Αυτός δεν είναι ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Αυτός δεν είναι ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων

Γιατί ο όρος δεν αντανακλά την σημερινή πραγματικότητα
Περίληψη: 

Το να δούμε σήμερα την κατάσταση των διεθνών σχέσεων ως έναν νέο ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων δεν είναι μόνο ανακριβές αλλά και επικίνδυνο. Η αντίληψη της αναδυόμενης εποχής ως μιας εποχής κλασικού ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, όχι μόνο θα επισκιάσει σημαντικές διαφορές μεταξύ των ανταγωνιστών αλλά και θα οδηγήσει τους υπευθύνους χάραξης πολιτικής στο να δώσουν υπερβολική έμφαση στην στρατιωτική ισχύ.

Ο MICHAEL J. MAZARR είναι ανώτερος πολιτικός επιστήμων στην RAND Corporation.

Μια νέα εποχή ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων επέρχεται. Αυτό, τουλάχιστον, είναι η αναδυόμενη κοινή αντίληψη μεταξύ των αναλυτών της εξωτερικής πολιτικής στην Ουάσινγκτον. Τόσο η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας (National Security Strategy, NSS) του 2017 όσο και η Στρατηγική Εθνική Άμυνας (National Defense Strategy, NDS) του 2018 σηματοδότησαν μια μετατόπιση του σκεπτικού: Η μη διαβαθμισμένη περίληψή τους δηλώνει ότι «ο διακρατικός στρατηγικός ανταγωνισμός, όχι η τρομοκρατία, αποτελεί σήμερα το κύριο μέλημα της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ» και πολλοί έχουν στραφεί στην κλασική έννοια των αντιπάλων μεγάλων δυνάμεων για να περιγράψουν τη νέα πραγματικότητα. «Αφότου απορρίφθηκε ως φαινόμενο ενός προηγούμενου αιώνα», κατέληξε η NSS [1], «ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων επέστρεψε». Ο πρώην υπουργός Άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών, James Mattis, χρησιμοποίησε τον όρο [2] σε μια ομιλία που περιγράφει την NDS. Έξω από την κυβέρνηση, οι αναφορές [3] στον ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων έχουν πολλαπλασιαστεί [4] τους τελευταίους αρκετούς μήνες, με τον όρο να έχει γίνει ένα είδος συντόμευσης [5] για την κατάσταση που αντιμετωπίζουν σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες. Αλλά όντως η φράση καταγράφει την σημερινή πραγματικότητα;

30052019-1.jpg

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, και ο πρόεδρος της Κίνας, Xi Jinping, συναντήθηκαν με επιχειρηματικούς ηγέτες στη Μεγάλη Αίθουσα του Λαού στο Πεκίνο, τον Νοέμβριο του 2017. THOMAS PETER / REUTERS
-----------------------------------------------------------------------

Ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων περιγράφει ένα συγκεκριμένο μοτίβο των σχέσεων μεταξύ των κρατών -το είδος των σχέσεων που ασκούσαν οι μεγάλες αυτοκρατορίες και τα έθνη-κράτη από τον 17ο έως τις αρχές του 20ου αιώνα. Η άνοδος της Κίνας ως οικονομικής και πολιτικής δύναμης και η αυξανόμενη θεληματικότητα της Ρωσίας στην παγκόσμια σκηνή έχουν εύλογα τροφοδοτήσει τις αναλογίες εκείνης της εποχής. Αλλά η εποχή που αναδύεται τώρα δεν ταιριάζει με τα πρότυπα του παρελθόντος. Με το να αντιμετωπίζεται έτσι, δημιουργείται ο κίνδυνος τόσο να παρανοηθεί ο χαρακτήρας των σημερινών απειλών όσο και η πηγή των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων των Ηνωμένων Πολιτειών.

ΕΝΑ ΚΛΑΣΙΚΟ ΜΟΤΙΒΟ

Ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων αντανακλούσε μια πραγματικότητα που πολλοί θεωρούσαν ως αέναη στην παγκόσμια πολιτική: Οι ηγετικές δυνάμεις οποιασδήποτε εποχής τείνουν να βλέπουν η μια την άλλη με ύποπτους, εχθρικούς, και μερικές φορές όρους «αποκάλυψης», και να ανταγωνίζονται πικρά για ισχύ, επιρροή και κύρος. Η τυπική εκδοχή της ιδέας περιγράφει αρκετούς συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους αλληλεπιδρούν διάφορες ομάδες μεγάλων δυνάμεων.

Κατ’ αρχήν, οι ανταγωνισμοί μεγάλων δυνάμεων δημιουργούν μια ταραχώδη πολυπολική δομή παγκόσμιας πολιτικής, στην οποία οι μεγάλες δυνάμεις αντιμετωπίζουν ένα ισχυρό σύνολο δυνητικών εχθρών και μεταλλάσσουν συνεχώς τις συμμαχίες τους. Η κλασική περίπτωση είναι η Ευρώπη σε διάφορες χρονικές περιόδους από τον 17ο αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ου: Η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία, οι αυτοκρατορίες των Αψβούργων και της Αυστρο-ουγγαρίας, η Πρωσία (στην συνέχεια η Γερμανία), η Ισπανία, η Ρωσία και άλλοι ανησυχούσαν, εξοπλίζονταν, και ευθυγραμμίζονταν ο ένας μαζί ή εναντίον του άλλου, σε έναν κυκλικό γεωπολιτικό διαγωνισμό.

Κατά την διάρκεια περιόδων ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, τα κράτη περιστασιακά κατασταλάζουν σε προσωρινές συμφωνίες σχετικά με τους κανόνες που ρυθμίζουν την συμπεριφορά τους -όπως κατά την περίοδο της ακμής του Συστήματος της Βιέννης τον 19ο αιώνα- αλλά ως επί το πλείστον, οι μηχανισμοί της τάξης παραμένουν αδύναμοι. Οι παίκτες αναζητούν ισχύ, επιρροή, πλούτο και κύρος που να μην επιβαρύνονται από κοινά διεθνή θεσμικά όργανα, κανόνες ή πρότυπα. Οι καλειδοσκοπικές αντιπαραθέσεις του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων τροφοδοτούν έτσι την έντονη αβεβαιότητα στην παγκόσμια πολιτική, κάτι που αποτελεί ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο σε εκείνες τις εποχές.

Στον κλασικό ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων, οι αντιπαλότητες τυπικά εκδηλώνονται με στρατιωτικές μορφές ανταγωνισμού και συγκρούσεις. Οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές εντάσεις έχουν διαμορφώσει αυτούς τους ανταγωνισμούς επίσης, αλλά οι παραδοσιακές συγκρούσεις μεγάλων δυνάμεων καθορίστηκαν από την προοπτική εχθροπραξιών μεγάλης κλίμακας. Μεγάλες δυνάμεις από την Γαλλία του Ναπολέοντα μέχρι την Πρωσία του Βίσμαρκ, την Γουλιελμική Γερμανία και μέχρι τους ρεβιζιονιστές της δεκαετίας του 1930, απειλούσαν ο ένας τον άλλο με εισβολή και πόλεμο. Η στρατιωτική ισχύς ήταν ο τελικός διαιτητής τέτοιων ανταγωνισμών.

Κάθε ένα από αυτά τα τρία στοιχεία -ένα πολυπολικό σύστημα, μια γενική αδιαφορία για τους βασισμένους σε κανόνες περιορισμούς της συμπεριφοράς, και οι κυρίαρχες πολιτικο-στρατιωτικές μορφές αντιπαλότητας- είναι παρόντα κατά τις περιόδους ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Ωστόσο, κανένα από αυτά δεν περιγράφει με ακρίβεια την παγκόσμια πολιτική σήμερα. Η NSS και η NDS ορθώς επισημαίνουν τον αυξανόμενο ανταγωνισμό μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας και, σε λιγότερο κατανοητούς όρους, μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας. Αλλά αυτές οι αντιπαλότητες (και άλλες σχέσεις μεταξύ μεγάλων δυνάμεων σήμερα) εκτυλίσσονται με τρόπους, και μέσα σε ένα ευρύτερο διεθνές πλαίσιο, που έχουν μικρή ομοιότητα με τους ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων του παρελθόντος.

Η ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΑΝΑΔΥΕΤΑΙ