Η καλύτερη τελευταία ελπίδα της Βοσνίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η καλύτερη τελευταία ελπίδα της Βοσνίας

Πώς ένα απίθανο ειρηνευτικό δίδυμο μπορεί να κρατήσει ενωμένα τα Βαλκάνια

Καθώς η ευρωπαϊκή αποφασιστικότητα για την συνέχιση της διατήρησης της ειρήνης στην Βοσνία μειώνεται, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επίσης γίνει ένας επικίνδυνα αναξιόπιστος ηγέτης στα Βαλκάνια. Η διοίκηση Trump, η οποία φαίνεται ότι ασκεί [8] την δική της μορφή βαλκανικής πολιτικής εγχωρίως, έχει τροφοδοτήσει ενεργά τις εντάσεις στην περιοχή [9], τόσο πιέζοντας για μια ανταλλαγή εδαφών μεταξύ Σερβίας και Κοσσυφοπεδίου, η οποία ουσιαστικά θα διασπάσει το Κοσσυφοπέδιο –ανοίγοντας την όρεξη όλων όσων έχουν ανεκπλήρωτες ατζέντες- όσο και με το γενικότερο εθνικιστικό του χαρακτήρα. Δεδομένου ότι σε περίπτωση κρίσης, οι αμερικανικές δυνάμεις στην Ιταλία υποτίθεται ότι θα παράσχουν στήριξη τόσο στην δύναμη της EUFOR όσο και στην δύναμη του ΝΑΤΟ στο Κοσσυφοπέδιο, η προφανής έλλειψη δέσμευσης της κυβέρνησης των ΗΠΑ στην περιοχή -και η αποχώρηση του τελευταίου διεθνιστή, πρώην υπουργού Άμυνας, James Mattis- έχει ανησυχητικές επιπτώσεις στην σταθερότητα της Βοσνίας.

ΤΟ ΝΕΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ;

Με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη απρόθυμες ή ανίκανες να βγουν μπροστά, η διατήρηση της ειρήνης στην Βοσνία μπορεί να καταλήξει σε δύο φιλελεύθερους δημοκρατικούς συμμάχους που ήδη εμπλέκονται: Την Ιαπωνία και τον Καναδά. Ως μέλη του G-7, αμφότερες οι χώρες έχουν θέση στο σώμα που επιβλέπει την εφαρμογή των ειρηνευτικών συμφωνιών του Ντέιτον. Οι πρεσβευτές της Ιαπωνίας τα τελευταία χρόνια είναι αναζωογονητικά ειλικρινείς για την πολιτική διαφθορά στην Βοσνία και Ερζεγοβίνη και την αναποτελεσματικότητα της πολιτικής της ΕΕ εκεί. Ο Καναδάς, παρόλο που έκλεισε την πρεσβεία του στο Σεράγεβο πριν από δέκα χρόνια, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης μετακίνησης διπλωματικών πόρων στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, έχει αναδειχθεί ως ηγετική δύναμη που προωθεί τις φιλελεύθερες δημοκρατικές αξίες στην διεθνή σκηνή σε αυτή την εποχή της λαϊκιστικής διολίσθησης. Μαζί, αυτές οι δύο χώρες θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην αποκατάσταση ενός αξιόπιστου αποτρεπτικού παράγοντα απέναντι στην ανανέωση της σύγκρουσης στην Βοσνία -και με αυτόν τον τρόπο, να σπρώξουν την ΕΕ να επανεκτιμήσει την πολιτική της προς την περιοχή, όπως θα έπρεπε να είχε κάνει εδώ και καιρό.

Η Ιαπωνία και ο Καναδάς έχουν μακρά ιστορία συμβολής με δυνάμεις τους στο εξωτερικό. Πιστωμένος με το γεγονός ότι έχει εκμαιεύσει την πρώτη ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών [10] ως απάντηση στην κρίση του Σουέζ του 1956, ο Καναδάς συνέβαλε στην συνέχεια στις αποστολές κυανοκράνων στη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Αϊτή. Πιο πρόσφατα, χρησιμοποίησε στρατεύματα στις Βαλτικές χώρες για να αποτρέψει την ρωσική επιθετικότητα μετά την κατάληψη της Κριμαίας και την σύγκρουση στην ανατολική Ουκρανία. Η Ιαπωνία, η οποία περιορίζεται από το άρθρο 9 του συντάγματός της, το οποίο απαγορεύει τον πόλεμο ως μέσο επίλυσης των διεθνών διαφορών της χώρας, άρχισε να συμμετέχει σε επιχειρήσεις διατήρησης της ειρήνης το 1991. Έκτοτε συνέβαλε στην διεξαγωγή διεθνών επιχειρήσεων επιτήρησης και αντι-πειρατείας στο Κέρας της Αφρικής, στις επιχειρήσεις διατήρησης της ειρήνης στο Ανατολικό Τιμόρ και μέχρι και στον υπό την ηγεσία των ΗΠΑ συνασπισμό στο Ιράκ. Παρόλα αυτά, παρά το γεγονός ότι διακηρύσσει ότι είναι «προληπτικός συντελεστής της ειρήνης» [11] και ότι προωθεί μια όλο και πιο θεληματική εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας, η Ιαπωνία απέφυγε να συνεισφέρει σε αποστολές με υψηλές πιθανότητες εχθροπραξιών, όπως η ειρηνευτική αποστολή του ΟΗΕ στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό , και περιόρισε τις αναπτύξεις της σε μικρό αριθμό αξιωματικών.

Στην Βοσνία, η Ιαπωνία και ο Καναδάς μπορεί να κάνουν τεράστια διαφορά με σχετικά χαμηλό κόστος. Με την ανάπτυξη μερικών εκατοντάδων στρατιωτών η καθεμιά, οι δύο χώρες θα μπορούσαν να αποτρέψουν την Βοσνία από το να υποπέσει στην βία. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την Brcko, μια πόλη στα βορειοανατολικά της Βοσνίας που χωρίζει τα ανατολικά και δυτικά μισά της RS και διοικείται, σύμφωνα με τους όρους των συμφωνιών του Ντέιτον, ως αυτόνομη περιοχή. Αναγνωρίζοντας την στρατηγική σημασία της πόλης, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν τοποθετημένη μια σημαντική δύναμη κοντά στην Brcko μέχρι να αποσυρθεί το 2004. Μια αποτρεπτική δύναμη [12] τοποθετημένη εκεί σήμερα θα κατάφερνε ένα σοβαρό πλήγμα στις αποσχιστικές φιλοδοξίες του Ντόντικ και θα μείωνε τις πιθανότητες για μελλοντικές συγκρούσεις. Επιπλέον, εάν η Ιαπωνία και ο Καναδάς πρόσφεραν στρατιωτικές δυνάμεις για να ενισχύσουν την EUFOR και έκαναν έκκληση προς άλλους να πράξουν το ίδιο, οι σύμμαχοι της ΕΕ και του ΝΑΤΟ θα μπορούσαν να αφυπνισθούν και να στείλουν στρατεύματα επίσης.

ΔΥΝΑΤΟΤΕΡΟΙ ΜΑΖΙ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, που επί μακρόν αποτελούσαν την άγκυρα της φιλελεύθερης δημοκρατικής τάξης, έχουν καταλήξει χωρίς άγκυρα υπό την διοίκηση του προέδρου Donald Trump. Τόσο η Ιαπωνία όσο και ο Καναδάς έχουν βρει την εξέλιξη αυτή ανησυχητική, όπως αποδεικνύεται από την αδυναμία των πρωθυπουργών Shinzo Abe και Justin Trudeau να κρύψουν την απογοήτευσή τους [13] όταν ο Trump απέρριψε τις έως τότε τυπικές δηλώσεις στην σύνοδο κορυφής του G-7 πέρυσι. Η Οτάβα αντέδρασε στην απώλεια ενός προβλέψιμου βορειοαμερικανικού εταίρου εμβαθύνοντας τους δεσμούς της με το Βερολίνο και το Παρίσι. Η συνεργασία με την Ιαπωνία για την διασφάλιση μιας διεθνούς ειρηνευτικής συμφωνίας θα ενίσχυε το φιλελεύθερο σχέδιο της εξωτερικής πολιτικής του Καναδά.