Η χαμένη υπόσχεση του Διαδικτύου | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η χαμένη υπόσχεση του Διαδικτύου

Και πώς η Αμερική μπορεί να την επαναφέρει
Περίληψη: 

Σήμερα, μεγάλες εταιρίες τεχνολογίας έχουν φτάσει να κυριαρχούν στην ηλεκτρονική εμπειρία, συλλέγοντας συνεχώς τα προσωπικά δεδομένα των χρηστών, και μέσω ιδιόκτητων αλγορίθμων οργανώνουν αποτελέσματα αναζήτησης, συστάσεις και ειδήσεις. Οι προπαγανδιστές και οι εξτρεμιστές χρηματοδοτούν στοχευμένες διαφημίσεις και δημιουργήσουν στρατούς bots στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να προωθήσουν παραπλανητικά ή καταφανώς ψευδή περιεχόμενα.

Η KAREN KORNBLUH είναι ανώτερη συνεργάτις Ψηφιακής Πολιτικής στο Council on Foreign Relations και μέλος του Broadcasting Board of Governors. Από το 2009 έως το 2012, υπηρέτησε ως πρέσβειρα των ΗΠΑ στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία προσπάθησε να βοηθήσει έναν υποψήφιο για την προεδρία έναντι ενός άλλου υποψηφίου στις εκλογές του 2016 -όχι μόνο μέσω της υποκλοπής και δημοσιοποίησης μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mails), αλλά και μέσω μιας εκτεταμένης ενημερωτικής επιχείρησης που περιελάμβανε πληρωμένες διαφημίσεις, ψεύτικους λογαριασμούς μέσων κοινωνικής δικτύωσης και διχαστικό περιεχόμενο. Στην Κίνα [1], οι Αρχές εκμεταλλεύονται την δύναμη της τεχνητής νοημοσύνης για να τελειοποιήσουν ένα Οργουελιανό σύστημα online και πραγματικής επιτήρησης για να παρακολουθούν κάθε κίνηση των πολιτών. Στη Μιανμάρ [2], ένας απεσταλμένος του ΟΗΕ διαπίστωσε ότι το Facebook είχε συμβάλει στην εξάπλωση ρητορικής του μίσους, συμβάλλοντας στην εθνοκάθαρση των Μουσουλμάνων Rohingya. Σε μια εποχή όπου το ήμισυ του παγκόσμιου πληθυσμού συνδέεται με το Διαδίκτυο, είναι δύσκολο να ξεφύγουμε από το συμπέρασμα ότι η τεχνολογία που υποσχέθηκε να δώσει ισχύ στους αδύναμους έχει καταλήξει επίσης να βλάπτει τους ίδιους τους ανθρώπους που έπρεπε να βοηθήσει.

Η ανοικτότητα επέτρεψε στο Διαδίκτυο να καταστεί ένα παγκόσμιο δίκτυο που ενθάρρυνε την εξαιρετική καινοτομία και ενίσχυσε επιχειρηματίες, καταναλωτές και πολιτικούς διοργανωτές. Αλλά στην πορεία, χάθηκε μέρος του ανοικτότητας και ρίζωσαν πιο σκοτεινές δυνάμεις.

15052019-1.jpg

Ο Αναπληρωτής Γενικός Εισαγγελέας των ΗΠΑ, Rod Rosenstein, ανακοινώνει το κατηγορητήριο εναντίον 12 Ρώσων αξιωματικών πληροφοριών στην Ουάσινγκτον, τον Ιούλιο του 2018. LEAH MILLIS/FILE PHOTO/REUTERS
-------------------------------------------------------------------------------------

Σήμερα, μεγάλες εταιρίες τεχνολογίας έχουν φτάσει να κυριαρχούν στην ηλεκτρονική εμπειρία, συλλέγοντας συνεχώς τα προσωπικά δεδομένα των χρηστών, συχνά χωρίς εκείνοι να το γνωρίζουν, και τα τροφοδοτούν μέσω ιδιόκτητων αλγορίθμων [3] για να οργανώνουν αποτελέσματα αναζήτησης, συστάσεις και ειδήσεις. Οι προπαγανδιστές και οι εξτρεμιστές που επιθυμούν να αποκρύψουν την ταυτότητά τους χρηματοδοτούν στοχευμένες διαφημίσεις και να δημιουργήσουν στρατούς [διαδικτυακών] ρομπότ (bots) στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να προωθήσουν παραπλανητικά ή καταφανώς ψευδή περιεχόμενα, αποστερώντας τους πολίτες από μια βασική κατανόηση της πραγματικότητας. Και οι αυταρχικοί εκμεταλλεύονται την τεχνολογία για να λογοκρίνουν τις πληροφορίες και να καταπνίγουν τις διαφωνίες.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες επινόησαν το Διαδίκτυο και, από την αρχή, προώθησαν το όραμά τους για ένα ανοιχτό και δωρεάν Διαδίκτυο στην παγκόσμια σκηνή. Αλλά σήμερα, η αμερικανική ηγεσία απουσιάζει σε μεγάλο βαθμό καθώς η πλατφόρμα όλο και περισσότερο οπλοποιείται (weaponized). Είναι η ώρα η Ουάσιγκτον να ξεπεράσει την τεχνο-ουτοπική πεποίθησή της ότι το Διαδίκτυο μπορεί να επιδιορθωθεί από μόνο του και, αντίθετα, να λάβει ενεργά μέτρα για να διασφαλίσει ότι το Διαδίκτυο είναι ένα εργαλείο για την ενίσχυση και όχι την υπονόμευση των δημοκρατικών αξιών.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ

Η πιο συνηθισμένη ιστορία της καταγωγής του Διαδικτύου ξεκινά με τους λαμπρούς νέους επιχειρηματίες οι οποίοι εφευρίσκουν τεχνολογίες που αλλάζουν την ζωή μέσα από τα γκαράζ τους. Στην πραγματικότητα, το πρώιμο Διαδίκτυο έλαβε σημαντική βοήθεια [4] από την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Ξεκίνησε από το ARPANET, το Advanced Research Projects Agency Network, ένα αποκεντρωμένο δίκτυο που δημιουργήθηκε από το Πεντάγωνο, το οποίο σχεδιάστηκε για να αντέχει σε μια πυρηνική επίθεση. Οι εφευρέτες του Internet Protocol και του World Wide Web έλαβαν κυβερνητικές επιχορηγήσεις και υποστήριξη από κυβερνητικά ερευνητικά εργαστήρια.

Επιπλέον, στα μέσα της δεκαετίας του '90, όταν το Διαδίκτυο άρχιζε να εισέρχεται στα σπίτια των ανθρώπων και στους χώρους εργασίας, η κυβέρνηση των ΗΠΑ προώθησε επιθετικά τον ανταγωνισμό με το υπάρχον τηλεπικοινωνιακό δίκτυο, μια επιλογή που επέτρεψε να ανθίσει το πρώιμο Διαδίκτυο. Η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών (Federal Communications Commission) απάλλαξε τους παρόχους υπηρεσιών Διαδικτύου, όπως η AOL, από το να πληρώνουν τις χρεώσεις που έπρεπε να πληρώνουν οι φορείς μεγάλων αποστάσεων και εφάρμοσε τον νόμο περί τηλεπικοινωνιών του 1996 με τέτοιο τρόπο ώστε -τουλάχιστον για μερικά χρόνια- να ανοίξουν οι περιφερειακές τηλεφωνικές εταιρείες στον ανταγωνισμό, προκαλώντας δαπάνες δισεκατομμυρίων δολαρίων για την ανάπτυξη ευρυζωνικών δικτύων. Όταν το Κογκρέσο ενέκρινε τον νόμο περί Ευπρέπειας των Επικοινωνιών του 1996 (Communications Decency Act), περιλάμβανε μια διάταξη -τμήμα 230- που απελευθέρωνε σε μεγάλο βαθμό ορισμένες εταιρείες του Διαδικτύου από την ευθύνη για περιεχόμενο τρίτων, το οποίο δημοσιευόταν ή διακινείτο στα δίκτυα ή τις πλατφόρμες τους. Σε συνδυασμό με τον αποκεντρωμένο σχεδιασμό του Διαδικτύου, οι πολιτικές αυτές προώθησαν ένα μέσο που επιτρέπει στους χρήστες να ανταλλάσσουν ελεύθερα πληροφορίες.