Τράπεζες ερμητικά κλειστές | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Τράπεζες ερμητικά κλειστές

Πόσο μπορεί να αντέξει η οικονομία χωρίς λύση στα «κόκκινα» δάνεια;*

Σε αυτή την λογική, οι αυξανόμενες ρυθμίσεις από τις τράπεζες θα μπορούσαν να διασφαλίσουν την χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας η οποία, όμως, αν δεν εισέλθει σύντομα σε τροχιά βιώσιμης ανάκαμψης, τότε η μηχανική της ίασης των «κόκκινων» δανείων ενδέχεται να δημιουργεί ένα φαύλο κύκλο διαδοχικών ρυθμίσεων. Όπως προκύπτει από στοιχεία της ΤτΕ στην Επισκόπηση για το Ελληνικό Χρηματοπιστωτικό Σύστημα (Νοέμβριος 2018), οι τράπεζες έχουν αυξήσει τις ρυθμίσεις, καθώς το σύνολο των ρυθμισμένων (forborne) ανοιγμάτων το α΄ εξάμηνο του 2018 ανήλθε σε 49,3 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 26,5% των συνολικών ανοιγμάτων των τραπεζών, σε σχέση με το 25,2% στο τέλος του 2017. Ωστόσο, το 19,9% των ήδη ρυθμισμένων ανοιγμάτων εμφανίζει καθυστέρηση άνω των 90 ημερών, δηλαδή, ρυθμισμένα δάνεια της τάξεως των 10 δισ. ευρώ δεν καταφέρνουν να περάσουν στην φάση της ίασης, αφού «ξανακοκκινίζουν» μετά το πρώτο τρίμηνο της ρύθμισης [4].

28062019-4.jpg

-----------------------------------------------------------------------------

Με βάση τα στοιχεία του Πίνακα 1, η πλειοψηφία των δανειοληπτών που βρίσκονται σε αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους ανήκουν σε κατηγορίες χαμηλής δανειοδότησης. Είναι ενδεικτικό ότι σχεδόν το 60% των δανειοληπτών με στεγαστικά δάνεια σε καθυστέρηση, ανήκουν στην κατηγορία χρέους έως 50.000 ευρώ, αποκαλύπτοντας την βαθύτατη οικονομική δυσχέρεια των ελληνικών νοικοκυριών ή δημιουργώντας σοβαρά ερωτηματικά σχετικά με τα πραγματικά κίνητρα των οφειλετών. Από τη μια πλευρά, το γεγονός ότι το υποθηκευμένο ακίνητο είναι πιθανό να έχει εμπορική αξία υψηλότερη από ένα ποσό της τάξης των 50.000 ευρώ αποτελεί σημαντικό κριτήριο για την αποπληρωμή του, ενώ από την άλλη είναι δύσκολο να θεωρήσουμε ότι το 45% των δανειοληπτών δε μπορεί να ανταπεξέλθει σε αυτά τα νούμερα.

Η περίπτωση ύπαρξης «στρατηγικών κακοπληρωτών», οι οποίοι, ενώ δύνανται να εξυπηρετήσουν το δάνειο τους, αποφεύγουν να ενταχθούν έστω και σε μια λογική ρύθμισης, προβληματίζει του ιθύνοντες ως προς την λύση μείωσης των κόκκινων δανείων. Αυτό γιατί, η οποιαδήποτε μερική διαγραφή-ρύθμιση οφειλών φαίνεται τελικά να επιβραβεύει τους «συνειδητά ασυνεπείς» και να περιφρονεί επιδεικτικά τους συνεπείς δανειολήπτες. Αυτή η μορφή επιείκειας προς τους στρατηγικούς κακοπληρωτές, δημιουργεί το πρόβλημα του Ηθικού Κινδύνου (Moral Hazard), αφού το σύνολο των δανειοληπτών θα μπορεί στο μέλλον να επενδύσει σε αυτή την συνθήκη άφεσης από το βάρος των υποχρεώσεών τους, δημιουργώντας έτσι έναν φαύλο κύκλο διαιώνισης του προβλήματος.

Η εύκολη (και εν πολλοίς σωστή κατά την άποψη μας) απάντηση, είναι ο εντοπισμός των στρατηγικών κακοπληρωτών ώστε αυτοί να εξαιρεθούν από μια ευεργετική διάταξη, μερικής διαγραφής του χρέους. Τεχνικά όμως, μια τέτοια διαδικασία εντοπισμού αναξιόχρεων δανειοληπτών, είναι δύσκολο να ολοκληρωθεί, εν τη απουσία ενός εξατομικευμένου «έσχες», το οποίο σε συνδυασμό με το «πόθεν» και το περιουσιολόγιο, θα δημιουργούσε μια μεγάλη βάση οικονομικών δεδομένων (big data), εύκολα επεξεργάσιμη από τις τράπεζες προς την εξεύρεση βιώσιμων αλλά κυρίως δίκαιων λύσεων.

Εναλλακτικά, οι προτάσεις των τραπεζών βασίστηκαν στον προσδιορισμό της ελάχιστης δόσης δανείου, από μεθοδολογία της ΕΛΣΤΑΤ ανάλογα με το προφίλ και τις (ευρέως αποδεκτές) ανελαστικές δαπάνες κάθε δανειολήπτη. Ακόμα και αυτή η προσπάθεια, όμως, έπεσε στο κενό (βλ. ποσοστό ρυθμισμένων δανείων που επαναχαρακτηρίζονται ως Μη – Εξυπηρετούμενα), από την στιγμή που η εξέλιξη της οικονομικής κρίσης σε συνδυασμό με την αύξηση φόρων οδηγούσε σε συνεχή μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος αχρηστεύοντας έτσι κάθε συμφωνία ρύθμισης οφειλών και αναχρηματοδότησης, η οποία είχε συνταχθεί με προγενέστερα δεδομένα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι τράπεζες βρέθηκαν στις συμπληγάδες της αδυναμίας ακριβούς προσδιορισμού του αξιόχρεου κάθε δανειολήπτη από τη μια πλευρά, και της επιδείνωσης της οικονομικής δυνατότητας για το σύνολο των οφειλετών από την άλλη.

Το κρίσιμο θέμα, όμως, στην διαδικασία εξεύρεσης μιας λύσης, ήταν η καθυστέρηση στην αντιμετώπιση του προβλήματος σε εθνικό αλλά κυρίως σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μέσω της εφαρμογής δραστικών πολιτικών, για τις οποίες, όμως, και πάλι υπάρχει αντίλογος.
Η μακρόχρονη παραμονή της χώρας εκτός αγορών, σε καθεστώς δημοσιονομικής καχεξίας και επιτήρησης, δεν άφηνε περιθώρια στις εθνικές πολιτικές για μια ταχεία αντίδραση. Ίσως και οι μηχανισμοί στήριξης (ECB, IMF, EC) που παρείχαν ασφάλεια μέσω της ρευστότητας, επέλεξαν να δώσουν (όχι κατ΄ανάγκη ορθά) προτεραιότητα σε θεσμικές αλλαγές, οι οποίες θα διασφάλιζαν την διαδικασία εξυγίανσης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Η περίπτωση μιας στοχευμένης χρηματοδότησης από ευρωπαϊκούς ή εθνικούς μηχανισμούς για την επίλυση των προβλημάτων ρευστότητας των τραπεζών με τη μορφή ενός ευρωομόλογου, αν και δημοφιλής, απαγορεύτηκε στο πνεύμα του ότι το κόστος κεφαλαιοποίησης των τραπεζών δεν θα πρέπει να συνεχίσει να επιβαρύνει την κοινωνία. Από την άλλη, το σενάριο ενός bail-in (αύξηση του ενεργητικού μέσω μείωσης του παθητικού από κούρεμα των καταθέσεων), σε μια οικονομία που πασχίζει να τροχοδρομήσει σε πορεία ανάπτυξης, μπορεί να οχύρωνε πρόσκαιρα τις τράπεζες αλλά θα στερούσε σημαντικούς πόρους από την ιδιωτική κατανάλωση (έστω και αν οι πόροι αυτοί στην παρούσα φάση δεν μπορούν να διοχετευτούν στις επενδύσεις), με αποτέλεσμα να υποθηκεύεται η οποιαδήποτε προσπάθεια δημοσιονομικής σταθερότητας.