Φίλοι με επιφυλάξεις | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Φίλοι με επιφυλάξεις

Το Ισραήλ και τα κράτη του Κόλπου θα σχηματίσουν ενιαίο μέτωπο ενάντια στο Ιράν;

Οι ηγέτες της Σαουδικής Αραβίας εργάστηκαν για να βελτιώσουν την εικόνα του Ισραήλ στα μάτια του κοινού. Έχουν επιτρέψει σε διάφορες σαουδαραβικές προσωπικότητες να συναντηθούν δημόσια με Ισραηλινούς και μάλιστα φιλοξένησαν ανώτερους Ισραηλινούς εκπροσώπους σε σαουδαραβικά μέσα ενημέρωσης. Τον Νοέμβριο του 2017, ο ισραηλινός ειδησεογραφικός ιστότοπος Elaph δημοσίευσε μια συνέντευξη του Gadi Eizenkot, τότε αρχηγού του προσωπικού των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων, με την οποία πρότεινε ότι το Ισραήλ θα μπορούσε να μοιραστεί πληροφορίες με την Σαουδική Αραβία στον κοινό αγώνα τους εναντίον του Ιράν. Η Σαουδική Αραβία επίσης επιτρέπει σε, και πιθανόν ενθαρρύνει, bloggers να διαφημίζουν την εξομάλυνση με το Ισραήλ. Ένας από αυτούς τους bloggers, ο Mahmoud Saud, έλαβε άδεια από την κυβέρνησή του να πραγματοποιήσει δημόσια επίσκεψη στην Ιερουσαλήμ τον Ιούλιο, στο πλαίσιο μιας εξαμελούς αντιπροσωπείας από τον αραβικό κόσμο που συναντήθηκε με τον πρόεδρο της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων και Άμυνας της Knesset, Avi Dichter.

Το γεγονός ότι η κυβέρνηση της Σαουδικής Αραβίας επέτρεψε ή προώθησε αυτές τις συναλλαγές υποδηλώνει ότι επιδιώκει να εγκλιματίσει το σαουδαραβικό κοινό σε πιο ανοικτές σχέσεις με το Ισραήλ. Η στρατηγική αρχίζει να λειτουργεί: Σε μια έρευνα του Washington Institute for Near East Policy το 2017, τα δύο τρίτα των ερωτηθέντων Σαουδαράβων συμφώνησαν ότι «τα αραβικά κράτη πρέπει να διαδραματίσουν έναν νέο ρόλο στις ειρηνευτικές συνομιλίες Παλαιστινίων-Ισραηλινών, προσφέροντας κίνητρα και στις δύο πλευρές» Παρομοίως, περίπου το 20% με 25% των Αιγυπτίων, των Ιορδανών, των Εμιρατινών και των Σαουδαράβων συμφωνούν τουλάχιστον «κάπως» [1] ότι τα αραβικά κράτη θα πρέπει να συνεργαστούν με το Ισραήλ, ακόμη κι όταν το ερώτημα δεν αναφέρει το παλαιστινιακό ζήτημα.

ΚΙΝΟΥΜΕΝΟΙ ΠΟΛΥ ΓΡΗΓΟΡΑ

Ωστόσο, η κυβέρνηση της Σαουδικής Αραβίας είναι πρόθυμη να προχωρήσει μόνο τόσο. Τον Απρίλιο του 2018, ο πρίγκιπας-διάδοχος της Σαουδικής Αραβίας, Mohammed bin Salman, έκανε αίσθηση όταν επέκρινε αυστηρά τους Παλαιστίνιους ηγέτες ότι «απορρίπτουν την ειρήνη με το Ισραήλ», προειδοποιώντας ότι πρέπει να δεχθούν ειρηνευτικές προτάσεις ή να «το βουλώσουν». Τα ασυνήθιστα ωμά σχόλια του πρίγκιπα-διαδόχου φάνηκε να υπονοούν ότι οι Σαουδάραβες ήταν διατεθειμένοι να προχωρήσουν σε εξομάλυνση με το Ισραήλ χωρίς να περιμένουν τους Παλαιστινίους. Αλλά αυτό δεν συνέβη. Όσο δεν πραγματοποιείται πραγματική πρόοδος στην ειρηνευτική διαδικασία, το βασίλειο πρέπει να κρατά το Ισραήλ σε απόσταση, τουλάχιστον δημοσίως.

Βεβαίως, οι Σαουδάραβες βοήθησαν τις Ηνωμένες Πολιτείες να προωθήσουν ένα ισραηλινο-παλαιστινιακό ειρηνευτικό σχέδιο σε ολόκληρη την περιοχή και να πιέσουν τους Παλαιστινίους -ματαίως- να κάνουν πιο μετριοπαθείς τις θέσεις τους, συμπεριλαμβανομένης της παρότρυνσής τους να μετριάσουν την αντίδρασή τους στην μετακίνηση της αμερικανικής πρεσβείας στην Ιερουσαλήμ. Αλλά μερικές προσωπικότητες με επιρροή έχουν κολλήσει στα παραδοσιακά σημεία συζήτησης του βασιλείου. Ο Adel Al-Jubeir, ένας υψηλόβαθμος Σαουδάραβας αξιωματούχος και πρώην υπουργός Εξωτερικών, επανέλαβε πρόσφατα την ανάγκη το Ισραήλ να υιοθετήσει την Αραβική Ειρηνευτική Πρωτοβουλία, το εγκεκριμένο από τον Αραβικό Σύνδεσμο σχέδιο ειρήνης που κατατέθηκε για πρώτη φορά από τον Σαουδάραβα βασιλιά Abdullah το 2002 και αναθεωρήθηκε στα επόμενα χρόνια, του οποίου τις βασικές διατάξεις το Ισραήλ ποτέ δεν αποδέχθηκε. Ο Jubeir δήλωσε ότι ήταν πρόθυμος να μετριάσει τους όρους της πρότασης, αλλά μόνο «υπό την προϋπόθεση ότι οι Παλαιστίνιοι θα συμφωνήσουν με αυτό». Μέχρι στιγμής, οι Σαουδάραβες δεν έχουν δείξει ότι μπορούν να κάνουν τους Παλαιστινίους να συμφωνήσουν σε οποιαδήποτε πρόταση που αποκλίνει από την αραβική συναίνεση των δύο τελευταίων δεκαετιών.

Το καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας δεν έχει κανένα πρόβλημα να φέρει τις ελίτ της χώρας κοντά στις πολιτικές επιλογές του. Η βασιλική οικογένεια και οι συνεργάτες της τείνουν να βλέπουν τις σχέσεις με το Ισραήλ πραγματιστικά, και όχι με θρησκευτικούς όρους, και οι παραχωρήσεις προς το Ισραήλ είναι αποδεκτές αν εξυπηρετούν τα γεωπολιτικά συμφέροντα του καθεστώτος έναντι της Ουάσινγκτον και της Τεχεράνης.

Αλλά το κοινό είναι ένα άλλο θέμα, και η κυβέρνηση φοβάται ότι αν προχωρήσει πολύ και με μεγάλη ταχύτητα, θα προκαλέσει μια αντίδραση. Οι επιπτώσεις δεκαετιών αντι-ισραηλινών και μέχρι και αντισημιτικών μηνυμάτων στα σαουδαραβικά μέσα ενημέρωσης καθώς και η μακρόχρονη συμπάθεια που αισθάνονται οι αραβικές κοινότητες προς την παλαιστινιακή αιτία, δεν θα εξαφανιστούν βραχυπρόθεσμα, ακόμη και την ώρα που οι πιο ρεαλιστικές απόψεις αρχίζουν να κερδίζουν έδαφος. Και η εσωτερική πολιτική κατάσταση στο βασίλειο είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη. Ο Mohammed bin Salman έχει λάβει μέτρα για να ενισχύσει την ισχύ και την θέση του και δεν έχει ακόμη παγιώσει πλήρως την εξουσία του και είναι αμφίβολο το αν η βασιλική οικογένεια θα διακινδυνεύσει να προσελκύσει περαιτέρω επικρίσεις με το να ομαλοποιήσει τις σχέσεις με το Ισραήλ πολύ γρήγορα. Ο κίνδυνος για την πολιτική σταθερότητα από μια πολιτική που έρχεται σε αντίθεση με τις διαθέσεις ενός σκεπτικιστικού κοινού θα κάνει τους Σαουδάραβες ηγέτες και τους ηγέτες των κρατών του Κόλπου να μιλούν ανειλικρινώς για την παλαιστινιακή αιτία.

Ο ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ

Η επόμενη χρονιά της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ θα θέσει τις φιλοδοξίες και τις επιφυλάξεις των κρατών του Κόλπου σε δοκιμασία. Στους επόμενους 12 μήνες, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παρουσιάσουν το ειρηνευτικό σχέδιό τους για το Ισραήλ και την Παλαιστίνη. Θα συνεχίσουν την εκστρατεία πίεσης κατά του Ιράν. Και ο πρόεδρος Τραμπ θα πλησιάσει στο τέλος της πρώτης θητείας του με αβέβαιες προοπτικές για την επανεκλογή του.