Από έναν «πολιτισμό συνόρων» στα «σύνορα των πολιτισμών» | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Από έναν «πολιτισμό συνόρων» στα «σύνορα των πολιτισμών»

Τα σύνορα της τουρκικής καρδιάς και το κατασκεύασμα της Βόρειας Μακεδονίας*
Περίληψη: 

Η γενική πολιτισμική κατηγορία του «χαλιφάτου» είναι ακόμη «ζωντανή» ως ιδεατό σχέδιο στις καρδιές και τους εγκεφάλους πολλών Τούρκων πολιτών, αν και στην πράξη ζουν σε ένα κοσμικό κράτος, δεσμευμένο σε διεθνείς ιδεολογικούς περιορισμούς με σημείο αναφοράς το φορτίο νοημάτων, θεσμών και πρακτικών που εν συντομία αποκαλείται Δυτικός πολιτισμός.

Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ Χ. ΜΠΑΛΤΟΣ είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Τμήμα Ναυτιλίας και Επιχειρηματικών Υπηρεσιών του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Ο Dr. JOSEPH N. BAYEH είναι πρόεδρος του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Σχέσεων στο Balamand University, Βηρυτός, Λίβανος.

Οι επίκαιρες συζητήσεις για την επεκτατικότητα της σύγχρονης Τουρκίας ή τον εθνικιστικό φανατισμό στην Βόρεια Μακεδονία αναδεικνύουν την ευρύτητα χρήσης και κατάχρησης της έννοιας των συνόρων. Τα τελευταία δύνανται να αποτελέσουν συγχρόνως όχι μόνο εγγυήσεις του διεθνούς δικαίου στο πλαίσιο της νομιμότητας και αλληλο-αναγνώρισης των εθνών-κρατών ή διαύλους εμπορίου και οικονομικής μεγέθυνσης υπό την οπτική των διεθνών επενδύσεων και της παγκόσμιας ανάπτυξης, αλλά και εργαλεία προπαγάνδας, διεκδίκησης και σύγκρουσης των λαών. Η διαχείρισή τους μπορεί ακόμη να λάβει γραφικές έως και χιουμοριστικές διαστάσεις. Υπάρχει για παράδειγμα μια χαρακτηριστική αλλά γενικότερα άγνωστη συνοριογραμμή μεταξύ της Ολλανδίας και της Γαλλίας στο νησί του Αγίου Μαρτίνου στην Καραϊβική. Κατά ειρωνικό τρόπο, η γραμμή αυτή χαράχθηκε το 1648, οπότε υπογράφηκε και η Συνθήκη της Βεστφαλίας, αποτέλεσμα της οποίας θεωρείται η καθιέρωση των εθνών-κρατών μαζί με επακόλουθα θεσμικά μέσα για την εδραίωση της παγκόσμια τάξης και ασφάλειας.

Η παράδοση, λοιπόν, περιγράφει ότι Γάλλοι και Ολλανδοί, αποφεύγοντας τις αψιμαχίες, διέταξαν έναν στρατιώτη από κάθε στρατόπεδο να τρέξει προς την ενδοχώρα, ο Γάλλος ξεκινώντας από βόρεια και ο Ολλανδός από νότια. Κάπου συναντήθηκαν κι εκεί συνέπηξαν τα σύνορά τους. Λέγεται, μάλιστα, ότι ο Ολλανδός αργοπόρησε, καθώς πραγματοποίησε μερικές στάσεις περισσότερες για να δοκιμάσει το ρούμι που οι ντόπιοι του προσέφεραν, κι ως εκ τούτου η Γαλλία κατέχει σήμερα περισσότερη έκταση από εκείνη της Ολλανδίας [1]. Στην αντίπερα όχθη αυτής της λογικής, αναδεικνύοντας το πολυδιάστατο των συνόρων και της αντίληψής τους, ο νομπελίστας Carlos Fuentes [2] απέδωσε στην αμερικανο-μεξικανική συνοριογραμμή μια από τις πιο συγκινητικές περιγραφές στο πλαίσιο της σχετικής φιλολογίας. Την αποκάλεσε «ουλή» στο πρόσωπο της Αμερικής, που πρέπει να πασχίζουμε να γιάνει και να μην ξανα-αιμορραγήσει …

ΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΤΩΝ ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΑΛΛΑΓΩΝ

Το παρόν δοκίμιο διερευνά τις πρόσφατες εξελίξεις στις διεθνείς σχέσεις και την σημασία τους για την έννοια και τη χάραξη των συνόρων στον οικείο επιστημονικό χώρο. Από τη μια πλευρά, η περίφημη προσέγγιση περί «σύγκρουσης των πολιτισμών» προϋποθέτει «νοητές» γραμμές συνόρων που ενώνουν/χωρίζουν τους εκπορευόμενους κυρίως από διαφορετικούς λαούς και θρησκείες πολιτισμούς, συχνά αμφισβητώντας τα επίσημα επί χάρτου εδαφικά όρια. Από την άλλη, η αύξηση του εθνικισμού και, ενδεχομένως, η ολική επαναφορά ενός ιδιότυπου προστατευτικού συντηρητισμού στην ενδοχώρα της άλλοτε απεριόριστα φιλελεύθερης Δύσης, επιβεβαιώνουν την αδήριτη υπεροχή των εδαφικών συνόρων ως πρώτης ύλης για την κατανόηση των ιδεών που κινητοποιούν τόσο τους διεθνολόγους όσο και τους στρατηγούς ή τους διπλωμάτες.

Επιχειρώντας μια σχηματική απεικόνιση των εν λόγω εξελίξεων που διατρέχουν τις τελευταίες δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, θα μπορούσαμε συνοπτικά να διακρίνουμε έναν άξονα γεω-στρατηγικών αλλαγών ο οποίος περιστρέφεται γύρω από το σενάριο της παγκοσμιοποίησης και των «ανοικτών συνόρων», άλλον ένα άξονα που προτάσσει προστατευτικά τα δικαιώματα των εθνών-κρατών, «κλείνοντας» ποικιλότροπα τα σύνορα, συντηρώντας ιστορικά και νομικά κεκτημένα, καθώς κι έναν τρίτο που δυναμικά «ανοίγει» συνοριακά θέματα, μαζί και αντίστοιχους ασκούς του Αιόλου, συνήθως επιδιώκοντας, με βάση τις πολιτισμικές διαφορές των κρατών, τη χωρική επέκτασή τους. Στο πλαίσιο ανάλυσης του τελευταίου, αναζητούμε προεκτάσεις όχι μόνο σε παγκόσμιο, αλλά και σε περιφερειακό και σε διακρατικό επίπεδο, τις οποίες μάλιστα ανιχνεύουμε ως εφαρμοσμένες σε περιπτώσεις στενού ελληνικού ενδιαφέροντος, όπως είναι οι γεωπολιτικές εξελίξεις στην Τουρκία και περί τη νεόκοπη ονομασία της Βόρειας Μακεδονίας. Οι τρεις ετούτοι άξονες αλληλεπιδρούν ή/και αντιδρούν ο ένας απέναντι στον άλλο, χωρίς, ωστόσο, να διακρίνεται προς το παρόν η έκβαση της πράγματι δυναμικής και διαλεκτικής αλληλοπεριχώρησής τους.

25072019-1.jpg

Σχήμα 1. Μεταψυχροπολεμικά, στην συζήτηση για την παγκόσμια πολιτική κυριαρχεί η διαλεκτική θεωρητικών υποδειγμάτων με άμεσο αντίκτυπο στην σημασία και την διαχείριση των διεθνών συνόρων.
-------------------------------------------------------------------------------

«ΑΝΟΙΞΤΕ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ»: Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΜΑΖΙΚΟΣ ΕΚΔΗΜΟΚΡΑΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, το κύριο μέλημα των Δυτικών κυβερνήσεων αλλά και εν γένει των θεωρητικών στις Διεθνείς Σχέσεις ήταν να αποτρέψουν έναν πυρηνικό πόλεμο και οποιαδήποτε συμβατική σύγκρουση που θα μπορούσε να κλιμακωθεί σε πυρηνικό επίπεδο. Υπήρξαν πολλές διαφωνίες, αλλά προσαρμόσθηκαν στο ολοκληρωμένο πλαίσιο που βασίσθηκε κυρίως στο διεθνές σύστημα ενός διπολικού κόσμου. Σύμφωνα με τον S.M. Walt, ο ρεαλισμός και ο νεορεαλισμός κυριαρχούσαν στην θεωρία των Διεθνών Σχέσεων, καθόσον υφίστατο η ανάγκη να ερμηνευθούν τα χαρακτηριστικά της σύγκρουσης μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων [3].

Στα χρόνια, ωστόσο, που ακολούθησαν τον ψυχρό πόλεμο, στην συζήτηση για την παγκόσμια πολιτική κυριάρχησε μια μεταβολή υποδειγμάτων. Τα υποδείγματα παρέχουν την απαραίτητη βάση για την θεωρία, ένα ολοκληρωμένο δηλαδή πλαίσιο για τον προσδιορισμό των μεταβλητών γύρω από τις οποίες θα αναπτυχθούν αναλύσεις και πολιτικές. Σε αυτήν την γραμμή θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να θεωρήσουμε ως μεταβολή του υποδείγματος τον μετασχηματισμό, όπως περιγράφει ο J. Mearsheimer, ενός πρώην διπολικού συστήματος, δύο υπερδυνάμεων μαζί με τους εκατέρωθεν συμμάχους και τους «ουδέτερους», σε έναν κόσμο μονοπολικό ή, κατά μια άλλη ερμηνεία, σε πολλαπλότητα ή πολύ-πολικότητα ισχυρών δυνάμεων και παραγόντων [4].