Γιατί η Ευρώπη γίνεται σκληρή έναντι της Κίνας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Γιατί η Ευρώπη γίνεται σκληρή έναντι της Κίνας

Και τι σημαίνει αυτό για την Ουάσινγκτον

Όσον αφορά την Κίνα, οι εμπορικές και ιδεολογικές ανησυχίες συχνά αλληλοσυνδέονται. Η εμβάθυνση της επιρροής του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος στον ιδιωτικό τομέα, η εξαγωγή κινεζικών κανόνων επιτήρησης και διαδικτύου μέσω των τεχνολογικών εταιρειών της, η χρήση οικονομικού εξαναγκασμού κατά ευρωπαϊκών κρατών και εταιρειών, και ο αντίκτυπος της κινεζικής οικονομίας στην πολιτική και οικονομική κατάσταση των χωρών υπό ένταξη στην ΕΕ, συγκαταλέγονται μεταξύ πολλών παραδειγμάτων ενός τέτοιου θολώματος των γραμμών. Οι Ευρωπαίοι πολιτικοί αναφέρουν συνήθως την Κίνα ως «συστημικό ανταγωνιστή» [5], έναν όρο που δεν επινοήθηκε από υποστηρικτές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή μεγάλους στρατηγιστές, αλλά από την Ομοσπονδία Γερμανικών Βιομηχανιών. Η παλιά ιστορία ήταν ότι τα ευρωπαϊκά επιχειρηματικά συμφέροντα εμπόδιζαν να ληφθεί μια πιο σκληρή στάση στην Κίνα. Σήμερα, ο μεταβαλλόμενος υπολογισμός των οικονομικών και εμπορικών οφελών είναι ακριβώς αυτό που έχει σκληρύνει την θέση της Ευρώπης.

Η ιδέα ότι η Ευρώπη έχει γίνει πιο πολεμοχαρής έναντι της Κίνας μπορεί να φανεί αντίθετη ως προς την λογική: Στο κάτω-κάτω, η Ιταλία μόλις έγινε το πρώτο μέλος του G-7 που υπέγραψε την Belt and Road. Και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει σίγουρα τις διαιρέσεις της σχετικά με το θέμα. Τα κράτη-μέλη διαφωνούν για το σχετικό βάρος που πρέπει να δοθεί στις συλλήψεις στην [κινεζική επαρχία] Xinjiang, στην [επιθετικότητα στην] θάλασσα της Νότιας Κίνας, στους κινδύνους που συνδέονται με τις κινεζικές επενδύσεις, στην παρουσία κινεζικών εταιρειών στα ευρωπαϊκά τηλεπικοινωνιακά δίκτυα και άλλα θέματα που αφορούν την Κίνα. Διασπαστές (spoilers), όπως η Ουγγαρία και η Ελλάδα, είναι γνωστοί γιατί σε ορισμένες περιπτώσεις εμπόδισαν αυτό που διαφορετικά θα ήταν συναινετικές θέσεις.

Ωστόσο, η Ευρώπη έχει επίσης επιδείξει ενότητα έναντι της Κίνας σε κρίσιμους τομείς. Τα τελευταία χρόνια, οι Βρυξέλλες ενίσχυσαν τις εξουσίες τους στο να ενεργούν κατά των επιδοτήσεων και των πρακτικών ντάμπινγκ, επιτρέποντας το να επιβάλουν υψηλότερους δασμούς στις υπερβολικά φθηνές κινεζικές εισαγωγές. Η Ευρώπη αρνείται επίσης να παραχωρήσει στην Κίνα το πολυπόθητο καθεστώς της «οικονομίας της αγοράς» στον ΠΟΕ, δημιούργησε μια νέα διαδικασία συντονισμού της εξέτασης των επενδύσεων για απειλές εθνικής ασφάλειας και σχεδίασε μια πρωτοβουλία συνδεσιμότητας για να ανταγωνιστεί την BRI. Σε ορισμένες από αυτές τις περιπτώσεις, η Ευρώπη υιοθέτησε την θέση της απέναντι σε μια έντονη κινεζική πίεση. Στον βαθμό που μερικά από τα μεγάλα κράτη-μέλη έχουν προνομιακές διμερείς σχέσεις με την Κίνα οι οποίες μπορεί να υπονομευόσουν τις ευρύτερες ευρωπαϊκές προσπάθειες, οι ηγέτες αρχίζουν τελικά να διορθώνουν το πρόβλημα. Ο Macron κάλεσε τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Jean-Claude Juncker, και την Γερμανίδα καγκελάριο, Άνγκελα Μέρκελ, να συμμετάσχουν στις συναντήσεις του με τον Xi κατά την διμερή επίσκεψη πριν περίπου δέκα ημέρες. Η σύνοδος κορυφής ΕΕ-Κίνας που θα φιλοξενήσει η Γερμανία το επόμενο έτος θα είναι επίσης η πρώτη που θα περιλαμβάνει επικεφαλής κυβερνήσεων από όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, μια αλλαγή που θα ανταποκρίνεται στις ανησυχίες των μικρότερων χωρών σχετικά με την έλλειψη απ’ ευθείας επαφής τους με ανώτερους Κινέζους ηγέτες. (Η ανησυχία αυτή ήταν ένας από τους κύριους παράγοντες που οδήγησαν στην εγκαθίδρυση της διχαστικής διάσκεψης κορυφής 16+1 μεταξύ Κίνας και 16 κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης).

Κάποιοι Ευρωπαίοι πολιτικοί θα συνεχίσουν να τσαλαβουτάνε περιοδικά με ανοιχτά φιλικές πολιτικές προς το Πεκίνο, είτε για να ενοχλήσουν τις Βρυξέλλες είτε με την ελπίδα να εκμαιεύσουν μερικές πρόσθετες επενδύσεις. Αλλά όταν το πείραμα αποδεικνύεται δαπανηρό, οι πολιτικοί αποδείχθηκαν έτοιμοι να το απορρίψουν. Το Ηνωμένο Βασίλειο φαίνεται να έχει τελειώσει την «χρυσή εποχή» [6] των σχέσεών του με την Κίνα υπό το φως ανησυχιών ασφαλείας. Κράτη της Κεντρικής Ευρώπης έχουν απογοητευτεί από την έλλειψη προσφοράς οικονομικών πλεονεκτημάτων και τώρα συντονίζουν την 16+1 πολύ πιο στενά με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ακόμη και η Ιταλία, όταν υπέγραψε μια πολιτική συμφωνία για την BRI, έκανε συγχρόνως κινήσεις [7] που θα επέτρεπαν στην Ρώμη να αποκλείσει την Huawei από τα 5G (πέμπτης γενεάς) δίκτυά της. Η πολιτική επίδραση και επιρροή της Κίνας στην Ευρώπη αναμφίβολα αυξάνεται, αλλά οι ρίζες αυτών των σχέσεων είναι ρηχές.

Για την Ευρώπη, τα στοιχήματα δεν περιορίζονται πλέον στον παραδοσιακό τομέα της εξωτερικής πολιτικής ή στην ίδια την κινεζική πολιτική. Για τον λόγο αυτό, αναδύονται συνασπισμοί που δεν χαρτογραφούνται με τρόπο ανάλογο με την σχετική φιλικότητα προς το Πεκίνο. Οι γραμμές μάχης σε θέματα όπως η βιομηχανική πολιτική, οι έλεγχοι των εξαγωγών και το μοίρασμα δεδομένων για την έρευνα επί της τεχνητής νοημοσύνης, ας πούμε, τέμνουν η μια την άλλη όσο συχνά ευθυγραμμίζονται. Η Ουγγαρία αρχικά διατύπωσε αντιρρήσεις για τον μηχανισμό που θα εξετάσει προσεκτικά τις κινεζικές επενδύσεις -αλλά στην συνέχεια κατάπιε τις διαφωνίες της σχετικά με τον προσδιορισμό του εργαλείου ως χρήσιμου για την αντιμετώπιση της Ρωσίας. Οι ευρωπαϊκές χώρες συμφωνούν ότι η κινεζική συμπεριφορά απαιτεί σημαντικές αλλαγές στην προσέγγιση της Ευρώπης, αλλά οι σχετικές συζητήσεις αντικατοπτρίζουν βαθύτερα ερωτήματα σχετικά με το μέλλον του ευρωπαϊκού μοντέλου και της ενιαίας αγοράς, και όχι μόνο των σχέσεων με το Πεκίνο.

ΕΝΑΣ ΙΣΧΥΡΟΣ ΕΤΑΙΡΟΣ

Κατ’ αρχήν, η νέα ευρωπαϊκή στάση έναντι της Κίνας θα πρέπει να καταστήσει την Ευρώπη έναν εταίρο πολύ μεγαλύτερης αξίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, ακόμη και αν η Ευρώπη καταφέρει όντως να επαναπροσδιορίσει πλήρως την προσέγγισή της κατά το επόμενο έτος, θα είναι δύσκολη η οικοδόμηση ενός πιο αποτελεσματικού διατλαντικού συνασπισμού επί του θέματος.