώπη, και η εξαγωγή των εθνικών οικονομικών πρακτικών της Κίνας σε τρίτες χώρες μέσω της BRI, υποδηλώνουν μια απειλή που είναι συγχωνεύεται με την πραγματική επικαιρότητα.