Οι εκλογές που θα αποφασίσουν το μέλλον της Ευρώπης | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οι εκλογές που θα αποφασίσουν το μέλλον της Ευρώπης

Γιατί οι ψηφοφόροι πρέπει να τις πάρουν στα σοβαρά

Επειδή λειτουργούν σε απόσταση από τα εκλογικά τους σώματα, οι ευρωβουλευτές συχνά έχουν μια ευρύτερη άποψη από αυτήν που διαθέτουν οι εθνικές κυβερνήσεις, οι οποίες υπερασπίζονται κυρίως στενότερα συμφέροντα. Για παράδειγμα, οι ευρωβουλευτές πολεμούν σήμερα με νύχια και με δόντια για να διαφυλάξουν τους μεγάλους προϋπολογισμούς της ΕΕ για την επιστημονική έρευνα, την εκπαίδευση και τις υποδομές, ακόμη και όταν οι εθνικές πρωτεύουσες διστάζουν να συνεισφέρουν περισσότερα χρήματα στις Βρυξέλλες.

ΤΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Αν και οι εκλογές έχουν σημασία, οι πολιτικοί της ΕΕ συχνά ενεργούν σαν να μην έχουν, γεγονός που δυσχεραίνει το να πεισθούν οι ψηφοφόροι ότι [πράγματι] έχουν. Ο Γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν, για παράδειγμα, ένας δεδηλωμένος φιλοευρωπαίος, παρουσίασε το εκλογικό του πρόγραμμα μόλις τρεις εβδομάδες πριν από τις εκλογές. (Συγκρίνετε αυτό με την αναταραχή των υποψηφίων των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ που ανακοίνωσαν τις υποψηφιότητές τους ενάμιση χρόνο πριν από τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές). Το κεντροδεξιό Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, πιθανότατα η μεγαλύτερη πολιτική ομάδα στο νέο Κοινοβούλιο, πρότεινε τον Manfred Weber, έναν Γερμανό πολιτικό χωρίς εκτελεστική εμπειρία, ως υποψήφιο για πρόεδρο της επιτροπής, την ισχυρή εκτελεστική Αρχή που μπορεί να προτείνει νομοθεσία σε επίπεδο ΕΕ και να εκπροσωπεί το μπλοκ στις διεθνείς συναντήσεις. Ακόμη και στην Γερμανία, μόνο το ένα τέταρτο [3] των ανθρώπων έχει ακούσει για τον Weber. Η έλλειψη ενδιαφέροντος και εποπτείας των εθνικών πολιτικών έχει οδηγήσει σε πολλαπλά σκάνδαλα δωροδοκιών: Οι ευρωβουλευτές έχουν εκχωρήσει θέσεις εργασίας ως χάρες [4] και χρησιμοποίησαν χρήματα της ΕΕ για να πληρώσουν για προσωπικές καμπάνιες [5]. Αρκετοί κάνουν ως δεύτερη δουλειά εκείνη του λομπίστα [6].

Οι ευρωβουλευτές έχουν επίσης την κακή συνήθεια να μην εμφανίζονται στην εργασία τους. Όταν μόνο μια χούφτα εκπρόσωποι -από τους 750 συνολικά- εμφανίστηκαν για να ακούσουν την ομιλία του πρωθυπουργού της Μάλτας, να αποκαλύπτει το νομοθετικό πρόγραμμα της Μάλτας κατά την ανάληψη της εκ περιτροπής προεδρίας της ΕΕ, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jean-Claude Juncker αποκάλεσε το κοινοβούλιο «γελοίο» [7]. Ο αρχι-Brexiteer, Nigel Farage, ίσως το πιο γνωστό μέλος του κοινοβουλίου, έχει επίσης ένα από τα φτωχότερα ποσοστά ψηφοφορίας, καθώς ήταν παρών μόνο στο 40% των ονομαστικών ψηφοφοριών [8]. Οι ευρωβουλευτές συχνά ταξιδεύουν στο Στρασβούργο για να δηλώσουν ότι έχουν εμφανιστεί, να συμμετάσχουν στην ονομαστική κλήση, και να πάρουν την επόμενη πτήση. (Το κοινοβούλιο μπορεί να μειώσει τον μισθό σε ευρωβουλευτή εάν η συμμετοχή του/της μειωθεί κάτω από το 50%).

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αγωνίζεται να προσελκύσει ψηφοφόρους, επειδή πολλοί δεν πιστεύουν ότι οι ψήφοι τους αλλάζουν τίποτα. Έχουν ένα δίκιο. Για παράδειγμα, ακόμη και αν το ΕΛΚ κερδίσει τις περισσότερες έδρες στις εκλογές, η εκστρατεία του Weber για την προεδρία της Επιτροπής μπορεί να πάει χαμένη, επειδή οι κανόνες της ΕΕ αναφέρουν ότι οι 28 αρχηγοί κυβερνήσεων μπορούν να επιλέξουν όποιον θέλουν για την θέση. Ορισμένες πολιτικές ομάδες, συμπεριλαμβανομένου του ΕΛΚ, προσπαθούν να κάνουν την ΕΕ πιο δημοκρατική. Επιθυμούν να υιοθετήσει έναν κανόνα -που είναι γνωστός ως το σύστημα Spitzenkandidaten- υπό τον οποίο ο επικεφαλής υποψήφιος του κόμματος που κέρδισε τις περισσότερες ψήφους θα γίνεται πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αλλά ο Macron υπήρξε ζωηρός αντίπαλος αυτής της ιδέας, όπως και μέλη του κεντρώου κόμματος, της Συμμαχίας Φιλελευθέρων και Δημοκρατών για την Ευρώπη (Alliance of Liberals and Democrats for Europe). Παραμένει να φανεί αν οι υποστηρικτές του Spitzenkandidaten θα βρουν τον δρόμο τους.

Οι εθνικοί πολιτικοί βλάπτουν και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με άλλους τρόπους, επίσης. Οι αξιωματούχοι της ΕΕ διαμαρτύρονται συχνά ότι οι εθνικές πρωτεύουσες πιστώνονται για τα καλά που κάνουν οι Βρυξέλλες [9], ενώ τις κατηγορούν για τις δικές τους αποτυχίες [10]. Οι εθνικές κυβερνήσεις της ΕΕ δεν κατάφεραν επίσης να αποφασίσουν πόση δύναμη θέλουν να έχει η ΕΕ. Δείτε την φορολογική πολιτική, όπου οι κανόνες της ΕΕ απαιτούν ομοφωνία μεταξύ των εθνικών κυβερνήσεων. (Άλλοι τομείς πολιτικής χρησιμοποιούν την αποκαλούμενη ειδική πλειοψηφία). Η Γαλλία και η Γερμανία υποστηρίζουν έναν πανευρωπαϊκού επιπέδου φόρο για τις εταιρείες τεχνολογίας, για τις οποίες πιστεύουν ότι ψάχνονται για τα καλύτερα ποσοστά, γενικώς μετακομίζοντας στην Ιρλανδία ή στο Λουξεμβούργο –αμφότερες μπλόκαραν την πρωτοβουλία ως ήταν αναμενόμενο. Σε ένα άλλο παράδειγμα αυτοκαταστροφικής προσέγγισης των κυβερνήσεων στην ΕΕ, η Ολλανδία πρότεινε έναν φόρο αεροπορικών μεταφορών για όλη την ΕΕ, αλλά όταν ρωτήθηκε αν τάσσεται υπέρ της αλλαγής του συστήματος σε μια ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία, δήλωσε «όχι», εξασφαλίζοντας ουσιαστικά ότι η δική της πρόταση δεν θα περάσει. Όσο ισχυρότερη είναι η ΕΕ, τόσο πιο αδύναμες γίνονται οι εθνικές πρωτεύουσες. Αλλά μια αδύναμη ΕΕ σημαίνει ότι τα μέλη της δεν μπορούν να πάρουν συλλογικές αποφάσεις. Η ήπειρος δεν θα μπορούσε να γίνει ο οικονομικός γίγαντας που είναι σήμερα, να εξαλείψει τα τέλη περιαγωγής δεδομένων, να επιβάλει πρόστιμα ύψους δισεκατομμυρίων ευρώ σε τεχνολογικούς γίγαντες ή να υπογράψει συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών με την Ιαπωνία, εάν οι χώρες δεν είχαν δώσει στις Βρυξέλλες την εξουσία να πράττει έτσι.

Ετούτες οι εκλογές στην ΕΕ, όπως και άλλες πριν από αυτές, έχουν πραγματικά διακυβεύματα, αλλά οι πολιτικοί σε όλη την Ευρώπη έχουν καταβάλει ελάχιστες προσπάθειες για να πείσουν τους ψηφοφόρους για την σημασία του ευρωκοινοβουλίου. Πολλοί υποψήφιοι είναι κακοί και η προσέλευση είναι πιθανό να είναι χαμηλή. Και έτσι η αντίληψη θα ενισχύσει την πραγματικότητα: Χωρίς περισσότερα για να τις τροφοδοτήσουν, οι εκλογές είναι απίθανο να οδηγήσουν σε ένα πιο ενισχυμένο ή πιο νομιμοποιημένο κοινοβούλιο. Αυτό είναι κρίμα, καθώς ένα αδύναμο κοινοβούλιο μόνο θα βλάψει τους πολίτες που το εξέλεξαν.