Ακυβέρνητη αμερικανική εξωτερική πολιτική | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ακυβέρνητη αμερικανική εξωτερική πολιτική

Ο Πομπέο καλεί για ρεαλισμό –ο Τραμπ δεν τα καταφέρνει

Ωστόσο, αυτή η έμφαση στον ρεαλισμό και την συγκράτηση δεν αντικατοπτρίζει την εξωτερική πολιτική του Trump. Ο Trump ίσως να μην το έχει καν συνειδητοποιήσει, αλλά ειδικά από την άφιξη του John Bolton ως συμβούλου εθνικής ασφάλειας πέρσι, η κυβέρνησή του έχει επιδιώξει αυτά που είναι ουσιαστικά πολιτικές αλλαγής καθεστώτος όχι σε μια αλλά σε τρεις χώρες: Την Βενεζουέλα, την Συρία και το Ιράν.

Στην Βενεζουέλα, η κυβέρνηση έθεσε έναν στόχο μηδενικού αθροίσματος –«ο Maduro πρέπει να φύγει»- χωρίς αξιόπιστο σχέδιο εκτός από κυρώσεις και αναρτήσεις στο Twitter για να το φέρει σε πέρας. Οι κυρώσεις είναι ένα αποτελεσματικό εργαλείο όταν συνδέονται με περιορισμένους πολιτικούς στόχους, αλλά ποτέ δεν κατάφεραν να αλλάξουν ένα καθεστώς. Εξάλλου, δεδομένου του επιδιωκόμενου στόχου, για κάθε μέρα που ο Maduro παραμένει στην εξουσία, οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνονται αδύναμες και μη θεληματικές, ιδιαίτερα σε σύγκριση με την Ρωσία και την Κίνα, αμφότερες οι οποίες υποστηρίζουν το καθεστώς Maduro. Αυτό που ο Λευκός Οίκος είχε αρχικά διαλαλήσει ως μια πιθανή βραχυπρόθεσμη νίκη στην Βενεζουέλα τώρα μοιάζει σαν ότι θα μετατραπεί σε παρατεταμένο αγώνα, με ελάχιστες πιθανότητες να πετύχει η Ουάσινγκτον τον δεδηλωμένο στόχο της, εκτός από μια στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ που λίγοι φαίνεται να θέλουν. Τον περασμένο μήνα, ο Pompeo απείλησε [1] με στρατιωτική δράση των ΗΠΑ εάν ο Maduro αρνηθεί να φύγει από τη μέση˙ στο Μπέβερλι Χιλς, δεν ανέφερε καθόλου την Βενεζουέλα, και ο Trump φέρεται να ξινίζει με την όλη επιχείρηση.

Παρόλο που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ζητούν ρητά την αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν και την Συρία, επιδιώκουν πολιτικές και στις δύο χώρες που, όταν καταλήγουν στο λογικό τους συμπέρασμα, απαιτούν μια αλλαγή κυβέρνησης. Στην Συρία, οι στόχοι πολιτικής των ΗΠΑ έχουν γίνει τόσο ευρείς ώστε να είναι ανόητοι, δεδομένου του χαμηλού επιπέδου επενδύσεων της Ουάσινγκτον στην χώρα και της επανειλημμένως δηλωμένης επιθυμίας του Trump να αποσυρθεί συνολικά. Αμερικανοί αξιωματούχοι επιβεβαίωσαν πρόσφατα ότι οι στόχοι των Ηνωμένων Πολιτειών στην Συρία περιλαμβάνουν την εκτόπιση «όλων των δυνάμεων υπό την ηγεσία του Ιράν» και την ολοκλήρωση μιας υπνώτουσας πολιτικής διαδικασίας μέσω της οποίας ο Assad θα θεωρηθεί υπεύθυνος για εγκλήματα πολέμου. Κανείς από αυτούς τους στόχους δεν έχει ρεαλιστικές πιθανότητες να επιτευχθεί, έστω και αν οι Ηνωμένες Πολιτείες αυξήσουν μαζικά την δέσμευση στρατευμάτων και πόρων στην Συρία, κάτι που δεν θα κάνουν. Έτσι, ο Trump ακολουθεί μια αδιέξοδη πολιτική –μια πολιτική που ωφελεί την Κίνα και την Ρωσία, οι οποίες φαίνεται να έχουν πολύ μεγαλύτερη πειθαρχία στο να δηλώνουν ρεαλιστικούς βραχυπρόθεσμους στόχους και είναι πολύ λιγότερο επιφυλακτικές στο να εξασφαλίσουν ότι θα επιτευχθούν. (Περιέγραψα μια πιο ρεαλιστική στρατηγική της Συρίας [2] στο τεύχος Μαΐου /Ιουνίου του Foreign Affairs).

Στο Ιράν, η διοίκηση δεν φαίνεται να συμφωνεί σε έναν στόχο, ακόμη και ενώ επιδιώκει να καταστρέψει την χώρα μέσω «μέγιστης πίεσης» και κυρώσεων. Ο Πομπέο λέει ότι θέλει το Ιράν να είναι «μια κανονική χώρα» και έχει εκδώσει μια λίστα με 12 μαξιμαλιστικά αιτήματα (προσθέτοντας ένα 13ο αργότερα) που κανένας ειδικός δεν λέει ότι το Ιράν μπορεί ποτέ να ελπίζεται ότι θα τηρήσει. Ο Μπόλτον τον προηγούμενο μήνα προειδοποίησε τον ηγέτη του Ιράν, Αγιατολάχ Χαμενεΐ, μετά την 40ή επέτειο της επανάστασης του Ιράν το 1979, ότι δεν πρέπει να περιμένει «πολλά περισσότερα να απολαύσει» (υπονοώντας ότι ο Χαμενεΐ ίσως να έχει φύγει μέσα σε ένα χρόνο). Ο Trump, από την άλλη πλευρά, έχει επανειλημμένα ζητήσει από το Ιράν να τον καλέσει [τηλεφωνικά] απευθείας και σύμφωνα με πληροφορίες πέρασε μέσω των Ελβετών έναν ιδιωτικό τηλεφωνικό αριθμό του Λευκού Οίκου [3]. Με φαινομενικά κανέναν υπεύθυνο για την πολιτική των ΗΠΑ στο Ιράν, το καθαρό αποτέλεσμα είναι μια πολιτική συνεχώς αυξανόμενων κυρώσεων, που επιβάλλονται χωρίς την υποστήριξη συμμάχων και χωρίς εύλογη διέξοδο για το Ιράν ώστε να αρχίσει διαπραγματεύσεις, αφού κανείς, συμπεριλαμβανομένων των Ιρανών, δεν γνωρίζει τι πρέπει να διαπραγματευτεί το Ιράν. Χωρίς προοπτική για συνομιλίες, η πίεση γίνεται αυτοσκοπός, γεγονός που δημιουργεί αντίρροπη πίεση -και αυξανόμενο κίνδυνο σύγκρουσης.

10062019-2.jpg

Ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, John Bolton, δίνει μια συνέντευξη στον Λευκό Οίκο, τον Μάρτιο του 2019. LEAH MILLIS/REUTERS
----------------------------------------------------------

ΜΙΑ ΝΕΑ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ;

Ο Τραμπ απεχθάνεται το να φαίνεται αδύναμος, αλλά αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο τον κάνει να φαίνεται η εξωτερική πολιτική του. Το γραφείο μου στην πανεπιστημιούπολη του Πανεπιστημίου Στάνφορντ είναι απέναντι από εκείνο του George Shultz, του 98χρονου παλαίμαχου των κυβερνήσεων Eisenhower, Nixon και Reagan. Σε μια πρόσφατη συζήτηση, ένας δραστήριος και πλήρως ενημερωμένος Shultz θυμήθηκε ένα ανέκδοτο από την πρώτη του ημέρα στο αμερικανικό σώμα πεζοναυτών το 1942. «Όταν μου δόθηκε το τουφέκι μου», είπε, «ο πρώτος κανόνας ήταν να μην σημαδεύω ποτέ κανέναν εκτός αν ήμουν διατεθειμένος να τραβήξω την σκανδάλη». Το μάθημα όπως εφαρμόζεται στην ψηλή στρατηγική: Να σταματήσουμε να δηλώνουμε εθνικούς στόχους που είμαστε είτε ανίκανοι είτε απρόθυμοι να επιτύχουμε.

Η σωστή στρατηγική απαιτεί από τους ηγέτες να δίνουν προτεραιότητα στους στόχους τους, να τους ευθυγραμμίζουν προσεκτικά με τους διαθέσιμους πόρους και να αναπτύσσουν κάποια ιδέα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να διευθετηθούν αποτελεσματικά οι πόροι αυτοί. Με αυτό το πρότυπο, η αμερικανική εξωτερική πολιτική σήμερα είναι εξ ορισμού μη στρατηγική, καθώς δηλώνει συνεχώς στόχους χωρίς να λαμβάνει υπόψη το εάν και πώς θα μπορούσαν να επιτευχθούν ρεαλιστικά. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι τακτικές υποκαθιστούν την στρατηγική.