Ο σωστός τρόπος αντιμετώπισης της Huawei | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο σωστός τρόπος αντιμετώπισης της Huawei

Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να ανταγωνίζονται με τις κινεζικές επιχειρήσεις, όχι απλώς να τις αποκλείουν
Περίληψη: 

Η διοίκηση Trump επέλεξε να αντισταθμίσει την αυξανόμενη ψηφιακή επιρροή της Κίνας αποσυνδέοντας γρήγορα τις αμερικανικές και κινεζικές οικονομίες. Αυτή η αποσύνδεση ίσως να επιβραδύνει την πρόοδο της Κίνας βραχυπρόθεσμα, αλλά τελικά θα ενισχύσει πιθανώς την δύναμη του Πεκίνου.

Ο ADAM SEGAL κατέχει την έδρα Ira A. Lipman για τις Αναδυόμενες Τεχνολογίες και την Εθνική Ασφάλεια και είναι διευθυντής του Προγράμματος Ψηφιακής Πολιτικής και Πολιτικής Κυβερνοχώρου στο Council on Foreign Relations.

Κατά τον παρελθόντα ενάμιση χρόνο, η κυβέρνηση Trump διεξήγαγε μια ασυνήθιστη εκστρατεία εναντίον της Huawei, του κινεζικού τηλεπικοινωνιακού γίγαντα, που περιλάμβανε κατηγορίες για εγκλήματα [1], εμπορικές κυρώσεις και διπλωματικές πιέσεις σε φίλους και συμμάχους των ΗΠΑ. Τον Μάιο, η διοίκηση αύξησε ακόμη περισσότερο την πίεση [2]. Ο πρόεδρος Donald Trump υπέγραψε μια εκτελεστική εντολή που εμποδίζει τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ να χρησιμοποιούν εξοπλισμό και υπηρεσίες που κατασκευάζονται από εταιρείες που ελέγχονται από «αντίπαλες κυβερνήσεις». Παρόλο που η εντολή δεν κατονόμαζε την Huawei ή την Κίνα, στόχευε ξεκάθαρα σε αυτές.

17072019-1.jpg

Εργαζόμενοι στο περίπτερο της Huawei στην Mobile Expo στη Μπανγκόκ, στην Ταϊλάνδη, τον Μάιο του 2019. Jorge Silva / REUTERS
---------------------------------------------------------------------

Την ίδια ημέρα που ο Trump υπέγραψε την εντολή, το Υπουργείο Εμπορίου έθεσε την Huawei και 68 από τις θυγατρικές της σε μια λίστα εταιρειών στις οποίες οι εταιρείες των ΗΠΑ δεν μπορούν να πουλήσουν εξαρτήματα χωρίς έγκριση από την κυβέρνηση. Η Huawei θα υποστεί ακόμη πιο σοβαρές συνέπειες από την συμπερίληψή της σε αυτήν την λίστα από όσες από την εκτελεστική εντολή. Τέσσερις μεγάλες αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες -η Broadcom, η Intel, η Qualcomm και η Xilinx- σχεδόν αμέσως σταμάτησαν να συνεργάζονται με την Huawei και η Google ανακοίνωσε ότι δεν θα παρέχει πλέον το λειτουργικό σύστημα Android στα smartphones της Huawei. Αν και το Υπουργείο Εμπορίου αργότερα ανέστειλε την απαγόρευση για 90 ημέρες, το μέλλον της Huawei παραμένει αβέβαιο. Σε μια εκδήλωση στην έδρα της εταιρείας στην Shenzhen, ο ιδρυτής της Huawei, Ren Zhengfei, δήλωσε ότι αναμένει τα έσοδα να μειωθούν κατά 30 δισεκατομμύρια δολάρια [3] στα επόμενα δύο χρόνια λόγω των ενεργειών των ΗΠΑ, από τα 107 δισεκατομμύρια δολάρια που κατέγραψε το 2018 [σε ετήσια βάση].

Η Huawei όντως αποτελεί απειλή για την ασφάλεια των ΗΠΑ, αλλά δεν είναι ο μόνος λόγος για την επίθεση της Ουάσινγκτον στην εταιρεία. Αντί γι αυτό, οι κινήσεις είναι ένα παιχνίδι σε μια ευρύτερη μάχη για το μέλλον του ψηφιακού κόσμου. Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάικ Πομπέο, είπε κάτι παρόμοιο σε μια ομιλία του τον Μάιο του 1919 στο Λονδίνο [4], όπου προειδοποίησε τους οικοδεσπότες του ότι η χρήση της τεχνολογίας Huawei στα βρετανικά δίκτυα 5G θα μπορούσε να επιτρέψει στην Κίνα όχι μόνο να έχει πρόσβαση σε πολύτιμα δεδομένα αλλά και «να ελέγχει το Διαδίκτυο στο μέλλον» και ενδεχομένως «να διχάσει τις Δυτικές συμμαχίες μέσω των bits και των bytes».

Ο Λευκός Οίκος έχει δίκιο για το ότι επικεντρώνεται στον τεχνολογικό ανταγωνισμό με το Πεκίνο. Όπως έγραψα σε αυτό το περιοδικό πέρσι [5], η Κίνα προσπάθησε σκληρά να αναμορφώσει τον κυβερνοχώρο κατ’ εικόνα της, χρησιμοποιώντας εσωτερικούς κανονισμούς, τεχνολογικές καινοτομίες, εταιρείες παγκόσμιας κλάσης, και ξένη διπλωματία. Εάν πετύχει, το Διαδίκτυο θα είναι λιγότερο παγκόσμιο και λιγότερο ανοικτό, και το Πεκίνο θα εξασφαλίσει τα οφέλη της οικονομίας, της διπλωματίας, της εθνικής ασφάλειας και των πληροφοριών που κάποτε έρεαν προς την Ουάσινγκτον. Αλλά η προσέγγιση της διοίκησης Trump σε αυτό το πρόβλημα δεν είναι τόσο αποτελεσματική όσο θα μπορούσε να είναι. Πολλοί στον κόσμο δεν έχουν ακόμη πειστεί ότι οι κίνδυνοι από την χρήση του εξοπλισμού της Huawei υπερτερούν των οικονομικών ωφελειών. Και η έμφαση της διοίκησης στην αποσύνδεση των αμερικανικών και κινεζικών επιστημονικών και τεχνολογικών οικοσυστημάτων διακινδυνεύει να επιβραδύνει την αμερικανική καινοτομία και να επιταχύνει τα σχέδια της Κίνας για τεχνολογική ανεξαρτησία.

Υπάρχουν καλύτεροι τρόποι επιβράδυνσης της τεχνολογικής ανάδυσης της Κίνας, και τείνουν να εμπλέκουν την επέκταση της επιρροής των ΗΠΑ και την προώθηση της καινοτομίας εγχωρίως. Αντί να επιχειρήσουν να εξαναγκάσουν τις άλλες χώρες να εγκαταλείψουν την Huawei, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να τους προσφέρουν εναλλακτικές λύσεις που θα μπορούν να είναι ανταγωνιστικές στην τιμή και την αποδοτικότητα. Η Ουάσινγκτον πρέπει να συνεργαστεί με συμμαχικές κυβερνήσεις για να βελτιώσει την ασφάλεια του κυβερνοχώρου τους. Και θα πρέπει να επενδύσει στην έρευνα προκειμένου να κυριαρχήσει τόσο στις τεχνολογίες 5G όσο και σε εκείνες που θα προκύψουν μετά από αυτήν.

ΔΙΚΤΥΑ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ

Τα δίκτυα της πέμπτης γενιάς έχουν την δυναμική να είναι μια μεγάλη υπόθεση. Σύμφωνα με τις προδιαγραφές της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών, θα παραδίδουν έως και 20 gigabits δεδομένων ανά δευτερόλεπτο με χρόνους απόκρισης κάτω του ενός χιλιοστού του δευτερολέπτου (millisecond). Οι χρήστες θα έχουν την δυνατότητα να «κατεβάσουν» ταινίες σε λίγα δευτερόλεπτα, τα αυτο-οδηγούμενα αυτοκίνητα θα είναι σε θέση να παίρνουν αποφάσεις με βάση την τεχνητή νοημοσύνη μέσω σχεδόν συνεχούς επικοινωνίας με cloud servers, ενώ οι αγρότες θα χρησιμοποιούν drones, δορυφόρους και αισθητήρες στο έδαφος, στα σπαρτά, στα ζώα και στα μηχανήματα για το πότισμα, την διατροφή και την λίπανση, πιο αποτελεσματικά και βιώσιμα. Οι χώρες που θα αναπτύξουν πρώτες το 5G θα αποκομίσουν σημαντικά οφέλη στην οικονομία και στην ασφάλεια.