Αυτός δεν είναι ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Αυτός δεν είναι ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων

Γιατί ο όρος δεν αντανακλά την σημερινή πραγματικότητα

Μια νέα εποχή ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων επέρχεται. Αυτό, τουλάχιστον, είναι η αναδυόμενη κοινή αντίληψη μεταξύ των αναλυτών της εξωτερικής πολιτικής στην Ουάσινγκτον. Τόσο η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας (National Security Strategy, NSS) του 2017 όσο και η Στρατηγική Εθνική Άμυνας (National Defense Strategy, NDS) του 2018 σηματοδότησαν μια μετατόπιση του σκεπτικού: Η μη διαβαθμισμένη περίληψή τους δηλώνει ότι «ο διακρατικός στρατηγικός ανταγωνισμός, όχι η τρομοκρατία, αποτελεί σήμερα το κύριο μέλημα της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ» και πολλοί έχουν στραφεί στην κλασική έννοια των αντιπάλων μεγάλων δυνάμεων για να περιγράψουν τη νέα πραγματικότητα. «Αφότου απορρίφθηκε ως φαινόμενο ενός προηγούμενου αιώνα», κατέληξε η NSS [1], «ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων επέστρεψε». Ο πρώην υπουργός Άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών, James Mattis, χρησιμοποίησε τον όρο [2] σε μια ομιλία που περιγράφει την NDS. Έξω από την κυβέρνηση, οι αναφορές [3] στον ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων έχουν πολλαπλασιαστεί [4] τους τελευταίους αρκετούς μήνες, με τον όρο να έχει γίνει ένα είδος συντόμευσης [5] για την κατάσταση που αντιμετωπίζουν σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες. Αλλά όντως η φράση καταγράφει την σημερινή πραγματικότητα;

30052019-1.jpg

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, και ο πρόεδρος της Κίνας, Xi Jinping, συναντήθηκαν με επιχειρηματικούς ηγέτες στη Μεγάλη Αίθουσα του Λαού στο Πεκίνο, τον Νοέμβριο του 2017. THOMAS PETER / REUTERS
-----------------------------------------------------------------------

Ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων περιγράφει ένα συγκεκριμένο μοτίβο των σχέσεων μεταξύ των κρατών -το είδος των σχέσεων που ασκούσαν οι μεγάλες αυτοκρατορίες και τα έθνη-κράτη από τον 17ο έως τις αρχές του 20ου αιώνα. Η άνοδος της Κίνας ως οικονομικής και πολιτικής δύναμης και η αυξανόμενη θεληματικότητα της Ρωσίας στην παγκόσμια σκηνή έχουν εύλογα τροφοδοτήσει τις αναλογίες εκείνης της εποχής. Αλλά η εποχή που αναδύεται τώρα δεν ταιριάζει με τα πρότυπα του παρελθόντος. Με το να αντιμετωπίζεται έτσι, δημιουργείται ο κίνδυνος τόσο να παρανοηθεί ο χαρακτήρας των σημερινών απειλών όσο και η πηγή των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων των Ηνωμένων Πολιτειών.

ΕΝΑ ΚΛΑΣΙΚΟ ΜΟΤΙΒΟ

Ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων αντανακλούσε μια πραγματικότητα που πολλοί θεωρούσαν ως αέναη στην παγκόσμια πολιτική: Οι ηγετικές δυνάμεις οποιασδήποτε εποχής τείνουν να βλέπουν η μια την άλλη με ύποπτους, εχθρικούς, και μερικές φορές όρους «αποκάλυψης», και να ανταγωνίζονται πικρά για ισχύ, επιρροή και κύρος. Η τυπική εκδοχή της ιδέας περιγράφει αρκετούς συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους αλληλεπιδρούν διάφορες ομάδες μεγάλων δυνάμεων.

Κατ’ αρχήν, οι ανταγωνισμοί μεγάλων δυνάμεων δημιουργούν μια ταραχώδη πολυπολική δομή παγκόσμιας πολιτικής, στην οποία οι μεγάλες δυνάμεις αντιμετωπίζουν ένα ισχυρό σύνολο δυνητικών εχθρών και μεταλλάσσουν συνεχώς τις συμμαχίες τους. Η κλασική περίπτωση είναι η Ευρώπη σε διάφορες χρονικές περιόδους από τον 17ο αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ου: Η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία, οι αυτοκρατορίες των Αψβούργων και της Αυστρο-ουγγαρίας, η Πρωσία (στην συνέχεια η Γερμανία), η Ισπανία, η Ρωσία και άλλοι ανησυχούσαν, εξοπλίζονταν, και ευθυγραμμίζονταν ο ένας μαζί ή εναντίον του άλλου, σε έναν κυκλικό γεωπολιτικό διαγωνισμό.

Κατά την διάρκεια περιόδων ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, τα κράτη περιστασιακά κατασταλάζουν σε προσωρινές συμφωνίες σχετικά με τους κανόνες που ρυθμίζουν την συμπεριφορά τους -όπως κατά την περίοδο της ακμής του Συστήματος της Βιέννης τον 19ο αιώνα- αλλά ως επί το πλείστον, οι μηχανισμοί της τάξης παραμένουν αδύναμοι. Οι παίκτες αναζητούν ισχύ, επιρροή, πλούτο και κύρος που να μην επιβαρύνονται από κοινά διεθνή θεσμικά όργανα, κανόνες ή πρότυπα. Οι καλειδοσκοπικές αντιπαραθέσεις του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων τροφοδοτούν έτσι την έντονη αβεβαιότητα στην παγκόσμια πολιτική, κάτι που αποτελεί ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο σε εκείνες τις εποχές.

Στον κλασικό ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων, οι αντιπαλότητες τυπικά εκδηλώνονται με στρατιωτικές μορφές ανταγωνισμού και συγκρούσεις. Οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές εντάσεις έχουν διαμορφώσει αυτούς τους ανταγωνισμούς επίσης, αλλά οι παραδοσιακές συγκρούσεις μεγάλων δυνάμεων καθορίστηκαν από την προοπτική εχθροπραξιών μεγάλης κλίμακας. Μεγάλες δυνάμεις από την Γαλλία του Ναπολέοντα μέχρι την Πρωσία του Βίσμαρκ, την Γουλιελμική Γερμανία και μέχρι τους ρεβιζιονιστές της δεκαετίας του 1930, απειλούσαν ο ένας τον άλλο με εισβολή και πόλεμο. Η στρατιωτική ισχύς ήταν ο τελικός διαιτητής τέτοιων ανταγωνισμών.

Κάθε ένα από αυτά τα τρία στοιχεία -ένα πολυπολικό σύστημα, μια γενική αδιαφορία για τους βασισμένους σε κανόνες περιορισμούς της συμπεριφοράς, και οι κυρίαρχες πολιτικο-στρατιωτικές μορφές αντιπαλότητας- είναι παρόντα κατά τις περιόδους ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Ωστόσο, κανένα από αυτά δεν περιγράφει με ακρίβεια την παγκόσμια πολιτική σήμερα. Η NSS και η NDS ορθώς επισημαίνουν τον αυξανόμενο ανταγωνισμό μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας και, σε λιγότερο κατανοητούς όρους, μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας. Αλλά αυτές οι αντιπαλότητες (και άλλες σχέσεις μεταξύ μεγάλων δυνάμεων σήμερα) εκτυλίσσονται με τρόπους, και μέσα σε ένα ευρύτερο διεθνές πλαίσιο, που έχουν μικρή ομοιότητα με τους ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων του παρελθόντος.

Η ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΑΝΑΔΥΕΤΑΙ

Η σημερινή δομή του διεθνούς συστήματος δεν είναι θεμελιωδώς πολυπολική. Εμφανίζει όντως αυξανόμενα σημάδια πολυπολισμού, στους μειωμένους βαθμούς της αμερικανικής υπεροχής και δεδομένου ότι αρκετές περιφερειακές δυνάμεις έχουν γίνει πιο θεληματικές. Ωστόσο, διατηρεί επίσης πολλά στοιχεία της μετα-ψυχροπολεμικής περιόδου της μονοπολικότητας. Η Ουάσινγκτον παραμένει η κυρίαρχη δύναμη για πολλούς λόγους: Η γενική στρατιωτική της υπεροχή, ο ηγετικός της ρόλος σε τόσο πολλούς διεθνείς οργανισμούς, η τρομερή συνάθροιση των συμμάχων της, και το ότι διαθέτει το κυρίαρχο αποθεματικό νόμισμα του κόσμου, είναι οι κυριότεροι λόγοι μεταξύ τους. Ταυτόχρονα, το αναδυόμενο σύστημα έχει σημαντικά στοιχεία διπολικότητας: Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα είναι σαφώς πρώτοι μεταξύ ίσων, και η αντιπαλότητά τους είναι πιθανό να διαδραματίσει δυσανάλογα [μεγάλο] ρόλο στην διαμόρφωση της πορείας της παγκόσμιας πολιτικής. Ο σημερινός κόσμος αντανακλά έτσι ένα σύνθετο μείγμα μονοπολικών, διπολικών και πολυπολικών στοιχείων που δεν ταιριάζουν με την κλασική εικόνα μιας συγκρουόμενης ομάδας γενικώς ισοδύναμων μεγάλων δυνάμεων.

Επιπλέον, όταν τα κράτη ανταγωνίζονται σήμερα, το κάνουν μέσα από την μεσολάβηση θεσμών, κανόνων και προτύπων που διαφέρουν έντονα από τις συνθήκες κατά τις περισσότερες περιόδους πραγματικού ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Οι περισσότερες μεγάλες δυνάμεις σήμερα [6] είναι γερά εδραιωμένες βιομηχανικές δημοκρατίες που θέλουν σταθερότητα και ευημερία και δεν υποκρύπτουν ουσιαστικές εδαφικές φιλοδοξίες. Ένα πυκνό δίκτυο οργανώσεων, συμφωνιών, άτυπων διαδικασιών, και πολλοί άλλοι περιορισμοί ρυθμίζουν τις σχέσεις τους. Η μεταπολεμική τάξη [7], αν και δεν είναι τέλεια, έχει δημιουργήσει το πιο υψηλά θεσμοθετημένο και προσδεμένο σε κανόνες διεθνές σύστημα στην ιστορία. Κρισίμως, αυτή η τάξη δεν επιβάλλεται σε ένα απείθαρχο σύνολο ταραχοποιών -αντικατοπτρίζει βαθιά ενσωματωμένες οικονομικές προτιμήσεις για ειρήνη, σταθερότητα και ευημερία.

Οι προκύπτουσες σχέσεις μεταξύ των περισσότερων ηγετικών δυνάμεων φαίνονται ελάχιστα σαν το τυπικό μοτίβο κατά την διάρκεια των κλασικών εποχών του ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Η Ιαπωνία, για παράδειγμα, δεν φοβάται την Ινδία. (Πράγματι, συνεργάζονται για την αντιστάθμιση της κινεζικής ισχύος). Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν φοβάται την Βραζιλία, η οποία δεν φοβάται το Μεξικό. Πολλά από τα ισχυρότερα κράτη του κόσμου ανήκουν σε στρατιωτικές συμμαχίες και πολιτικές ενώσεις μεταξύ τους˙ ακόμη και εκείνα που δεν ανήκουν [στις συμμαχίες], συνεργάζονται εκτενώς σε τομείς όπως το εμπόριο, τις πληροφορίες περί την ασφάλεια, το κλίμα, και την παγκόσμια ανάπτυξη. Τα προβλήματα ασφάλειας της αναδυόμενης εποχής δεν προέρχονται από ένα σύνολο αμοιβαία ύποπτων μεγάλων δυνάμεων αλλά από μια χούφτα μερικώς ρεβιζιονιστικών κρατών, υπό την ηγεσία της Ρωσίας και της Κίνας, που δεν είναι ικανοποιημένα με την θέση τους [8] στο διεθνές σύστημα.

Επιπροσθέτως, ο τρόπος με τον οποίο αυτά τα κράτη εκφράζουν αυτή την δυσαρέσκεια διαφέρει σημαντικά από την κλασική υπεροχή των πολιτικο-στρατιωτικών μορφών ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Λόγω της πυρηνικής επανάστασης, οι νικηφόροι κατακτητικοί πόλεμοι απλά δεν είναι μια ρεαλιστική επιλογή. Κανένας σύγχρονος Ρώσος Ναπολέων δεν θα μπορούσε να φανταστεί την κατάληψη ολόκληρης της Ευρώπης, διότι αν το έκανε αυτό θα φλερτάριζε με τον πυρηνικό αφανισμό. Πέραν της επίδρασης των πυρηνικών όπλων, αρκετοί παράγοντες -συμπεριλαμβανομένου του ρόλου της δημοκρατίας, της ευημερίας, και της οικονομικής αλληλεξάρτησης- έχουν εισαχθεί σε μια εποχή που ο στρατιωτικός τυχοδιωκτισμός είναι εντυπωσιακά σπάνιος. Οι σημερινές εκδοχές της αντιπαλότητας και του ανταγωνισμού παίζουν σχεδόν πάντα στον οικονομικό, πολιτικό, πολιτιστικό και πληροφοριακό τομέα -όχι στο πεδίο της μάχης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η στρατιωτική ισχύς δεν παίζει ρόλο στους τρέχοντες ανταγωνισμούς. Ασφαλώς παίζει, ως μέσο καταναγκασμού και ένα υπόβαθρο σε άλλες προσπάθειες. Αλλά αυτός είναι ένας πολύ διαφορετικός ρόλος από εκείνον που έπαιξε η στρατιωτική ισχύς, για παράδειγμα, για την Γαλλία, την δυναστεία των Αψβούργων, την Ιαπωνία ή την Πρωσία κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα. Όποιος αναζητά αποδεικτικά στοιχεία δεν πρέπει να κοιτάξει πέρα από τα επίπεδα αμυντικών δαπανών των περισσότερων μεγάλων δυνάμεων σήμερα, τα οποία έχουν παραμείνει πεισματικά χαμηλά.

Η στρατηγική του ηγετικού αντιπάλου των Ηνωμένων Πολιτειών -της Κίνας- είναι λοιπόν να προωθήσει τα συμφέροντά της κυρίως μέσω οικονομικών, γεωπολιτικών και πληροφοριακών μέσων. Η στρατιωτική ισχύς σίγουρα υποστηρίζει κάποιες από τις φιλοδοξίες της Κίνας, όπως στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας και στην φιλοπόλεμη στάση της προς την Ταϊβάν. Ωστόσο, οι δραστηριότητες της Κίνας σήμερα ωχριούν σε σύγκριση με προηγούμενες μορφές στρατιωτικής επιθετικότητας μεγάλων δυνάμεων, κάτι που συχνά συνεπαγόταν υπαρξιακές απειλές για τις πατρίδες -ο στόλος της Γερμανίας απειλούσε την επιβίωση του Ηνωμένου Βασιλείου πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ναπολεοντική Γαλλία εισέβαλε τους γείτονές της, και τα παρόμοια. Όποιοι και αν είναι οι στόχοι της Κίνας σήμερα, δεν θα εξυπηρετηθούν από μια άμεση επίθεση σε άλλες μεγάλες δυνάμεις.

ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΠΛΑΙΣΙΟ

Το να δούμε σήμερα την κατάσταση των διεθνών σχέσεων ως έναν νέο ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων δεν είναι μόνο ανακριβές αλλά και επικίνδυνο. Το να θεωρούνται οι ανταγωνιστές ως αντικαθρέφτισμα της εικόνας του ενός έναντι του άλλου -ως ομότιμες μεγάλες δυνάμεις, που κινητροδοτούνται με παρόμοιο τρόπο και ως υποκείμενες από του ίδιου τύπου επιρροές- εμποδίζει τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ να κάνουν κρίσιμες διακρίσεις. Η Ρωσία και η Κίνα, για παράδειγμα, θέτουν πολύ διαφορετικές προκλήσεις για την Ουάσινγκτον. Αμφότερες επιδιώκουν την ασφάλεια του καθεστώτος τους και την αναγνώρισή τους ως ισότιμες δυνάμεις, αλλά η Ρωσία σκοπεύει να διαταράξει την τρέχουσα υπό την ηγεσία των ΗΠΑ τάξη, ενώ η Κίνα επιδιώκει να αντικαταστήσει τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στο κέντρο της παγκόσμιας πολιτικής.

Η αντίληψη της αναδυόμενης εποχής ως μιας εποχής κλασικού ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων όχι μόνο θα επισκιάσει σημαντικές διαφορές μεταξύ των ανταγωνιστών αλλά και θα οδηγήσει τους υπευθύνους χάραξης πολιτικής στο να δώσουν υπερβολική έμφαση στην στρατιωτική ισχύ ως ένα μέσο προώθησης των συμφερόντων των ΗΠΑ. Σε μια εποχή κατά την οποία τα κράτη είναι πιθανό να επιδιώξουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα πρωτίστως μέσω μη στρατιωτικών μέσων, η θεώρηση αυτή θα ενίσχυε την ανισορροπία στην στρατηγική των ΗΠΑ μεταξύ στρατιωτικών και μη στρατιωτικών εργαλείων ισχύος.

Τελικά και πιο επικίνδυνα, ένα πλαίσιο ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων κινδυνεύει να αποστερήσει την τεράστια ισχύ που προέρχεται από την ηγεσία μιας ευρέως ευθυγραμμισμένης ομάδας κρατών που ακολουθούν τους κανόνες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δείχνουν ήδη σημεία ότι δεν εκτιμούν πλέον τον ρόλο τους [9] ως ηγέτη της διεθνούς τάξης [10] που έχουν διαμορφώσει από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αν η Ουάσιγκτον σκέφτεται τον εαυτό της ως έναν απελπισμένο γεωπολιτικό σκακιστή εν μέσω πολλών, παλεύοντας για προσωρινά και συναλλακτικά πλεονεκτήματα, ο ρόλος αυτός πιθανότατα θα μειωθεί περαιτέρω. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα κάνουν πολύ καλύτερα να συνεχίσουν να ηγούνται της ομάδας των εθνών που κατέχουν το κυρίαρχο μερίδιο της παγκόσμιας οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος, συνδέονται από ένα πυκνό δίκτυο θεσμών και παραμένουν αφοσιωμένα σε ορισμένους κανόνες, όπως εκείνοι εναντίον της στρατιωτικής επιθετικότητας και οικονομικής αρπακτικότητας. Η εγκατάλειψη αυτού του ρόλου θα ήταν σαν να απομακρύνονταν από το μεγαλύτερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που έχει γνωρίσει ποτέ μια μεγάλη δύναμη.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/2019-05-29/not-great-power-compe...

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.whitehouse.gov/wp-content/uploads/2017/12/NSS-Final-12-18-20...
[2] https://www.reuters.com/article/us-usa-military-china-russia/u-s-militar...
[3] https://carnegieendowment.org/2019/02/25/eu-strategy-in-age-of-great-pow...
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2018-07-17/europe-new-era...
[5] https://www.brookings.edu/opinions/the-return-to-great-power-rivalry-was...
[6] https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/0163660X.2017.1328917?scrol...
[7] https://www.rand.org/pubs/research_reports/RR2397.html
[8] https://cpb-us-e1.wpmucdn.com/sites.dartmouth.edu/dist/b/174/files/2013/...
[9] https://www.rand.org/pubs/research_reports/RR2226.html
[10] https://www.foreignaffairs.com/articles/2018-02-09/how-win-great-power-c...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition