Η στρατηγική επιλογή της αποτροπής έναντι της αναθεωρητικής Τουρκίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η στρατηγική επιλογή της αποτροπής έναντι της αναθεωρητικής Τουρκίας

Αδυναμίες, παραλείψεις και ανάγκη προσαρμογής στα δεδομένα του 21ου αιώνα*
Περίληψη: 

Στην πράξη, η αποτρεπτική στρατηγική της Ελλάδας στο αμυντικό πεδίο διεπόταν και εξακολουθεί να διέπεται από εγγενείς αδυναμίες τόσο στρατηγικού όσο και επιχειρησιακού ή και τακτικού χαρακτήρα, απόρροια διαχρονικών παθογενειών που ταλανίζουν το εθνικό σύστημα ασφάλειας.

Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Θ. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ είναι στρατηγικός αναλυτής στο Κέντρο Μελετών Ασφάλειας της Γενεύης (Geneva Centre for Security Policy).

Η διαρκής επιθετικότητα της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου, απότοκος του νέου δόγματος εθνικής ασφάλειας του Τούρκου προέδρου Ταγίπ Ερντογάν [1] μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα το 2016 και της αναιμικής ελληνικής αντίδρασης ακολούθως, ανέδειξε την έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού εκ μέρους του ελληνικού συστήματος εθνικής ασφάλειας (national security system) και κατ’ επέκταση αποκάλυψε την αδυναμία της ελληνικής πλευράς να κατανοήσει και να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τη νέα διάσταση της εξ Ανατολών απειλής.

Παράλληλα, πυροδότησε εκ νέου τον διάλογο σε διάφορα fora για το δέον γενέσθαι της ελληνικής πλευράς ως προς την ενδεδειγμένη στρατηγική προσέγγιση έναντι της γείτονος, υποδεικνύοντας την Αποτροπή ως ούτως η άλλως ευκταία προσέγγιση, καθώς η Ελλάδα επιθυμεί την διατήρηση του status quo και ο σχεδιασμός της είναι αμιγώς αμυντικός.

11042019-3.jpg

Ένας άνδρας μιλά στο τηλέφωνο στο γραφείο του στο Υπουργείο Εξωτερικών ενώ στο κτήριο αντανακλάται η Βουλή, στις 12 Μαρτίου 2015. REUTERS/Yannis Behrakis
-------------------------------------------------------------------------------------

Ο διάλογος διεξάγεται υπό καθεστώς σύγχυσης και διακρίνεται από αδυναμία σύγχρονων προτάσεων πολιτικής, ιδίως στο στρατηγικό επίπεδο που να απηχούν τα δεδομένα του 21ου αιώνα, απόρροια της διαχρονικής εσωστρέφειας, της ακινησίας, της ύπαρξης στεγανών (stovepipes) και της έλλειψης κουλτούρας συνεργασίας και συντονισμού μεταξύ των υπηρεσιών (που οδηγεί στο έλλειμμα κοινής αντίληψης περί των δεδομένων που αφορούν την ανάγνωση του διεθνούς και περιφερειακού περιβάλλοντος, των απειλών και των κινδύνων). Αυτές οι παθογένειες που εξακολουθούν να υφίστανται και δυσχεραίνουν το έργο των πυλώνων που συγκροτούν τον μηχανισμό εθνικής ασφάλειας, με αποτέλεσμα την έλλειψη ορθής εκτίμησης (Threat Assessment) της τουρκικής απειλής (ως προς τα ποιοτικά χαρακτηριστικά) και της διαμορφούμενης ή της δυνητικά διαμορφούμενης κατάστασης (Situational Awareness) στα πεδία του Αιγαίου της Θράκης και της Κύπρου.

Ως εκ τούτου, αναφορικά με το ζήτημα της εθνικής στρατηγικής προτίμησης που προκρίνει την επιλογή της Αποτροπής (Deterrence) έναντι του Κατευνασμού (Appeasement), δυστυχώς στον δημόσιο διάλογο παρατηρείται μια σύγχυση και υπεραπλούστευση των εννοιών, εντάσσοντας στο απλουστευτικό δίπολο Αποτροπή έναντι Κατευνασμού μια γκάμα στρατηγικών επιλογών, ή και συνδυασμού τους, όπως η Εξισορρόπηση (Balancing), η Αντιστάθμιση (Hedging), και η Σύμπλευση (Bandwagoning).

Επιπρόσθετα, η Αποτροπή υιοθετείται από πολλούς διαμορφωτές γνώμης, με γενικό τρόπο, ως η ενδεδειγμένη αμυντική στρατηγική προσέγγιση για την αντιμετώπιση του τουρκικού αναθεωρητισμού, χωρίς να διευκρινίζεται καταρχάς ποιο είναι το προτεινόμενο/αναγκαίο μοντέλο Αποτροπής επί τη βάσει του σκοπού, ήτοι η Αποτροπή μέσω απειλής τιμωρίας του αντιπάλου που αφορά δυνητική επιβολή αντιποίνων (Deterrence by Punishment) ή η Αποτροπή μέσω άρνησης των στόχων και δυνατοτήτων του αντιπάλου (Deterrence by denial).

Παράλληλα δεν επισημαίνεται το είδος της προτεινόμενης Αποτροπής, ήτοι Αποτροπή με την ευρεία έννοια (General) ή περιορισμένη (narrow), Πλήρους Φάσματος (full spectrum), Συμβατική (Conventional) -ισχύει στην περίπτωση της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας, καθώς οι δύο χώρες δεν διαθέτουν πυρηνικά όπλα-, Εκτεταμένη (Extended) -περιλαμβάνει και τρίτη χώρα, εν προκειμένω την Κύπρο, (όπως ίσχυε με το δόγμα Ενιαίου Αμυντικού Χώρου)- Άμεση (Direct), Διαδοχικών Σταδίων (Phase Deterrence), που δύναται να περιλαμβάνει και Έλεγχο Κλιμάκωσης (Escalation Control) φτάνοντας ως την Ενδοπολεμική Αποτροπή (Intra –War Deterrence), ενώ δεν εξετάζεται αν η όποια προτεινόμενη επιλογή ανταποκρίνεται στο πλαίσιο της υψηλής στρατηγικής που έχει τεθεί ή που πρόκειται να τεθεί για την χώρα, πως συμβαδίζει με τις επιχειρησιακές απαιτήσεις των θεάτρων επιχειρήσεων, σε τι χρονικό ορίζοντα αναφέρεται, με ποια μέσα και δυνατότητες επιτυγχάνεται και αν η χώρα δύναται να έχει στην διάθεσή της αυτές τις δυνατότητες (capabilities) και σε ορισμένο χρονικό πλαίσιο, ακολουθούσα ένα συγκεκριμένο ολοκληρωμένο στρατηγικό σχέδιο με έμφαση στην Αποτροπή.

Η ΚΥΡΙΑΡΧΟΥΣΑ ΨΥΧΡΟΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΠΕΡΙ ΑΠΟΤΡΟΠΗΣ

Από το 1974 και έως το τέλος της πρώτης μεταψυχροπολεμικής δεκαετίας, η Ελλάδα υιοθέτησε μια αμυντική στρατηγική προσέγγιση έναντι της Τουρκίας, επιθυμώντας την διατήρηση του status quo στην λογική των Αποτρεπτικών Ψυχροπολεμικών δογμάτων [2] βασιζόμενη αρχικά στον συνδυασμό εσωτερικής (internal) και εξωτερικής (external) εξισορρόπησης, ήτοι επενδύοντας σε ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις με παράλληλη σύναψη συμμαχιών και συμμετοχή στους διεθνείς οργανισμούς, δίνοντας έμφαση στους Ευρωατλαντικούς θεσμούς (ΝΑΤΟ-Ε.Ε) οι οποίοι θα λειτουργούσαν δυνητικά ως πάροχοι ασφάλειας [3] ενισχύοντας την εξισορρόπηση της τουρκικής απειλής.

Αξίζει να επισημανθεί πως στο πεδίο της εσωτερικής εξισορρόπησης, η ελληνική αποτρεπτική θεώρηση στο σύνολό της βασιζόταν στο μοντέλο της Αποτροπής μέσω απειλής τιμωρίας της Τουρκίας με την επιβολή αντιποίνων (deterrence by punishment) αντί της Αποτροπής δια της Άρνησης [4].