Θα επικρατήσει το κέντρο στις ισπανικές εκλογές; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Θα επικρατήσει το κέντρο στις ισπανικές εκλογές;

Ο συνασπισμός που θα μπορούσε να απομακρύνει τον ριζοσπαστισμό
Περίληψη: 

Με τις πρώτες γενικές εκλογές από τότε που ξέσπασε η καταλανική κρίση να λαμβάνουν χώρα στην Ισπανία αυτή την Κυριακή, θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι οι προοπτικές μιας κεντρώας νίκης θα ήταν θλιβερές. Ωστόσο, αυτό δεν συμβαίνει.

Ο OMAR G. ENCARNACIÓN είναι καθηγητής Πολιτικών Σπουδών στο Bard College. Είναι ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Democracy Without Justice in Spain: The Politics of Forgetting [1].

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αυξανόμενη πόλωση και η εκλογή του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ έχουν καταστήσει συνηθισμένους τους θρήνους περί εξαφάνισης [2] του πολιτικού κέντρου. Και στην Ισπανία, η πολιτική πόλωση έχει γίνει ένα σοβαρό πρόβλημα, ιδιαίτερα μετά την καταλανική κρίση του 2017. Αυτή ήταν η σοβαρότερη πολιτική κρίση της Ισπανίας μετά την κατάρρευση της δικτατορίας του Φράνκο στα μέσα της δεκαετίας του '70, η οποία βύθισε την χώρα σε μια αβέβαιη δημοκρατική μετάβαση. Ήταν επίσης το πιο πολωμένο γεγονός εδώ και δεκαετίες. Με τις πρώτες γενικές εκλογές από τότε που ξέσπασε η κρίση να λαμβάνουν χώρα αυτή την Κυριακή, λοιπόν, θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι οι προοπτικές μιας κεντρώας νίκης θα ήταν θλιβερές. Ωστόσο, αυτό δεν συμβαίνει.

27042019-1.jpg

Ο Ισπανός πρωθυπουργός Pédro Sánchez του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (PSOE) και ο Albert Rivera του Ciudadanos πριν από μια τηλεοπτική συζήτηση στο Sebastian de los Reyes έξω από την Μαδρίτη, τον Απρίλιο του 2019. JUAN MEDINA / REUTERS
------------------------------------------------------------------------

Παρόλο που η καταλανική κρίση τροφοδότησε τον εξτρεμισμό σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, ταυτόχρονα απελευθέρωσε μια χειροπιαστή επιθυμία για πολιτική μετριοπάθεια μέσα στο εκλογικό σώμα και [μια επιθυμία] να κρατηθούν σε απόσταση εκείνες οι δυνάμεις που εμπορεύονται τον ριζοσπαστισμό. Αυτό, σε συνδυασμό με ένα όλο και πιο κατακερματισμένο κομματικό σύστημα, δίνει στον κεντρισμό (centrism) μια πραγματική ευκαιρία να κυριαρχήσει μετά τις 28 Απριλίου.

Η ΚΕΝΤΡΩΑ ΕΛΠΙΔΑ

Κρίνοντας τουλάχιστον από τις σελίδες της κορυφαίας ισπανικής εφημερίδας El País, ο πιο πολυσυζητημένος πιθανός κεντρώος συνασπισμός είναι η συνένωση του Ισπανικού Εργατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος ή PSOE, του κόμματος που κατέχει σήμερα την εξουσία, και είναι μπροστά στις δημοσκοπήσεις με περίπου 30% των ψήφων, και του Ciudadanos [3], ή «Πολίτες», ενός σχετικά νέου κεντροδεξιού κόμματος που βρίσκεται στην τρίτη θέση στις δημοσκοπήσεις με ποσοστό 16%. Ιδρυμένο στην Βαρκελώνη το 2006 με μια πλατφόρμα κατά της διαφθοράς, το Ciudadanos είναι σήμερα πιο γνωστό για την αντίθεσή του στην καταλανική ανεξαρτησία. Προερχόμενη από ένα καταλανικό κόμμα, αυτή η αντιπολίτευση έκανε αγαπητό το Ciudadanos στους Ισπανούς που εκτιμούν την εθνική ενότητα πάνω από οποιοδήποτε άλλο πολιτικό ζήτημα. Πράγματι, το Ciudadanos προκαλεί επί του παρόντος το Λαϊκό Κόμμα ή PP, το οποίο έρχεται δεύτερο στις δημοσκοπήσεις με 20% των ψήφων, ως το κορυφαίο δεξιόστροφο κόμμα της Ισπανίας.

Σύμφωνα με την El País, η συλλογική ψήφος PSOE/Ciudadanos, σε συνδυασμό με την ψήφο της Compromís, μιας περιφερειακής συμμαχίας προοδευτικών κομμάτων που υποστηρίζει το PSOE, θα μπορούσε να καταλάβει τουλάχιστον 180 έδρες. Αυτό θα αρκούσε για να ικανοποιήσει το απαιτούμενο κατώτατο όριο των 176 εδρών στο Κογκρέσο των Βουλευτών για να σχηματιστεί μια κυβέρνηση χωρίς την στήριξη αυτονομιστικών κομμάτων είτε από την Καταλονία είτε από την Χώρα των Βάσκων.

Στην προσπάθεια προς τον κεντρισμό συμβάλλει και ο κατακερματισμός του συστήματος του ισπανικού πολιτικού κόμματος. Αυτό που κάποτε ήταν ένα σταθερό δικομματικό σύστημα έχει διασπαστεί σε όχι λιγότερα από πέντε κόμματα με εθνική εμβέλεια. Με κάθε διαδοχική εκλογή, γίνεται όλο και πιο δύσκολο για την Ισπανία να σχηματίσει κυβερνητικό συνασπισμό. Το 2015, κανένα κόμμα δεν κατάφερε να συγκροτήσει μια κυβέρνηση, αναγκάζοντας επαναληπτικές εκλογές το 2016. Αυτό άφησε την χώρα χωρίς κυβέρνηση για σχεδόν έναν χρόνο. Αν οι βασικές προβλέψεις [4] είναι σωστές, οι εκλογές αυτής της Κυριακής θα μπορούσαν να έχουν παρόμοιο αποτέλεσμα, καθώς κανένας συνασπισμός που αποτελείται από αποκλειστικά αριστερά ή δεξιά κόμματα δεν θα έχει αρκετές κοινοβουλευτικές έδρες για να σχηματίσει μια δική του κυβέρνηση.

ΜΙΑ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ

Αλλά τα εκλογικά μαθηματικά είναι μόνο η αρχή της ιστορίας. Αναμφίβολα, ο κυριότερος καταλύτης πίσω από την άνοδο του κεντρισμού στην Ισπανία είναι η καταλανική κρίση, η οποία κορυφώθηκε τον Οκτώβριο του 2017, όταν η κυβέρνηση της περιοχής διοργάνωσε δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία, για το οποίο το ισπανικό συνταγματικό δικαστήριο είχε ήδη αποφανθεί ότι είναι αντισυνταγματικό. Αφότου η περιοχή ανακήρυξε την ανεξαρτησία της μετά το δημοψήφισμα, η διοίκηση του συντηρητικού πρωθυπουργού Mariano Rajoy απάντησε αναστέλλοντας την χάρτα αυτονομίας της Καταλονίας και επιβάλλοντας άμεση διακυβέρνηση από τη Μαδρίτη. Η αυτονομία αποκαταστάθηκε τον Μάιο του 2018, μετά την διεξαγωγή νέων περιφερειακών εκλογών. Έκτοτε, οι Καταλανοί αυτονομιστές ήταν ένα αγκάθι στο πλευρό κάθε άλλης πολιτικής ομάδας στην Ισπανία, ειδικά της κυβέρνησης Sánchez, η οποία απέκτησε την εξουσία μόλις τον περασμένο Ιούνιο. Ο Pédro Sánchez αντικατέστησε τον Rajoy μετά την αναγκαστική έξοδο του τελευταίου από την θέση του με ψήφο μη εμπιστοσύνης που προήλθε από κατηγορίες διαφθοράς.

Τον περασμένο μήνα οι Καταλανοί βουλευτές στη Μαδρίτη έριξαν την κυβέρνηση του Sánchez, με το να συνταχθούν με την δεξιά αντιπολίτευση για καταψηφίσουν τον κρατικό προϋπολογισμό της κυβέρνησης. Οι Καταλανοί, που είχαν ήδη αναστατώσει τη Μαδρίτη για τις δίκες των αρχιτεκτόνων του παράνομου δημοψηφίσματος με την κατηγορία της απόσχισης, της προδοσίας και της κατάχρησης δημόσιων κονδυλίων, προέβησαν σε αντίποινα [5] ενάντια στην απροθυμία του Sánchez να υποστηρίξει ένα επίσημο δημοψήφισμα για ανεξαρτησία. Η κίνησή τους στο Κοινοβούλιο, η οποία έλαβε χώρα παρά την προθυμία του Sánchez να διαπραγματευτεί με τους Καταλανούς αυτονομιστές για την επέκταση της αυτονομίας τους από τη Μαδρίτη, σε αντίθεση με την διοίκηση του Rajoy, ανάγκασε τον Sánchez να ζητήσει πρόωρες εκλογές.