Γιατί η Ευρώπη γίνεται σκληρή έναντι της Κίνας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Γιατί η Ευρώπη γίνεται σκληρή έναντι της Κίνας

Και τι σημαίνει αυτό για την Ουάσινγκτον

Τα τελευταία δύο χρόνια, η Ουάσινγκτον κατέληξε στο να υιοθετήσει μια πολιτική στρατηγικού ανταγωνισμού με την Κίνα. Η στρατηγική εθνικής άμυνας (National Defense Strategy) [1] και η στρατηγική εθνικής ασφάλειας (National Security Strategy) [2] της διοίκησης Trump καθιστούν σαφές ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βλέπουν την Κίνα ως μια αντίπαλη μεγάλη δύναμη όχι μόνο στρατιωτικά αλλά και σε ανταγωνισμό για οικονομική και τεχνολογική υπεροχή.

Ως αποτέλεσμα, ένας αποτελεσματικός συνασπισμός για την αντιμετώπιση της ανόδου της Κίνας δεν μπορεί πλέον να επικεντρώνεται αποκλειστικά στις ασιατικές συνεργασίες ασφαλείας, αλλά πρέπει τώρα να περιλαμβάνει τις κυριότερες συγκεντρώσεις της οικονομικής ισχύος, της τεχνολογικής προόδου και των φιλελεύθερων δημοκρατικών αξιών. Μεταξύ αυτών είναι πολλοί από τους εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού, όπως η Αυστραλία, η Ινδία και η Ιαπωνία. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κυριότερα κράτη-μέλη της γίνονται ολοένα και πιο κρίσιμοι αντίστοιχοι των Ηνωμένων Πολιτειών στην αντιμετώπιση της Κίνας.

09042019-1.jpg

Ο πρόεδρος της Γαλλίας Emmanuel Macron, ο πρόεδρος της Κίνας Xi Jinping, η Γερμανίδα καγκελάριος Angela Merkel και ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jean-Claude Juncker σε συνεδρίαση στο Παλάτι των Ηλυσίων, στο Παρίσι, τον Μάρτιο του 2019. PHILIPPE WOJAZER / POOL VIA REUTERS
------------------------------------------------------------------------------

Καθώς πλησιάζει η διάσκεψη κορυφής ΕΕ-Κίνας, η Ευρώπη έχει αρχίσει να επανεξετάζει ριζικά τις πολιτικές της για την Κίνα. Η μετατόπιση είναι τόσο σημαντική που ακόμη και έμπειροι αναλυτές για την Ασία την χαρακτήρισαν ως «επανάσταση» [3]. Παρά τις διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, η συνολική ώθηση της αλλαγής συγκλίνει με τη νέα προσέγγιση των ΗΠΑ. Πριν από τρία χρόνια, τα κράτη-μέλη αντιστέκονταν ακόμη και σε μετριοπαθείς αλλαγές για να ενισχύσουν τα εργαλεία εμπορικής άμυνας της ΕΕ, παρά την πλημμύρα των κινεζικών εισαγωγών χάλυβα. Η ιδέα ενός μηχανισμού σε επίπεδο ΕΕ για τον έλεγχο των κινεζικών επενδύσεων εξακολουθούσε να αποτελεί ανάθεμα για τους περισσότερους Ευρωπαίους ηγέτες. Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες στις αρχές του 2016 πρότειναν έναν στενότερο συντονισμό στον περιορισμό της πρόσβασης της Κίνας στις Δυτικές τεχνολογίες, ένα κοινό δημόσιο μέτωπο σχετικά με τις μη εμπορικές [στμ: non-market, δηλαδή τις πολιτικές] πρακτικές της Κίνας, ή μια συνεργασία για την χρηματοδότηση υποδομών ως αντιστάθμισμα της κινεζικής Belt and Road Initiative (BRI), οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι θα είχαν απαντήσει με μια μπερδεμένη απόρριψη.

Ωστόσο, η ίδια λογική που οδήγησε στην αλλαγή πολιτικής των ΗΠΑ έχει οδηγήσει και την Ευρώπη να αλλάξει την στάση της. Τον Μάρτιο, οι Ευρωπαίοι αρχηγοί κρατών συζήτησαν ένα νέο έγγραφο στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που περιγράφει την Κίνα ως «οικονομικό ανταγωνιστή στην επιδίωξη της τεχνολογικής ηγεσίας, και έναν συστημικό αντίπαλο που προωθεί εναλλακτικά πρότυπα διακυβέρνησης». Οι προτάσεις του εγγράφου θα αλλάξουν τις πολιτικές σε τομείς που κυμαίνονται από τις προμήθειες μέχρι τα δεδομένα, από τους αντιμονοπωλιακούς κανόνες μέχρι τις τηλεπικοινωνίες, από την βιομηχανική στρατηγική ως την τεχνητή νοημοσύνη.

Βεβαίως, κανένας Ευρωπαίος πολιτικός δεν είναι πιθανό να υιοθετήσει δημόσια μια τόσο πολεμοχαρή στάση για την Κίνα όπως ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Mike Pence, στην ομιλία του το 2018 στο Ινστιτούτο Hudson, όπου η κριτική του για την συμπεριφορά της Κίνας έθεσε την προοπτική ενός νέου Ψυχρού Πολέμου [4]. Ωστόσο, οι ηγέτες της ηπείρου συμφωνούν ολοένα και περισσότερο με ορισμένες βασικές αρχές: Ότι ο ανταγωνισμός με την Κίνα απαιτεί τώρα μια συνολική αναθεώρηση των μέσων πολιτικής και ότι η περίοδος ασύμμετρης ανοικτότητας ως προς την Κίνα έχει τελειώσει. Ο Γάλλος πρόεδρος, Εμμανουέλ Μακρόν, πριν από την πρόσφατη ευρωπαϊκή διάσκεψη κορυφής, χαρακτήρισε την συγκυρία ως μια «ευρωπαϊκή αφύπνιση».

ΓΙΑΤΙ ΤΩΡΑ;

Τι καθόρισε την αλλαγή του ευρωπαϊκού σκεπτικού; Αναμφίβολα οι πολιτικές εξελίξεις και οι εξελίξεις στον τομέα της ασφάλειας έπαιξαν έναν ρόλο -από την εμβάθυνση του αυταρχισμού της Κίνας υπό τον πρόεδρο Xi Jinping μέχρι τις προσπάθειές της να επεκτείνει την πολιτική επιρροή της στην Ευρώπη. Ωστόσο, οι ισχυρότεροι παράγοντες της αλλαγής είναι οικονομικοί. Η Ευρώπη έχει χάσει την ελπίδα ότι η Κίνα θα μεταρρυθμίσει την οικονομία της ή θα επιτρέψει μεγαλύτερη πρόσβαση στις αγορές της, ενώ παράλληλα οι κρατικοί και κρατικά επιδοτούμενοι φορείς της Κίνας έχουν προχωρήσει σε τομείς που η Ευρώπη θεωρεί κρίσιμους για το οικονομικό της μέλλον. Η υλοποίηση του Made in China 2025 (ένα δεκαετές σχέδιο για την επιτάχυνση της ανάπτυξης βιομηχανιών υψηλής τεχνολογίας), μια πλημμύρα από κινεζικές εξαγορές σε ευαίσθητους τομείς στην Ευρώπη, και η εξαγωγή των εθνικών οικονομικών πρακτικών της Κίνας σε τρίτες χώρες μέσω της BRI, υποδηλώνουν μια απειλή που είναι συγχωνεύεται με την πραγματική επικαιρότητα.

Όσον αφορά την Κίνα, οι εμπορικές και ιδεολογικές ανησυχίες συχνά αλληλοσυνδέονται. Η εμβάθυνση της επιρροής του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος στον ιδιωτικό τομέα, η εξαγωγή κινεζικών κανόνων επιτήρησης και διαδικτύου μέσω των τεχνολογικών εταιρειών της, η χρήση οικονομικού εξαναγκασμού κατά ευρωπαϊκών κρατών και εταιρειών, και ο αντίκτυπος της κινεζικής οικονομίας στην πολιτική και οικονομική κατάσταση των χωρών υπό ένταξη στην ΕΕ, συγκαταλέγονται μεταξύ πολλών παραδειγμάτων ενός τέτοιου θολώματος των γραμμών. Οι Ευρωπαίοι πολιτικοί αναφέρουν συνήθως την Κίνα ως «συστημικό ανταγωνιστή» [5], έναν όρο που δεν επινοήθηκε από υποστηρικτές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή μεγάλους στρατηγιστές, αλλά από την Ομοσπονδία Γερμανικών Βιομηχανιών. Η παλιά ιστορία ήταν ότι τα ευρωπαϊκά επιχειρηματικά συμφέροντα εμπόδιζαν να ληφθεί μια πιο σκληρή στάση στην Κίνα. Σήμερα, ο μεταβαλλόμενος υπολογισμός των οικονομικών και εμπορικών οφελών είναι ακριβώς αυτό που έχει σκληρύνει την θέση της Ευρώπης.

Η ιδέα ότι η Ευρώπη έχει γίνει πιο πολεμοχαρής έναντι της Κίνας μπορεί να φανεί αντίθετη ως προς την λογική: Στο κάτω-κάτω, η Ιταλία μόλις έγινε το πρώτο μέλος του G-7 που υπέγραψε την Belt and Road. Και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει σίγουρα τις διαιρέσεις της σχετικά με το θέμα. Τα κράτη-μέλη διαφωνούν για το σχετικό βάρος που πρέπει να δοθεί στις συλλήψεις στην [κινεζική επαρχία] Xinjiang, στην [επιθετικότητα στην] θάλασσα της Νότιας Κίνας, στους κινδύνους που συνδέονται με τις κινεζικές επενδύσεις, στην παρουσία κινεζικών εταιρειών στα ευρωπαϊκά τηλεπικοινωνιακά δίκτυα και άλλα θέματα που αφορούν την Κίνα. Διασπαστές (spoilers), όπως η Ουγγαρία και η Ελλάδα, είναι γνωστοί γιατί σε ορισμένες περιπτώσεις εμπόδισαν αυτό που διαφορετικά θα ήταν συναινετικές θέσεις.

Ωστόσο, η Ευρώπη έχει επίσης επιδείξει ενότητα έναντι της Κίνας σε κρίσιμους τομείς. Τα τελευταία χρόνια, οι Βρυξέλλες ενίσχυσαν τις εξουσίες τους στο να ενεργούν κατά των επιδοτήσεων και των πρακτικών ντάμπινγκ, επιτρέποντας το να επιβάλουν υψηλότερους δασμούς στις υπερβολικά φθηνές κινεζικές εισαγωγές. Η Ευρώπη αρνείται επίσης να παραχωρήσει στην Κίνα το πολυπόθητο καθεστώς της «οικονομίας της αγοράς» στον ΠΟΕ, δημιούργησε μια νέα διαδικασία συντονισμού της εξέτασης των επενδύσεων για απειλές εθνικής ασφάλειας και σχεδίασε μια πρωτοβουλία συνδεσιμότητας για να ανταγωνιστεί την BRI. Σε ορισμένες από αυτές τις περιπτώσεις, η Ευρώπη υιοθέτησε την θέση της απέναντι σε μια έντονη κινεζική πίεση. Στον βαθμό που μερικά από τα μεγάλα κράτη-μέλη έχουν προνομιακές διμερείς σχέσεις με την Κίνα οι οποίες μπορεί να υπονομευόσουν τις ευρύτερες ευρωπαϊκές προσπάθειες, οι ηγέτες αρχίζουν τελικά να διορθώνουν το πρόβλημα. Ο Macron κάλεσε τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Jean-Claude Juncker, και την Γερμανίδα καγκελάριο, Άνγκελα Μέρκελ, να συμμετάσχουν στις συναντήσεις του με τον Xi κατά την διμερή επίσκεψη πριν περίπου δέκα ημέρες. Η σύνοδος κορυφής ΕΕ-Κίνας που θα φιλοξενήσει η Γερμανία το επόμενο έτος θα είναι επίσης η πρώτη που θα περιλαμβάνει επικεφαλής κυβερνήσεων από όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, μια αλλαγή που θα ανταποκρίνεται στις ανησυχίες των μικρότερων χωρών σχετικά με την έλλειψη απ’ ευθείας επαφής τους με ανώτερους Κινέζους ηγέτες. (Η ανησυχία αυτή ήταν ένας από τους κύριους παράγοντες που οδήγησαν στην εγκαθίδρυση της διχαστικής διάσκεψης κορυφής 16+1 μεταξύ Κίνας και 16 κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης).

Κάποιοι Ευρωπαίοι πολιτικοί θα συνεχίσουν να τσαλαβουτάνε περιοδικά με ανοιχτά φιλικές πολιτικές προς το Πεκίνο, είτε για να ενοχλήσουν τις Βρυξέλλες είτε με την ελπίδα να εκμαιεύσουν μερικές πρόσθετες επενδύσεις. Αλλά όταν το πείραμα αποδεικνύεται δαπανηρό, οι πολιτικοί αποδείχθηκαν έτοιμοι να το απορρίψουν. Το Ηνωμένο Βασίλειο φαίνεται να έχει τελειώσει την «χρυσή εποχή» [6] των σχέσεών του με την Κίνα υπό το φως ανησυχιών ασφαλείας. Κράτη της Κεντρικής Ευρώπης έχουν απογοητευτεί από την έλλειψη προσφοράς οικονομικών πλεονεκτημάτων και τώρα συντονίζουν την 16+1 πολύ πιο στενά με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ακόμη και η Ιταλία, όταν υπέγραψε μια πολιτική συμφωνία για την BRI, έκανε συγχρόνως κινήσεις [7] που θα επέτρεπαν στην Ρώμη να αποκλείσει την Huawei από τα 5G (πέμπτης γενεάς) δίκτυά της. Η πολιτική επίδραση και επιρροή της Κίνας στην Ευρώπη αναμφίβολα αυξάνεται, αλλά οι ρίζες αυτών των σχέσεων είναι ρηχές.

Για την Ευρώπη, τα στοιχήματα δεν περιορίζονται πλέον στον παραδοσιακό τομέα της εξωτερικής πολιτικής ή στην ίδια την κινεζική πολιτική. Για τον λόγο αυτό, αναδύονται συνασπισμοί που δεν χαρτογραφούνται με τρόπο ανάλογο με την σχετική φιλικότητα προς το Πεκίνο. Οι γραμμές μάχης σε θέματα όπως η βιομηχανική πολιτική, οι έλεγχοι των εξαγωγών και το μοίρασμα δεδομένων για την έρευνα επί της τεχνητής νοημοσύνης, ας πούμε, τέμνουν η μια την άλλη όσο συχνά ευθυγραμμίζονται. Η Ουγγαρία αρχικά διατύπωσε αντιρρήσεις για τον μηχανισμό που θα εξετάσει προσεκτικά τις κινεζικές επενδύσεις -αλλά στην συνέχεια κατάπιε τις διαφωνίες της σχετικά με τον προσδιορισμό του εργαλείου ως χρήσιμου για την αντιμετώπιση της Ρωσίας. Οι ευρωπαϊκές χώρες συμφωνούν ότι η κινεζική συμπεριφορά απαιτεί σημαντικές αλλαγές στην προσέγγιση της Ευρώπης, αλλά οι σχετικές συζητήσεις αντικατοπτρίζουν βαθύτερα ερωτήματα σχετικά με το μέλλον του ευρωπαϊκού μοντέλου και της ενιαίας αγοράς, και όχι μόνο των σχέσεων με το Πεκίνο.

ΕΝΑΣ ΙΣΧΥΡΟΣ ΕΤΑΙΡΟΣ

Κατ’ αρχήν, η νέα ευρωπαϊκή στάση έναντι της Κίνας θα πρέπει να καταστήσει την Ευρώπη έναν εταίρο πολύ μεγαλύτερης αξίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, ακόμη και αν η Ευρώπη καταφέρει όντως να επαναπροσδιορίσει πλήρως την προσέγγισή της κατά το επόμενο έτος, θα είναι δύσκολη η οικοδόμηση ενός πιο αποτελεσματικού διατλαντικού συνασπισμού επί του θέματος.

Για περισσότερο από μια δεκαετία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη προσπάθησαν να συντονιστούν πιο στενά σχετικά με την Κίνα. Η ανάγκη για έναν τέτοιο συντονισμό έγινε ιδιαίτερα σαφής το 2005, όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση έκανε μια αποτυχημένη προσπάθεια να άρει το εμπάργκο όπλων της προς την Κίνα, παρά την αντίθεση των ΗΠΑ. Έκτοτε, η Ουάσιγκτον, οι Βρυξέλλες και ορισμένες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ιδίως το Βερολίνο, το Παρίσι και το Λονδίνο, έκαναν τακτικές διαβουλεύσεις μεταξύ τους για την Κίνα. Ωστόσο, παρόλο που μερικοί αξιωματούχοι των ΗΠΑ προσπάθησαν να οικοδομήσουν αυτά τα κανάλια σε ένα επεκτάσιμο πλαίσιο [8] συνεργασίας, ως επί το πλείστον, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ εξελάμβαναν την Ευρωπαϊκή Ένωση ως δευτερεύοντα δρώντα σε ό,τι αφορούσε στο Πεκίνο. Η Κίνα σπάνια εμφανιζόταν στην ατζέντα των διατλαντικών συνόδων κορυφής ή σε συμβούλια υπουργικού επιπέδου, και ήταν αιωνίως ένα «σημαντικό αλλά όχι επείγον θέμα».

Όμως, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες επανεξισορροπούν την δική τους προσέγγιση στην Κίνα, πρέπει να φέρουν την Ευρώπη σε μεγαλύτερη εστίαση από ό, τι κατά την τελευταία δεκαετία. Σε θέματα εμπορίου, τεχνολογίας, επενδύσεων, χρηματοδότησης και αναπτυξιακής βοήθειας, η Ευρώπη είναι συχνά ο μοναδικός ισχυρότερος αντίστοιχος των ΗΠΑ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να αντιμετωπίσουν πολύ πιο αποτελεσματικά την υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα και τις επιδοτήσεις της Κίνας, για παράδειγμα, εάν το κάνουν σε συνδυασμό με το μεγαλύτερο εμπορικό μπλοκ στον κόσμο. Η χρηματοδότηση ενός αντίβαρου της BRI θα είναι επίσης πολύ πιο εύκολη μαζί με τη μεγαλύτερη πηγή αναπτυξιακής βοήθειας και άμεσων ξένων επενδύσεων στον κόσμο.

Η συνεργασία με την Ευρώπη όχι μόνο αυξάνει τη μόχλευση των ΗΠΑ, αλλά βοηθά στην εξασφάλιση ότι η αμερικανική πολιτική δεν θα υπονομευθεί από την έλλειψη συναίνεσης μεταξύ των συμμάχων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν, για παράδειγμα, να περιορίσουν μονομερώς την πρόσβαση των κινεζικών επενδυτών, εταιρειών και ερευνητών στις προηγμένες αμερικανικές τεχνολογίες –ας πούμε μέσω του νόμου περί εκσυγχρονισμού της αναθεώρησης του ρίσκου των ξένων επενδύσεων (Foreign Investment Risk Review Modernization Act) του 2018, μέσω αναθεωρημένων ελέγχων των εξαγωγών ή άλλων νέων κανονισμών. Ωστόσο, το μέτρο θα είχε μειωμένη αποτελεσματικότητα εάν η Κίνα μπορούσε ακόμα να έχει πρόσβαση σε παρόμοιες τεχνολογίες από την Γερμανία ή το Ηνωμένο Βασίλειο. Εν τω μεταξύ, όποιος κι αν είναι ο ρόλος που θα αποφασίσει να δώσει η Ευρώπη στις κινεζικές επιχειρήσεις σε δίκτυα 5G και άλλες κρίσιμες υποδομές όπως είναι οι λιμένες, θα επηρεάσει άμεσα την διατλαντική συνεργασία πληροφοριών και ασφάλειας, από τις μεταδόσεις πληροφοριών μέχρι την ικανότητα κινητοποίησης του ΝΑΤΟ.

ΞΕΠΕΡΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΔΥΣΠΙΣΤΙΑ

Ευρωπαίοι ηγέτες, από τον Macron μέχρι τον Juncker, έχουν σχηματίσει ουρά για να πουν στον πρόεδρο των ΗΠΑ ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να ανοίξουν ένα κοινό μέτωπο απέναντι στην οικονομική απειλή από την Κίνα. Μια επιστολή τον Ιούνιο του 2018, υπογεγραμμένη από κάθε πρεσβευτή της ΕΕ στην Ουάσινγκτον, χαρακτήρισε τις στρεβλώσεις της κινεζικής αγοράς ως έναν από τους κύριους τομείς στους οποίους θα έπρεπε να συνεργάζονται οι δύο πλευρές. Ωστόσο, η διοίκηση του Trump απάντησε με περιορισμένο ενθουσιασμό. Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος των ΗΠΑ, Robert Lighthizer, συνεργάστηκε με Ευρωπαίους και Ιάπωνες ομολόγους του για να συντονίσει τις προσεγγίσεις στις πολιτικές (non-market) πρακτικές της Κίνας, αλλά οι προσπάθειες αυτές έχουν επισκιαστεί σε μεγάλο βαθμό από το ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλλαν 232 δασμούς στον χάλυβα και το αλουμίνιο, απείλησαν να επιβάλλουν δασμούς επί των αυτοκινήτων, και διαφώνησαν με τους συμμάχους τους για την μεταρρύθμιση του ΠΟΕ.

Η δυσπιστία για την σημερινή κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει αναστείλει περαιτέρω την ευρωπαϊκή συνεργασία σχετικά με την Κίνα. Τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν ήδη αρκετούς λόγους να αποκλείσουν την Huawei από τα μελλοντικά 5G δίκτυά τους, υπέρ των εγχώριων προμηθευτών. Ωστόσο, ορισμένοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι φοβούνται [9] ότι εάν υιοθετήσουν μια σκληρή δημόσια στάση σχετικά με το ζήτημα, ο Trump θα καταλήξει σε μια συμφωνία με το Πεκίνο και θα τους αφήσει εκτεθειμένους σε κινεζικά αντίποινα. Όσο ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν είναι πρόθυμος να κάνει διάκριση μεταξύ εταίρων και ανταγωνιστών -η απάντησή του στο βήμα του Macron για μια κοινή προσέγγιση επί των κινεζικών οικονομικών ζητημάτων ήταν ότι η ΕΕ «είναι χειρότερη από την Κίνα» [10]- το πεδίο συνεργασίας θα είναι αναπόφευκτα περιορισμένο βραχυπρόθεσμα. Προς το παρόν, η ώθηση των ευρωπαϊκών προσπαθειών είναι να βελτιωθεί η ικανότητα της ίδιας της ΕΕ να ανταγωνίζεται το Πεκίνο, και όχι να αναπτύξει κοινή προσέγγιση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ωστόσο, σε ορισμένους τομείς, η συνεργασία έχει προχωρήσει περισσότερο από ό, τι έκανε με τις προηγούμενες διοικήσεις των ΗΠΑ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη μοιράζονται σε μεγάλο βαθμό τις ίδιες ανησυχίες για την Κίνα, και κάθε πλευρά χρειάζεται όλο και περισσότερο την άλλη για να επιδιώξει μια αποτελεσματική πολιτική. Επιπλέον, οι Ευρωπαίοι ηγέτες κατανοούν ότι η μετατόπιση της πολιτικής των ΗΠΑ για την Κίνα είναι διακομματικής φύσης, και αναμένουν ότι θα συνεχιστεί, και έτσι θέτουν τις βάσεις για βαθύτερη συνεργασία στην συνέχεια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη αντιτάχθηκαν από κοινού στην επέκταση του καθεστώτος «οικονομίας της αγοράς» για την Κίνα στον ΠΟΕ, όπου υπέβαλαν παράλληλα παράπονα σχετικά με τις κινεζικές καταναγκαστικές μεταβιβάσεις τεχνολογίας. Οι δύο πλευρές συνεργάζονται ήσυχα [11] για να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη ευθυγράμμιση μεταξύ των αντίστοιχων ελεγκτικών μηχανισμών τους επί των επενδύσεων, και επί των ζητημάτων πολιτικής επιρροής, με πρωταρχικό στόχο την Κίνα. Και διερευνούν την σύνδεση της οικονομικής πτυχής της αμερικανικής ελεύθερης και ανοιχτής στρατηγικής Ινδο-Ειρηνικού με την στρατηγική σύνδεσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Ασία [12], προκειμένου να κινητοποιηθούν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε επενδύσεις στην ενέργεια, τον ψηφιακό τομέα και τις υποδομές, ως εναλλακτική λύση στην BRI.

ΜΙΑ ΝΕΑ ΔΙΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ

Η Κίνα ήταν επί πολύ καρό μια δευτερεύουσα σκέψη για όλους, εκτός από μια χούφτα Αμερικανούς ατλαντιστές, και η Ευρώπη ήταν επί πολύ καρό μια δευτερεύουσα σκέψη για τους περισσότερους Αμερικανούς ειδικούς για την Κίνα. Προφανώς, αυτό το κενό έχει δημιουργήσει ένα αντίστοιχο χάσμα στην ανάλυση, καθώς και μια αντιδραστική προσέγγιση σε πολλές κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις, με τις παρεμβάσεις των ΗΠΑ να έρχονται μερικές φορές τόσο αργά στις ευρωπαϊκές συζητήσεις που δεν βοηθούν και έχουν μικτή επιτυχία.

Πουθενά δεν είναι σαφέστερη η ανάγκη, και η δυσκολία, του συντονισμού από όσο στις πρόσφατες διατλαντικές συζητήσεις σχετικά με το ζήτημα των [δικτύων] 5G. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αγωνίζονται να διατυπώσουν την δική τους πολιτική σε ένα θέμα που περικλείει την ασφάλεια, την τεχνολογία και τα οικονομικά˙ αλλά πρέπει επίσης να στήσουν μια συνεκτική εκστρατεία για να επηρεάσουν τις πολιτικές επιλογές στην Ευρώπη. Άλλα θέματα που αφορούν την Κίνα και την διατλαντική σχέση επηρεάζουν πολλαπλές σφαίρες με παρόμοιο τρόπο, και η Ουάσιγκτον δεν αποδείχθηκε πάντοτε επιδέξια στους ελιγμούς της στις εγχώριες ευρωπαϊκές πολιτικές συζητήσεις και στην αλληλεπικάλυψη των θεσμών που επηρεάζουν αυτά τα ζητήματα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αρχίσει να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα. Η Ουάσιγκτον έστειλε πρόσφατα εκτεταμένες αντιπροσωπείες στην Ευρώπη για να μιλήσουν για την Κίνα, αναγνωρίζοντας ότι οι δύο πλευρές πρέπει να αντιμετωπίζουν τα ζητήματα οικονομίας, χρηματοδότησης, ανάπτυξης, άμυνας και ασφάλειας με ολοκληρωμένο τρόπο παρά με ξεχωριστές γραμμές. Οι αξιωματούχοι σε υπουργικό επίπεδο αναφέρουν τώρα την Κίνα πιο άμεσα και συχνά κατά την διάρκεια συναντήσεων με Ευρωπαίους ομολόγους τους, συμπεριλαμβανομένων χωρών όπου οι προηγούμενες συζητήσεις σχετικά με το θέμα ήταν ελάχιστες ή ανύπαρκτες. Τα διατλαντικά θεσμικά όργανα έχουν αρχίσει να βάζουν την Κίνα στην ατζέντα τους: Για παράδειγμα, το ΝΑΤΟ είναι έτοιμο να αξιολογήσει τις επιπτώσεις επί της ασφαλείας από τις κινεζικές επενδύσεις στην ψηφιακή και υλική υποδομή της Ευρώπης.

Ωστόσο, η πραγματική δοκιμασία θα είναι αν η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι σε θέση να επανεξετάσουν την ίδια την διατλαντική σχέση υπό το φως της ανόδου της Κίνας. Τα διμερή ζητήματα που κάποτε είχαν ελάχιστη σχέση με την Κίνα επηρεάζονται πλέον από αυτήν. Μια πιο φιλόδοξη ατζέντα που κινητοποιείται από την Κίνα θα περιλαμβάνει την αρχιτεκτονική του εμπορίου, τις ροές δεδομένων, την αμυντική βιομηχανική βάση, την διατήρηση της ηγετικής θέσης σε τεχνολογίες-κλειδιά, την κατανομή των βαρών ασφαλείας και τις συγκεκριμένες προκλήσεις που θέτει η κινεζική οικονομική και τεχνολογική ισχύς για την δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα παγκοσμίως. Εν ολίγοις, θα εξετάσει το πού πρέπει να εναρμονιστούν πιο στενά οι προηγμένες βιομηχανικές δημοκρατίες, πόσο ανοιχτά θα είναι τα συστήματά τους και πώς θα πρέπει να βελτιώσουν την προσφορά τους στον αναπτυσσόμενο κόσμο.

Δυστυχώς, οι συνθήκες απέχουν πολύ από το να είναι ώριμες για αυτή την ευρύτερη επανεκτίμηση. Η διατλαντική δυσπιστία είναι πολύ υψηλή. Αλλά η ανάγκη για έναν αποτελεσματικό συνασπισμό ώστε να αντιμετωπιστεί στο Πεκίνο δεν πρόκειται να φύγει. Κατά την τελευταία δεκαετία, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν απολαύσει μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες τους στην προσέλκυση νέων εταίρων -κυρίως την Ινδία- σε ένα κοινό πλαίσιο το οποίο εκλαμβάνει την Κίνα ως το βασικό σημείο αναφοράς της. Πολλά εξαρτώνται από το εάν η Ουάσιγκτον μπορεί να κάνει το ίδιο με την Ευρώπη.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2019-04-03/why-europe-gett...

Σύνδεσμοι:
[1] https://dod.defense.gov/Portals/1/Documents/pubs/2018-National-Defense-S...
[2] https://www.whitehouse.gov/wp-content/uploads/2017/12/NSS-Final-12-18-20...
[3] https://www.institutmontaigne.org/en/blog/europe-facing-china-copernican...
[4] https://www.washingtonpost.com/news/josh-rogin/wp/2018/11/13/pence-its-u...
[5] https://english.bdi.eu/media/publications/?publicationtype=Positions#/pu...
[6] https://www.reuters.com/article/us-china-britain/china-britain-to-benefi...
[7] https://www.reuters.com/article/us-china-italy-5g/italy-to-extend-golden...
[8] https://2009-2017.state.gov/r/pa/prs/ps/2012/07/194896.htm
[9] https://www.csis.org/analysis/issue-executive-order
[10] https://www.axios.com/donald-trump-emmanuel-macron-eu-worse-than-china-t...
[11] https://www.reuters.com/article/us-china-fiveeyes/exclusive-five-eyes-in...
[12] https://eeas.europa.eu/delegations/mongolia/50699/connecting-europe-asia...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition